Γιώργος Βενετσανος: Παιδικές αναμνήσεις, σημερινές εξηγήσεις

Γράψει ο Γιώργος Βενετσανος

Κάθε αρχή και δύσκολη λένε, έτσι και η νέα χρονιά μπήκε με προβλήματα, ας τα ελαφρύνουμε λίγο με μια πασίγνωστη, αλλά άγνωστη σε πολλούς ιστορία από το παρελθόν. Όταν είμαστε μικροί, ξαμολιόμασταν στις γειτονίες και λέγαμε τα κάλαντα, (στις μέρες μας δυστυχώς και αυτό τείνει να εξαφανισθεί) καλωσορίζοντας την γέννηση του θεανθρώπου και την πρωτοχρονιά. Μέσα στην τρελή μας χαρά για το χαρτζιλίκι και τα γλυκά που μας κερνούσαν οι νοικοκυρές, λίγο μας ένοιαζε τι ακριβώς σημαίνουν οι στίχοι, έτσι τα βρήκαμε έτσι τα συνεχίζαμε και έτσι συμβαίνει ακόμη. Ειδικά όμως τα κάλαντα της πρωτοχρονιάς, τα οποία τα βρίσκουμε με έντονη παρουσία στο νότιο και ανατολικό Αιγαίο και όχι μόνο, μιας και τραγουδιούνται σήμερα σε ολόκληρη την Ελλάδα, έχουν μία τέτοια πλοκή στίχων, που κάνουν το περιεχόμενό τους να παρουσιάζεται σχεδόν ασυνάρτητο ή καλύτερα ασύνδετο. Αυτή τους ιδιαιτερότητα οφείλεται σε μια όμορφη, έξυπνη, ρομαντική ιστορία.

Ας γυρίσουμε μερικούς αιώνες πίσω, στην βυζαντινή αυτοκρατορία, που ναι μεν ήταν λαμπρή, εξαίσια, περιφανή, αλλά δεν έπαυε να έχει τις κατώτερες τάξεις των πτωχών πολιτών της στο περιθώριο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που άπτεται της ιστορίας μας, είναι ότι όσοι δεν ανήκαν στις ανώτερες τάξεις, δεν είχαν δικαίωμα να απευθύνονται στο αρχοντολόι, εκτός και αν ήταν μέρες εορτής.

Όπως όμως ο έρως χρόνια δεν κοιτά, έτσι δεν κοιτά και κοινωνικές τάξεις. Υπάρχει λοιπόν σχετικά με τα ασύνδετα κάλαντα του νέου έτους, μια διαδεδομένη μεν αλλά και ατεκμηρίωτη ερμηνεία, που μας λέει ότι κάποιος νεαρός της εποχής, που ήταν από τις κατώτερες τάξεις, θέλησε να εξομολογηθεί τον έρωτά του σε κάποια αρχοντοπούλα, έλα μου όμως που αυτό απαγορεύονταν, πολυμήχανος όμως επέλεξε να καλύψει τον έρωτα του μέσα στα κάλαντα, βάζοντας εμβόλιμα και δικούς τους στίχους. Έτσι λοιπόν ο ερωτευμένος φίλος μας και τα κάλαντα θα έλεγε, ακολουθώντας τους κοινωνικούς κανόνες και την ίδια στιγμή θα παίνευε και την καλή του. Βέβαια τότε δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι μετά από κάποιους αιώνες θα ακούγονται ακόμη.

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος ή θόλος
Αρχή που βγήκε ο Χριστός άγιος και πνευματικός, στη γη, στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει.
Άγιος Βασίλης έρχεται, και δεν μας καταδέχεται καταδέχεται από την Καισαρεία, συ ’σαι αρχόντισσα κυρία
Βαστά εικόνα και χαρτί, ζαχαροκάντιο ζυμωτή χαρτί και καλαμάρι δες και με το παλικάρι.

Για να ξεκόψουμε τους στίχους του από το σύνολο του κειμένου, για να δούμε τι ήθελε να πει ο νεαρός της εποχής, που του είχε τραβήξει την προσοχή η αρχοντοπούλα:

«Είσαι γλυκιά σαν ζάχαρη, λυγερόκορμή και μυρωδάτη ατενίζεις τον ουρανό (όπως η δεντρολιβανιά), θυμίζεις εκκλησιά με τον θόλο της (αυτό πιθανός να οφείλεται στα ψηλά κάπελα της εποχής που φορούσαν οι κοπέλες από αρχοντικό σοι), μην είσαι ακατάδεκτη, επιτέλους έβγα έξω και ρίξε μου έστω μια ματιά.»

Κάπως έτσι αποκτά νόημα το περιεχόμενό τους και γίνονται κατανοητά τα γνωστά και ταυτόχρονα άγνωστα κάλαντα του καλωσορίσματος του νέου έτους. Οι στίχοι που παρεμβάλλονται εμβόλιμα σε αυτούς των καλάντων, λέγονται τσακίσματα και άλλοτε απευθύνονται όντως σε κάποια κοπέλα, και άλλοτε αν δεν συμπληρώνουν, συνδέονται νοηματικά με το κυρίως κείμενο. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το 1888 σε ένα άρθρο του που είχε τον τίτλο «Αγιοβασιλιάτικα» αναφέρεται στα συγκεκριμένα κάλαντα με τα τσακίσματα ως κάλαντα της Αθήνας.

Εδώ όμως τελειώνει αυτή η όμορφη ιστορία μας, που θα μας θυμίζει το Βυζάντιο και τα καμώματα των πολιτών του, που ένωσαν θρησκευτικό και κοσμικό κείμενο σε ένα, το οποίο έφτασε μέχρι τις μέρες μας και θα συνεχίζεται όσο υπάρχει η ορθοδοξία και ο ελληνισμός. Και ας καλωσορίσουμε την νέα χρονιά, με την ελπίδα, ευχή, αισιοδοξία και πίστη, να είναι καλύτερη από την προηγουμένη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ