ΣΑΒΒΑΤΟ, 11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2026
ΕΛΛΑΔΑ

Εδώ και τώρα, καθορισμός ΑΟΖ με Αίγυπτο, Λιβύη (Λιβυκή Βουλή) και Κύπρο

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

f4fcb7f4fc594c6a815ac0d013469221Βασίλης Δημ. Χασιώτης

Όλοι μας γνωρίζουμε, πως μια θεμελιώδης θέση της χώρας μας (δηλαδή των κυβερνήσεων της χώρας μας), ήταν πάντα το δεν «διεκδικούμε τίποτα» από τους γείτονές μας.
Τώρα, γιατί να έπρεπε η Ελλάδα να δείχνει τόσο ζωηρό ενδιαφέρον να δηλώνει πως «δεν διεκδικεί τίποτα», αυτό δεν το είχα ποτέ αντιληφθεί και το θεωρούσα περιττό ακόμα και απλώς να δηλώνεται.
Διότι, εάν μεν ουδείς εκ των γειτόνων μας δεν διεκδικεί τίποτα σε βάρος μας και μάλιστα κατά τρόπο εκδήλως ανιστόρητο, τότε, ουδείς λόγος υπάρχει να δηλώνουμε ότι δεν «διεκδικούμε τίποτα», διότι τότε, εμείς θα ήμασταν που θα ανοίγαμε θέματα προς συζήτηση εκεί που οι άλλοι δεν τα άνοιγαν, εάν δε, κάποιοι από τους γείτονές μας (δηλαδή όλοι τους), διεκδικούν κάτι (ή πολλά) από εμάς, και μάλιστα ανιστόρητα, τότε η χώρα μας, θα μπορούσε ως μια αμυντική στρατηγική, να υπενθυμίζει τις ιστορικές της διεκδικήσεις από το παρελθόν επί ενός εκάστου γείτονα που προβάλλει εναντίον μας αξιώσεις, μα και τα πολιτισμικά της δικαιώματα επί της ίδιας της ιστορίας των γειτόνων μας, και όχι μέσω αυτού του δεν «διεκδικούμε τίποτα» να εμφανίζεται η χώρα μας αμυνόμενη εκεί που είχε και έχει όλα τα φόντα να ήταν η «επιτιθέμενη», αυτή δηλαδή που θα πρόβαλλε δικές της διεκδικήσεις, όσο οι γείτονές μας θα επέμεναν στην προβολή των δικών τους ανιστόρητων διεκδικήσεων.
Όμως, πολύ φοβούμαι, πως αυτό το «δεν διεκδικούμε τίποτα», άρχισε να ερμηνεύεται στη βάση της αναλογίας και διασταλτικά, κυρίως από τη Τουρκία.
Για παράδειγμα, το σταδιακό γκριζάρισμα τμημάτων της θαλάσσιας επικράτειάς μας εκ μέρους της Τουρκίας, δεν είμαι καθόλου βέβαιος, αν σε κάποιο βαθμό δεν το υπέθαλψε και η παραπάνω πάγια θέση μας περί του «δεν διεκδικούμε τίποτα». Πολύ πιθανόν, η Τουρκία να θέλησε να απαντήσει και στο υποθετικό αλλά ουσιαστικό ερώτημα, αν η Ελλάδα λέγοντας πως «δεν διεκδικεί τίποτα», κατ’ αναλογίαν, δεν διεκδικεί γενικώς τίποτα, εφόσον απολέσει κάτι. Και για την Άγκυρα «διεκδίκηση» και «υπεράσπιση», σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, μόνο ένα πράγμα δεν είναι : η διπλωματική αντίδραση ως το μοναδικό όπλο.
Αρχίζοντας από τα Ίμια, η Άγκυρα σταδιακά, όχι με λόγια μα με έργα, επεκτείνοντας τις γκρίζες περιοχές, αφενός μεν ήθελε και θέλει να διαπιστώσει πόσο αποφασισμένη είναι η Ελλάδα να απαντήσει δυναμικά, τη στιγμή που γίνεται πράξη η επιθετική της ενέργεια (της αμφισβήτησης εθνικής μας κυριαρχίας – του «γκριζαρίσματος» εδαφών), ή, θα αρχίσει να διαμαρτύρεται σε φόρα και διεθνείς οργανισμούς και σε «εταίρους», αντί μόνη της, τη στιγμή της «επίθεσης», να απαντήσει άμεσα και αποφασιστικά υπερασπιζόμενη την κυριαρχία της. Όταν εθνικό έδαφος παραβιάζεται, πάντα οι απαντήσεις είναι άμεσες. Ασφαλώς, το ότι ταυτόχρονα μπορεί και πρέπει να απευθύνεται, ο δεχόμενος την επίθεση, με διπλωματικές παραστάσεις, σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς και σε άλλα Κράτη, τούτο είναι επιβεβλημένο, αλλά μονάχα ως παράλληλη ενέργεια της δυναμικής, θετικής και άμεσης απάντησής της σε εκείνον που παραβίασε την εθνική της κυριαρχία.
Στη περίπτωση των Ιμίων, και εσχάτως με τα όσα διαδραματίζονται με το ζήτημα της ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν υπήρξε λεκτική αμφισβήτηση εδαφών της εθνικής μας επικράτειας, υπήρξε έργω παραβίασή τους. Και το μέγα θέμα είναι, ότι αφήνοντάς τη κάθε φορά αναπάντητη την παραβίαση αυτή, με την μη άμεση και έργω επιβεβαίωση της εθνικής μας κυριαρχίας επί των παραβιαζόμενων εδαφών και μάλιστα με ενέργειες υψηλού συμβολισμού, όπως η ανάρτηση και στρατιωτική φύλαξη της Ελληνικής Σημαίας επί όλων των γκριζαρισμένων περιοχών, πέραν του ότι θα αθροίζεται με επόμενες ανάλογες, με δική μας υπαιτιότητα θα δημιουργείται επιπλέον στη διεθνή κοινότητα και η αίσθηση πως μάλλον το δίκαιο βρίσκεται κάπου στη μέση, με ό,τι αυτό σημαίνει -ή δυνητικά, θα μπορεί να σημαίνει κάποια στιγμή στο μέλλον.
Ο φόβος μη τυχόν και από την προσπάθεια επιβεβαίωσης της εθνικής μας κυριαρχίας δημιουργηθεί «θερμό επεισόδιο», αυτός ο φόβος, που ασφαλώς και δεν πρέπει να προβάλλεται σε ζητήματα υπεράσπισής της, όμως, ακόμα κι έτσι, θα είχε νόημα μονάχα αν κανείς πίστευε πως η Τουρκία δεν μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια ακριβώς στις ίδιες αυτές εξελίξεις, που θα αποφευχθούν μονάχα αν υποχωρήσουμε σε ό,τι τρεχόντως διεκδικεί η επιτιθέμενη Τουρκία, οπότε, το ερώτημα είναι :
(α) γιατί πρέπει πάντα να συρόμαστε σε τουρκικά παιχνίδια και να μην δρομολογήσουμε εμείς τις εξελίξεις με κατάλληλη προπαρασκευή; και
(β) αντιλαμβανόμαστε πως αν οδηγηθούμε εκόντες άκοντες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, έπειτα από ένα θερμό επεισόδιο που θα προκληθεί από την Τουρκία, είναι βέβαιο ότι θα βρεθούμε ενώπιον όλων των τουρκικών αξιώσεων που έχουν προβληθεί κατά καιρούς, από τη Θράκη ίσαμε το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και πως θα είμαστε υπό τις συνθήκες αυτές ο αδύναμος συνομιλητής; (Το πόσο παράνομες και ανιστόρητες θα είναι οι τουρκικές αξιώσεις, αυτό δεν θα έχει και τόσο μεγάλη σημασία, το είδαμε άλλωστε και στη περίπτωση της Κύπρου το 1974 κι έκτοτε το βλέπουμε συνεχώς, το είδαμε στο ζήτημα της πρώην FYROM τι έγινε με το όνομα, και ασφαλώς θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε και τη διεθνή εμπειρία, αλλά ας μην επεκταθούμε, αρκούμενοι ίσως να μνημονεύσουμε το πανάθλιο παιχνίδι που παίχτηκε σε βάρος χωρών της Βόρειας Αφρικής και Μέσης Ανατολής, κατά την περίοδο της «Αραβικής Άνοιξης» οι τραγικές συνέπειες της οποίας συνεχίζονται μέχρι σήμερα, όπως καλή ώρα στη Λιβύη).
Έτσι, εστιάζοντας στις τρέχουσες εξελίξεις, αναφορικά πάντα με την προσπάθεια της Τουρκίας να σφετεριστεί, κατά το συνήθειό της, εθνικό μας θαλάσσιο πλούτο, ειδικώς δε σε ό,τι αφορά το Μνημόνιο που υπέγραψε με τη κυβέρνηση της Τρίπολης (αμφισβητούμενη από άλλες λιβυκές πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις που ελέγχουν τη χώρα στο συντριπτικό της μέρος), με το οποίο χώρισαν κυριολεκτικώς (κυρίως από τη πλευρά της Τουρκίας) ξένα χωράφια, δεν πρέπει να κάνουμε το ίδιο λάθος με ό,τι συνέβη στα Ίμια και να αφήσουμε να «σέρνεται» στο μέλλον, ούτε καν για τους επόμενους λίγους μήνες, ως μια ακόμα «γκριζαρισμένη» συνοριακή διαφορά μεταξύ των δύο χωρών.
Είναι επιτακτική ανάγκη, να αντιδράσουμε άμεσα και αποφασιστικά. Πρώτα από όλα, με κάθε διαθέσιμο μέσο και ιδίως με την στρατιωτική μας παρουσία, να μην αφήσουμε καμία αμφιβολία πως δεν θα δεχτούμε νέα Ίμια, στα οποία με τον ίδιο αποφασιστικό τρόπο πρέπει να δηλώσουμε -έστω και με καθυστέρηση-την αδιαπραγμάτευτη εθνική μας κυριαρχία.
Είναι επιτακτική ανάγκη, άμεσα, τώρα και όχι σε λίγο καιρό, τόσο γρήγορα όσο γρήγορα ξέρει να κάνει τις δουλειές της η Τουρκία, και όσο ακόμα η πολιτική κατάσταση στην Αίγυπτο και στη Λιβύη (αναφέρομαι στη Λιβυκή Βουλή) μας εξυπηρετεί, να καθορίσουμε με τις χώρες αυτές (μαζί και με την Κύπρο) την ελληνική ΑΟΖ σε σχέση με τις χώρες αυτές, με τη σχετική συμφωνία να ψηφίζεται με διαδικασία fast track και από τα τέσσερα Κοινοβούλια αφήνοντας τη Τουρκία με ένα Μνημόνιο που σε λίγο όπως φαίνεται το έτερο συμβαλλόμενό του μέρος, να μην υπάρχει (εννοώ ως Αρχή) και ίσως με την κήρυξη όλων του των πράξεων ως άκυρων από την επόμενη λιβυκή Αρχή.
Επίσης, δείχνοντας πως η περίοδος των παιχνιδιών χάρη των ίδιων παιχνιδιών έχει παρέλθει, να καθορισθεί η ελληνική ΑΟΖ σε όλες τις ελληνικές θάλασσες.
Πρέπει να πάψουμε να ενδυναμώνουμε την Τουρκία με τη δική μας αναποφασιστικότητα. Είτε η Τουρκία να σεβαστεί την εθνική μας κυριαρχία στα πλαίσια του Διεθνούς Δικαίου, είτε διαφορετικά, το καθαρό μήνυμα από την Ελλάδα πρέπει να είναι πως το παιχνίδι τέλειωσε : από εδώ και πέρα, θα ομιλήσει το Δίκαιο και η αποφασιστικότητα του ελληνικού έθνους. ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *