31/07/2021

Η σκακιέρα των εξοπλιστικών 

Οι εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη από τη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο σχετικά με την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, τόσο σε πολεμικό όσο και σε έμψυχο υλικό, εγκαινίασαν μια περίοδο μακράς δημόσιας περιόδου σχετικά με τα εξοπλιστικά προγράμματα της χώρας μας.

Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε την προμήθεια των μαχητικών Rafale, την προκήρυξη διαγωνισμού για την απόκτηση τεσσάρων νέων φρεγατών, την αναβάθμιση των υπαρχόντων φρεγατών ΜΕΚΟ και την επανενεργοποίηση της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας μας.

Ταυτόχρονα, φυσικά, υπάρχει και πλήθος προγραμμάτων που βαίνει προς υλοποίηση (πολλά από αυτά παρκαρισμένα για χρόνια λόγω και του νόμου Βενιζέλου που έκανε σχεδόν απαγορευτικό για οποιονδήποτε να βάλει την υπογραφή του σε κάποιο εξοπλιστικό πρόγραμμα) για όλους τους κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων. Η υπερδεκαετής «εγκατάλειψη» αυτών, λόγω τόσο των Μνημονίων όσο και της επικρατούσας άποψης σε Δεξιά και Αριστερά ότι, αφού είμαστε στην Ε.Ε., δεν χρειαζόμαστε ισχυρές Ενοπλες δυνάμεις, έγινε αντιληπτή ως αδιέξοδη, αφού η τουρκική επιθετικότητα (και η «χαλαρή αντίδραση» αρκετών εταίρων) απέδειξε ότι οι ισχυρές Ενοπλες Δυνάμεις είναι απαραίτητες για την επιβίωση της χώρας μας, καθώς δεν υπάρχει ουδεμία ένδειξη ότι τα πράγματα θα αποκλιμακωθούν στο μέλλον.

Οπως ακριβώς το έθεσε και ο υπουργός Αμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος, «Στο ελληνικό υπουργείο Εθνικής Αμύνης εργαζόμαστε πάνω σε ένα φιλόδοξο, αλλά οργανωμένο και καλά μελετημένο, ειδικά στα οικονομικά μεγέθη, σχέδιο για την ανανέωση των δυνατοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεών μας. […] Αυτή η προσπάθεια πραγματοποιείται επειδή ζούμε σε ένα πολύ σύνθετο και αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον στην ανατολική Μεσόγειο. Ενα περιβάλλον που γίνεται πιο περίπλοκο και ίσως πιο ευαίσθητο όσο περνά ο καιρός».

Τα οικονομικά μεγέθη 

Η έκφραση-κλειδί που χρησιμοποίησε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος ήταν το «καλά μελετημένο, ειδικά στα οικονομικά μεγέθη, σχέδιο». Και αυτό είναι τελικά το ζητούμενο. Μπορεί πολλοί Ελληνες να ενθουσιάζονται με όσα ακούγονται κατά καιρούς για την απόκτηση οπλικών συστημάτων, όμως οι δημοσιονομικοί περιορισμοί υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν και τα περιθώρια είναι συγκεκριμένα.

Οι αριθμοί γράφουν ότι, πέραν όσων γίνουν φέτος, το 2021 θα υπάρχει ένα περιθώριο περίπου 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ (υπό την προϋπόθεση ότι η πανδημία και η ύφεση δεν θα οδηγήσουν σε περαιτέρω περικοπές) που θα ξοδευτούν για την Αμυνα. Το ποσό μάλλον θα είναι ελαφρώς μικρότερο το 2022 και θα κυμαίνεται περίπου στα 2 δισεκατομμύρια, ενώ από το 2023 θα περιοριστούν στα περίπου σημερινά επίπεδα, των 500.000.000 με 600.000.000 εκατομμυρίων.

Δεσμευμένα

Ο σχεδόν πενταπλασιασμός των διαθέσιμων χρημάτων (από 500.000.000-600.000.000 σήμερα σε 2,5 δισ. το 2021) είναι σαφές ότι αφήνει σημαντικά περιθώρια ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεων, σε καμία περίπτωση όμως δεν επιτρέπει να λειτουργήσουν δίχως σχέδιο. Ειδικά αφού μέρος αυτών των χρημάτων είναι «δεσμευμένα» σε προγράμματα που ήδη «τρέχουν».

Παραδείγματος χάριν, την άκρως απαραίτητη αναβάθμιση των F-16, που κοστίζει συνολικά 1,58 δισ. ευρώ με αποπληρωμή μέσω ετήσιων δόσεων, περίπου 200.000.000 ευρώ καθεμία, ενώ στα ίδια επίπεδα (άλλα 200.000.000 ευρώ) θα είναι η ετήσια δόση για την αγορά των γαλλικών αεροσκαφών Rafale.

Σε αυτά μπορεί κανείς να προσθέσει περίπου 100.000.000 ευρώ για προγράμματα που ήδη «τρέχουν» αλλά και τον προαναγγελθέντα εξοπλισμό των φρεγατών τύπου ΜΕΚΟ, που αναλόγως με τις απαιτήσεις μας θα κυμανθεί γύρω στα 200.000.000 ευρώ, δηλαδή (λόγω οικονομικής κρίσης και «γήρανσης» των πλοίων), σχεδόν το μισό από τα 400.000.000 ευρώ που ήταν ο αρχικός σχεδιασμός.

Φεύγουν τα F-35;

Βέβαια, υπάρχει και το δεδομένο ενδιαφέρον για τα αμερικανικά αεροσκάφη F-35, ένα σενάριο που τις τελευταίες ημέρες δείχνει να αντιμετωπίζει εμπόδια.

Και φυσικά δεν είναι μόνον αυτά, αφού υπάρχουν και τα λειτουργικά έξοδα των Ενόπλων Δυνάμεων, τα οποία είναι ιδιαιτέρως «ανεβασμένα» από τον περασμένο Ιούλιο, αφού τα χρήματα που ξοδεύονται κάθε μέρα για να έχουμε τον στόλο συνεχώς έξω είναι πολλά.

Το ζήτημα λοιπόν είναι τι κινήσεις θα μπορέσουν να γίνουν τα επόμενα δύο χρόνια.

Προβληματική η επανεκκίνηση της αμυντικής βιομηχανίας 

Φυσικά, το να εξοπλίζεται μία χώρα συνεχώς απέξω δίχως να μπορεί να παίρνει κομμάτι της παραγωγής αλλά και να μεταφέρει τεχνογνωσία είναι προβληματικό. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξαρχής έθεσε και το ζήτημα της επανεκκίνησης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Είναι σαφές ότι σε μια περίοδο κατά την οποία θα «τρέξουν» αυτού του είδους τα εξοπλιστικά προγράμματα υπάρχει μια σημαντική ευκαιρία για να το πετύχει η χώρα αυτό. Απαιτεί όμως ιδιαίτερα προσεγμένα και σοβαρά βήματα για την αποφυγή λαθών του παρελθόντος.

Η μεταφορά τόσο του ζητήματος των ναυπηγείων όσο και της ΕΑΒ στο υπουργείο Ανάπτυξης δείχνει, αν μη τι άλλο, ότι υπάρχει μια διαφορετική προσέγγιση στο θέμα. Το μόνιμο παράπονο των παροικούντων την Ιερουσαλήμ ήταν ότι το υπουργείο Οικονομικών ασχολούνταν συνεχώς με το να περιορίζει το μπάτζετ. Και με περιορισμένο μπάτζετ δεν γίνεται ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας.

Φυσικά, δεν είναι όλα τα σημάδια θετικά. Στο ζήτημα της ΕΑΒ, όπου η ελληνική πλευρά είχε προσεγγίσει τους Αμερικανούς τον Οκτώβριο του 2019 ζητώντας επενδύσεις (με αφορμή τον εκσυγχρονισμό των F-16), συνάντησε μάλλον παγωμένη αντίδραση και ως εκ τούτου αναζητούνται επενδυτές από πιο… θερμό κλίμα. Κάποιοι μάλιστα δείχνουν και προς τις πετρελαιοπαραγωγικές χώρες του Κόλπου, με τις οποίες υπάρχει ανάπτυξη δεσμών, χωρίς όμως να υπάρχει κάτι σαφές ακόμη.

Επίσης, δεν έχει κλείσει ούτε και το θέμα της ΕΛΒΟ ολοκληρωτικά. Μπορεί να έχει κλειδώσει η συμμετοχή των Ισραηλινών, όμως απ’ ό,τι φαίνεται τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο ενδεχομένως και οι ίδιοι οι Ισραηλινοί θα ήθελαν και μια άλλη ευρωπαϊκή εταιρία να συμμετέχει στο σχήμα, καθώς κάτι τέτοιο θα άνοιγε δρόμους και αγορές.

Η «προίκα» που δίνεται στην ΕΛΒΟ με κλειδωμένα προγράμματα τα επόμενα χρόνια είναι το «τυρί» που θέλει να προσελκύσει περαιτέρω επενδυτές.

Αργοκίνητο καράβι θυμίζουν και οι εξελίξεις στα ναυπηγεία, καθώς οι ελληνικές οχλήσεις στην αμερικανική πλευρά για άμεση χρηματοδότηση, μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου, δεν εισακούστηκαν. Βέβαια, τίποτε από όλα αυτά δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αν ήταν, άλλωστε, θα το είχαν κάνει όλοι.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ