19/06/2021

“Περιπέτεια η προσφυγή στη Χάγη”, άρθρο του Γ. Δελαστίκ 15 χρόνια πριν…

Αβάσιμη είναι η άποψη πως τα προβλήματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι αποκλειστικά νομικής φύσης. Σχεδόν όλα προκύπτουν από μονομερείς πολιτικές διεκδικήσεις της Άγκυρας, η οποία εναλλάσσει το Διεθνές Δίκαιο με στρατιωτικοπολιτικούς εκβιασμούς κατά το συμφέρον της. Τα προβλήματα είναι επομένως πρωτίστως πολιτικά, έχοντας φυσικά και νομικές διαστάσεις, άρα δεν λύνονται μόνο με δικαστικές αποφάσεις.

Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται να λάβει σοβαρότατες πολιτικές αποφάσεις και να προβεί σε κρίσιμες πολιτικές ενέργειες, αν όντως αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για το σύνολο των ελληνοτουρκικών προβλημάτων και διαφορών, όπως πρότεινε ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. K. Στεφανόπουλος με το βαρυσήμαντο άρθρο του στην «Καθημερινή» την περασμένη Κυριακή. Προτείνεται π.χ. η παραπομπή στη Χάγη του θέματος των ελληνικών χωρικών υδάτων και της έκτασής τους.

Πώς θα πάει η Αθήνα στη Χάγη; Με αιγιαλίτιδα ζώνη πλάτους 6 ναυτικών μιλίων, όπως έχουμε σήμερα ή με αιγιαλίτιδα ζώνη 12 μιλίων όπως μας δίνει το δικαίωμα το Διεθνές Δίκαιο;

Η διαφορά είναι τεράστια. Τα αποτελέσματα διαμετρικά αντίθετα. H σύμβαση του OHE για το Δίκαιο της Θάλασσας (1994) ορίζει σαφώς ότι κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να καθορίσει μόνο του το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης του, αρκεί να μην υπερβαίνει τα 12 μίλια (άρθρο 3). Στις περιπτώσεις δε που η απόσταση των ακτών δύο χωρών είναι μικρότερη των 24 μιλίων, όπως σε πολλές περιπτώσεις ελληνικών νησιών και τουρκικών παραλίων, ισχύει ο κανόνας της «μέσης γραμμής» (άρθρο 15). Αυτό σημαίνει ότι αν κάπου Ελλάδα και Τουρκία απέχουν π.χ. 4 μίλια, στο σημείο εκείνο η αιγιαλίτιδα ζώνη κάθε χώρας θα είναι μόνο 2 μίλια, ενώ σε άλλα σημεία κάθε χώρα θα έχει 12 μίλια.

12 μίλια και casus belli

Το πρώτο ερώτημα είναι γιατί η Ελλάδα να εκχωρήσει στην κρίση ενός διεθνούς δικαστηρίου το κυριαρχικό δικαίωμα που της αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο, να αποφασίσει μόνη της την επέκταση στα 12 μίλια;

Ας το αντιπαρέλθουμε όμως αυτό για να συνεχίσουμε την ανάλυσή μας. H Ελλάδα έχει καθορίσει από το 1931 εθνικό εναέριο χώρο 10 μιλίων και από το 1936 αιγιαλίτιδα ζώνη 6 μιλίων.

Η κατάσταση αυτή υπάρχει εδώ και 70 χρόνια. Βρίσκεται, όμως, σε αντίθεση με τις σύγχρονες αντιλήψεις. Το Δίκαιο της Θάλασσας ορίζει σαφώς ότι όσα μίλια έχει μια χώρα στη θάλασσα ως αιγιαλίτιδα ζώνη ακριβώς τόσα έχει και στον αέρα ως εθνικό εναέριο χώρο (άρθρο 2, παράγραφος 2).

Από το 1974, η Τουρκία άρχισε να μην αναγνωρίζει ως ελληνικό εναέριο χώρο το διάστημα ανάμεσα στα 6 και 10 μίλια. Τα πολεμικά της αεροπλάνα το παραβιάζουν καθημερινά επί δεκαετίες. Τα ελληνικά πολεμικά αεροσκάφη τα αναχαιτίζουν και συχνά προκαλούνται άκρως επικίνδυνες εικονικές αερομαχίες.

Υπό τους όρους αυτούς, αν η Ελλάδα προσφύγει στη Χάγη με 6 μίλια χωρικά ύδατα και 10 μίλια εναέριο χώρο, είναι εξ ορισμού χαμένη. H απόφαση του δικαστηρίου είναι σχεδόν δεδομένη εκ των προτέρων: η συρρίκνωση του ελληνικού εναέριου χώρου από τα 10 μίλια στα 6 μίλια.

Θεωρητικά, το πρόβλημα έχει απλούστατη νομική λύση. Αρκεί η Ελλάδα να κάνει χρήση του δικαιώματος επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια -οπότε αυτομάτως επεκτείνεται στα 12 μίλια και ο εθνικός εναέριος χώρος της- και να προσφύγει στη Χάγη μετά από αυτό, νομικά πανίσχυρη.

Ακριβώς στο σημείο αυτό, όμως, η Αγκυρα εγκαταλείπει το Διεθνές Δίκαιο και καταφεύγει στον στρατιωτικοπολιτικό εκβιασμό. H τουρκική εθνοσυνέλευση έχει αποφασίσει ότι θα κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας, αν αυτή τολμήσει να ασκήσει το δικαίωμα που της δίνει το Διεθνές Δίκαιο για επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 μίλια (casus belli)!

Θα έχει η ελληνική κυβέρνηση το σθένος να προχωρήσει στα 12 μίλια παρά την απειλή πολέμου – και είναι σκόπιμο να κάνει αυτή τη στιγμή τέτοια κίνηση; Αν ναι, τότε βεβαίως να το κάνει και να πάει στη Χάγη. Αν δεν μπορεί ή κρίνει ότι δεν πρέπει να κάνει τώρα την επέκταση στα 12 μίλια, τότε αποτελεί «νομική αυτοκτονία» η προσφυγή με 10 μίλια στον αέρα και 6 στη θάλασσα.

Αποστρατιωτικοποίηση

Τραγικά αποτελέσματα θα είχε και η άνευ όρων παραπομπή στη Χάγη του θέματος της αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου. H Ελλάδα άρχισε τη στρατιωτικοποίηση των νησιών αυτών από τη δεκαετία του ’60, όταν έφθασε στα πρόθυρα πολέμου με την Τουρκία λόγω των δραματικών γεγονότων στην Κύπρο. Τα μετέτρεψε δε σε οχυρά μετά την εισβολή της Αγκυρας στην Κύπρο, το 1974.

Σε ό,τι αφορά όμως τη Μυτιλήνη, τη Χίο, τη Σάμο και την Ικαρία η Συνθήκη της Λωζάννης (24-7-1923) ορίζει με σαφήνεια την αποστρατιωτικοποίησή τους: «Αι ειρημέναι νήσοι δεν θα χρησιμοποιηθώσιν εις εγκατάστασιν ναυτικής βάσεως ή εις ανέγερσιν οχυρωματικού τινος έργου… Αι ελληνικαί στρατιωτικαί δυνάμεις εν ταις ειρημέναις νήσοις θα περιορισθώσιν εις τον συνήθη αριθμόν των διά την στρατιωτικήν υπηρεσίαν καλουμένων…» (άρθρο 13).

Ακόμη αυστηρότερη είναι η Συνθήκη των Παρισίων (10-2-1947) για τα Δωδεκάνησα: «Αι ανωτέρω νήσοι θα αποστρατιωτικοποιηθώσι και θα παραμείνωσιν αποστρατιωτικοποιημέναι» (άρθρο 14, παράγραφος 2).

Είναι προφανές ότι η στρατιωτικοποίηση των νησιών αυτών αντίκειται κραυγαλέα στις διατάξεις των συνθηκών. Το Δικαστήριο της Χάγης θα αποφάσιζε την αποστρατιωτικοποίησή τους. Μετά, όμως, την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την επί 30 χρόνια παράνομη στρατιωτική κατοχή του 40% του κυπριακού εδάφους, οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση αποφάσιζε να αποσύρει τον στρατό και να αφήσει τα νησιά του Αιγαίου στο έλεος της Αγκυρας, θα εθεωρείτο ένοχη «εσχάτης προδοσίας» και θα ανατρεπόταν αμέσως.

Θεωρητικά, μόνο η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής από την Κύπρο και η ρητή εγγύηση των ελληνικών συνόρων από τους ηγέτες της E.E. και του NATO έναντι της Τουρκίας θα επέτρεπε σε μια ελληνική κυβέρνηση να αρχίσει συζητήσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών – και τότε πάλι μέσα σε κλίμα εντονότατης δυσπιστίας και αντίθεσης της κοινής γνώμης.

«Γκρίζες ζώνες»

Απορρίπτοντας την παραπομπή των «γκρίζων ζωνών» στη Χάγη, ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας ισχυρίστηκε ότι «οι γκρίζες ζώνες ανήκουν στη φαντασία της Τουρκίας μόνον».

Γνωρίζει ότι αυτό, δυστυχώς, δεν είναι αληθές. Προ δεκαετίας, τον Απρίλιο του 1996, δύο μήνες μετά την εθνική ταπείνωση των Ιμίων, ο τέως πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, είχε αποστείλει επιστολή στην επιτροπή «Δικαιοσύνη για την Κύπρο». Εκεί, όχι μόνο τόνιζε πως «οι ΗΠΑ δεν έχουν πάρει θέση στο πρόβλημα της βραχονησίδας Ιμια – Καρντάκ», αλλά και αμφισβητούσε ευθέως το Ιταλοτουρκικό Πρωτόκολλο του 1932, βάσει του οποίου δόθηκαν στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα το 1947.

«H ερμηνεία αλλά ακόμη και η εγκυρότητα(!) ορισμένων από τα εν λόγω έγγραφα αμφισβητούνται από τα μέρη», έγραφε ο Μπιλ Κλίντον, προσθέτοντας, μάλιστα, ότι το Διεθνές Δικαστήριο ή άλλο διεθνές συναινετικό σώμα είναι αρμόδιο «να ορίσει τη βάση(!) για την έκδοση της απόφασής του».

Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο της Χάγης θα μπορούσε, κατά τη γνώμη της Ουάσιγκτον, να αγνοήσει το Ιταλοτουρκικό Πρωτόκολλο του 1932 ως βάση της απόφασής του, οπότε θα άνοιγε ο ασκός του Αιόλου για τουρκικές διεκδικήσεις επί εκατοντάδων ελληνικών βραχονησίδων στα Δωδεκάνησα!

Λέγοντας, δηλαδή, τα πράγματα με το όνομά τους, θα έμπαινε θέμα επαναχάραξης των ελληνοτουρκικών συνόρων στο Αιγαίο, έστω και περιθωριακά, αν το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης συμμεριζόταν τις απόψεις της Ουάσιγκτον! Αυτή είναι η πικρή αιτία που οδήγησε τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας να αποκλείσει την παραπομπή των «γκρίζων ζωνών» στη Χάγη…

Συνολικά, είναι τόσες οι θανάσιμες παγίδες της νομικής περιπέτειας της Χάγης και τόσο δύσκολες οι προαπαιτούμενες πολιτικές αποφάσεις, που προκαλείται απορία για τα πραγματικά αίτια αυτής της συζήτησης που φούντωσε ξαφνικά, αλλά προφανώς όχι τυχαία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ