Τα Χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Τὸ Κρυφὸ Μανδράκι

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Χριστούγεννα ποὺ ἔμελλαν νὰ κάμουν τὴν χρονιὰν ἐκείνην οἱ χριστιανοί, οἱ ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ! Ἂν ἐπερίμεναν ἀπὸ τὸν μπαρμπα-Στάθην τὸν Γροῦτσον μὲ τὴν βάρκαν του, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην* καὶ πισσωμένην, νὰ τοὺς φέρῃ ἀρνιὰ νὰ φᾶνε!

Οἱ καιροὶ ἦσαν τόσον ἀκατάστατοι, μὲ ὅλα τὰ χιόνια ποὺ εἶχε ρίξει γύρω στὰ βουνὰ ― ἕως τὴν παραθαλασσίαν, στὴν ἄμμο τοῦ γιαλοῦ εἶχαν καταβῆ τὰ χιόνια. Καὶ μέσα στὸ χωρίον εἶχε πιάσει τὸ χιόνι. Καὶ ὅλαι αἱ στέγαι τῶν οἰκιῶν, ἀπὸ πλάκες ἢ ἀπὸ κεραμίδια, εἶχον καλυφθῆ ἀπὸ παχὺ λευκὸν στρῶμα.

Καὶ εἰς ὅλους τοὺς δρόμους καὶ τὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ εἶχε σωρευθῆ γόνα τὸ χιόνι πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Μιχαλιοῦ τῆς Μερεγκλίνας καὶ ὅλων τῶν ξυπολύτων παιδιῶν τῆς γειτονιᾶς, ὁποὺ δὲν ἄφησαν γριὰν ἢ νέαν, ἢ κορίτσι ἢ παιδὶ ποὺ νὰ φορῇ παπούτσια νὰ περάσῃ, χωρὶς νὰ τῆς σπάσουν τὴν στάμναν, ἢ νὰ τὴν στραβώσουν στὸ ἕνα μάτι, ἢ τὴν κουφάνουν ἀπὸ τὸ ἕνα αὐτὶ μὲ τοὺς τεραστίους καὶ πολὺ σφιχτοὺς βώλους χιόνος, ὁποὺ ἐξεσφενδόνιζον ἐναντίον των.

Ἐκολλοῦσαν μεγάλες μπάλες ἀπὸ χιόνι, τὰς ἐξώγκωναν ἐπ᾿ ἄπειρον, καὶ τὰς ἐσώρευον μπροστὰ στὴν αὐλὴν τῆς Μερεγκλίνας· ὁ Μιχαλιός, ὅστις εἶχε παιδιόθεν μέγα δαιμόνιον πλαστικῆς, ἐσχεδίαζεν ἕνα πελώριον κολοσσὸν εἰς σχῆμα ἀνθρώπου ― Τούρκου ἢ λευκοῦ Ἀράπη, μὲ τὸ σαρίκι καὶ μὲ τὴν τσιμπούκα του.

Ἀκολούθως ἐπῆρεν ἀπὸ τὸ κατώγι τὴν «στάφνη», ναυπηγικὴν μπογιὰν ἀπὸ κοκκινόχωμα τοῦ πατρός του τοῦ μαστρο-Γιώργου τοῦ Μερεγκλῆ, κ᾿ ἐζωγράφιζε κόκκινον τὸν λευκὸν Ἀράπην ― κόκκινα μάτια, κόκκινα φρύδια, κόκκινα γένεια καὶ μαλλιά, κόκκινην καπόταν καὶ βράκαν, ὅλα κατακόκκινα. Ἦτο φοβερὸν τὴν θέαν τὸ τέρας ἐκεῖνο τῆς ἐκ χιόνος ἀνδριαντοποιΐας.

Μὲ αὐτὸν τὸν καιρὸν ἐβγῆκε τὴν νύκτα, βαθιὰ πρὸ τῆς χαραυγῆς, ἀπὸ τὸ σπιτάκι του, σιμὰ στὸν αἰγιαλόν, ὁ μπαρμπα-Στάθης ὁ Γροῦτσος, φορῶν τοὺς ναυτικοὺς μαμτζάδες*, ἤτοι τὰ ὑψηλὰ ἄνω τοῦ γόνατος ὑποδήματά του, κατέβη μὲ βαρὺ βῆμα, τρῖζον ἐπὶ τῆς χιόνος εἰς τὴν ἀποβάθραν, ἔσυρε τὴν μπαρούμα τῆς βάρκας του, ἐπήδησε μέσα, κ᾿ ἐξύπνησε τὸν δεκαπεντούτην υἱόν του, τὸν Στεφανήν, ὅστις ἐκοιμᾶτο πολὺ ζεστὰ ὑποκάτω στὴν πλώρην τῆς βάρκας.

― Σήκω, παιδί μ᾿, παιδί μ᾿! Στεφανή, σήκω, Στεφανή!

Τὸν ἔσεισε βιαίως, κ᾿ ἐτράβηξε τὴν τσέργα* νὰ τὸν ξεσκεπάσῃ.

― Σῦκο! εἶπε μέσα στὸν ὕπνον του ὁ Στεφανής. Καὶ ποῦ βρέθηκε τὸ σῦκο;

―Ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶμε, Στεφανή, εἶπεν ὁ γερο-Γροῦτσος, θὰ βρῇς πολλὰ σῦκα νὰ φᾷς, Στεφανή! Ἀκόμα καὶ κοκκόσες* θὰ βρῇς, γιὰ νὰ κάμῃς σουτζούκια.

Ὁ γερο-Γροῦτσος ἐμιμεῖτο ἐδῶ τὴν διάλεκτον τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου τοῦ Πηλίου, πρὸς τὴν ἀκτὴν τοῦ ὁποίου ἐσκόπευε νὰ ταξιδεύσῃ· κοκκόσες ὠνόμαζαν ἐκεῖ τὰ καρύδια.

*
* *

Ὁ Στεφανὴς ἐσηκώθη, ἐκρύωσεν, ἐζεστάθη. Ἔπιασε τὸ κουπί. Ὁ γέρων εἶχε σηκώσει ἤδη τὸ σίδερο, τὴν ἄγκυραν τῆς βάρκας, κ᾿ ἔκαμε τὸ πανί, ἔπιασε τὴν σκόταν κ᾿ ἐκάθισεν εἰς τὴν πρύμνην νὰ κυβερνήσῃ. Ὁ ἄνεμος, ἄστατος, ἐφαίνετο νὰ εἶναι μᾶλλον γραῖος, ἢ νὰ κλίνῃ πρὸς τὸν λεβάντην, αὐτὸ τὸ πρωί. Ἄμποτε νὰ τὸν ἐπήγαινε σορόκον. Τὸν γερο-Γροῦτσον δὲν τὸν ἔμελεν ἂν θὰ ἔρριχνε βροχὴν ἢ νερόχιονον ― διὰ νὰ ψηλώσῃ πάλιν τραμουντάνα, νὰ πέσῃ ἄλλο χιόνι αὔριον τὸ πρωί. Ἤρκει νὰ μποροῦσε ν᾿ ἀρμενίσῃ πρύμα.

Ἔκαμψαν τὸ Καλαμάκι, παρέπλευσαν τὶς Κουκουναριές, ἔφθασαν εἰς τὴν Ἁγίαν Ἑλένην, τὴν δυτικωτέραν ἀκτήν. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ μιλίων διάστημα. Εἶχαν νὰ πλεύσουν ἀκόμη ἄλλο τόσον, διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὸν ἀντικρινὸν μικρὸν ὅρμον, τὸν Πλατανιᾶν, παρὰ τὴν ἄκραν τῆς Σηπιάδος. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ τὸν ηὗραν μαΐστρον κατάμπροστα.

Ὁ γερο-Στάθης, εἶχε περιπλεύσει μὲ αὐτὴν τὴν βάρκαν, τὴν πολλάκις καλαφατισμένην καὶ πισσωμένην, καὶ μὲ ἄλλας πρὸ αὐτῆς, ἑκατοντάκις αὐτὴν τὴν νῆσόν του, εἶχεν ἐπισκεφθῆ τρισεκατοντάκις ὅλας τὰς γειτονικὰς ἀκτὰς καὶ τοὺς ὅρμους. Καὶ δὲν ἵδρωνεν εὔκολα τὸ μάτι του. Ἐμαϊνάρισε τὸ πανί, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ πλεύσῃ μὲ τέσσαρα κουπιά, δύο χειριζόμενος αὐτός, καὶ δύο ὁ υἱός του, ἐναντίον τοῦ ἀνέμου. Ἀλλ᾿ ὁ μαΐστρος ἐφαίνετο ὅτι τὸν ἐσυνερίζετο κ᾿ ἐθύμωνε περισσότερον. Ὅσον ἐδοκίμαζε νὰ προχωρήσῃ αὐτός, τόσον τὸν ἐξέπεφτεν* ὁ ἄνεμος, φουρτούνα, κιαμέτ*.

Ἐδοκίμασε νὰ λοξοδρομήσῃ ὀλίγον πρὸς λίβα, διὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ὑπερφαλαγγίσῃ τὸν ἄνεμον, μὲ ἡμιαναπεπταμένον τὸ πανί. Ἀλλ᾿ ὁ ἄνεμος τώρα ἐγίνετο σχεδὸν πονέντης, ἐτρέπετο πρὸς δυσμάς, κ᾿ ἐτίναζε τὰ κύματα εἰς τὴν πλώρην καὶ εἰς τὴν πλευρὰν τῆς βάρκας, κ᾿ ἐμαγκάνιζεν* ὅλην τὴν σκάφην, κ᾿ ἔπνιγε τὸν μπαρμπα-Στάθην καὶ τὸν υἱόν του, φουρτούνα, ξίδι!

Ἐμαϊνάρισε πάλιν, κ᾿ ἐδοκίμασε μὲ τὰ κουπιά, νὰ «τοῦ πάρῃ τὸ χνῶτο» τοῦ ἀνέμου, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου μέρους, πρὸς ἀνατολάς. Ἀλλ᾿ ἡ σκάφη ἐκλυδωνίζετο μέχρις ἀγωνίας κ᾿ ἐκινδύνευε νὰ συντριβῇ καθ᾿ ἑαυτὴν πρὶν προφθάσῃ νὰ βουλιάξῃ. Θάλασσα, κιαμέτ!

*
* *

Ὁ γερο-Γροῦτσος ἀνέκρουσε πρύμνην. Ἦτο παραμονὴ Χριστουγέννων, καὶ εἶχε λογαριάσει νὰ ἐπιστρέψῃ, πρὶν ξημερώσῃ ἡ ἑορτή, εἰς τὴν νῆσόν του, διὰ νὰ φέρῃ εἰς τὸν Γιάννην τὸν Μπόζαν, τὸν χασάπην, τὰ ὀλίγα ἀρνιά, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθῆ ἐκεῖνος εἰς ἕνα κολλήγαν του, εἰς τὰ πέρα χωρία, ὅπως χρησιμεύσουν διὰ τὴν ἑορτήν. Καὶ τώρα ἐβασίλευεν ὁ ἥλιος τῆς παραμονῆς, ἥλιος λοξὰ βαδίζων βραχὺν δρόμον εἰς μίαν ἄκρην τ᾿ οὐρανοῦ, καὶ αὐτὸς ἄπρακτος καὶ ντροπαλὸς ἐπόδιζεν εἰς μίαν ἔρημον ἀκτὴν τῆς νήσου του. Ὤ, ἐκεῖ ἦτο πεπρωμένον νὰ κάμῃ Χριστούγεννα, τὴν χρονιὰν ἐκείνην!

*
* *

Ἐνύχτωσε, κι ὁ γερο-Ντανάκιας μαζὶ μὲ τὴν κόρην του τὴν Βασώ, κορασίδα ἕνδεκα χρόνων, εἶχε κλεισθῆ εἰς τὴν καλύβην του πλησίον εἰς τὴν ἔρημον ἀκτὴν τῆς Τουρκόβιγλας, βορειότερον ὀλίγον ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Ἑλένην. Ἡ κόρη εἶχεν ἀνάψει τὸν λύχνον, κ᾿ ἐπῆρε νὰ πλέξῃ τὴν κάλτσα της. Ὁ πατήρ της τῆς εἶπε:

― Δὲ δουλεύουν ἀπόψε· ξημερώνει Χριστούγεννα.

Ἡ μικρὴ ἀφῆκε τὴν κάλτσα της καὶ εἶπε:

― Κ᾿ εἶν᾿ ἀλήθεια, πατέρα, πὼς ἔρχονται τώρα οἱ καλλικαντζάροι;

―Ἀκοῦς ἐκεῖ! ὄρεξη νά ᾽χῃς· μιλιούνια.

― Εἶναι τόσοι πολλοί; εἶπε μὲ φρίκην ἡ κόρη. Καὶ τί κάνουν;

― Φωλιάζουν στὶς καπνοδόχους… φτύνουν ἀπάνω στὶς σοῦβλες μὲ τὸ γουρουνίσιο κρέας… Δέρνουν τὰ μικρὰ κορίτσια, ὅσα δὲν κάνουν φρόνιμα.

―Ἀλήθεια;

―Ἔρχονται καὶ χτυποῦν τὶς πόρτες, τὴν νύχτα…

Μόλις εἶπε τὴν λέξιν αὐτὴν ὁ Ντανάκιας, κ᾿ ἡ πόρτα τῆς καλύβης ἐκρούσθη βιαίως· ντούκ! ντούκ!

Τῆς μικρῆς Βασῶς τὸ αἷμα ἐπάγωσεν. Ὁ πατήρ της ὁ ἴδιος τὰ ἐχρειάσθη.

―Ἀνοῖξτε! εἶπεν ἀνδρικὴ χονδρὴ φωνή. Εἴμαστε καλοὶ ἄνθρωποι.

Ὁ Ντανάκιας ἐδίστασεν. Εἶτα ἔλαβε θάρρος, ἀφοῦ ἐπίστευεν ὅτι δὲν ἦσαν καλλικάντζαροι.

― Ποιοὶ εἶστε;

― Εἶμ᾿ ἐγώ, ὁ μπαρμπα-Στάθης ὁ Γροῦτσος, ὁ καϊκτσής, κι ὁ Στεφανὴς ὁ γυιός μου.

Ὁ Ντανάκιας ἤνοιξε τὴν θύραν, εἰσῆλθεν ὁ γερο-Γροῦτσος καὶ ὁ υἱός του.

― Καλῶς σᾶς ηὕραμε!

― Καὶ ποῦ βρεθήκατε δῶ, στὸ Μανδράκι; ἠρώτησεν ὁ χωρικός.

Μανδράκι ἐκαλεῖτο γραφικῶς ὁ μικρὸς θαλάσσιος ὁρμίσκος, μία ἀγκάλη ὡραία τῆς ἀκτῆς, μὲ χαμηλὴν ὄχθην γύρω-γύρω, ὁμοιάζουσα πράγματι μὲ μάνδραν αἰγοβοσκοῦ μὲ τὸν γυρτὸν φράκτην της. Ἡ καλύβα τοῦ Ντανάκια ἀπεῖχε δέκα βήματα ἀπὸ τὸ Μανδράκι.

― Ποῦ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο; ἐπανέλαβεν ὁ ἐρημίτης.

Ὁ Ντανάκιας ἐκατοίκει ἐκεῖ ἐντὸς μεγάλου κτήματος τὸ ὁποῖον ἐξάνοιγε* κ᾿ ἐκαλλιέργει ὁ ἴδιος, ὡς κολλήγας καὶ συνιδιοκτήτης μὲ ἕνα ἄνθρωπον τῆς πόλεως. Σπανίως ἔβλεπεν ἐκεῖ ἐπισκέπτας, καὶ μάλιστα τὴν νύκτα.

Ὁ μπαρμπα-Στάθης ὁ Γροῦτσος διηγήθη τὴν μικρὰν Ὀδύσσειάν του.

― Καὶ τώρα θὰ κάμουμε μαζὶ Χριστούγεννα ἐδῶ στὴν ἐρημιά;

― Κατὰ πῶς φαίνεται, ἐστέναξεν ὁ γερο-Ντανάκιας! Κ᾿ ἔτσι δὲν ἔχετε ἀρνιὰ κάτω στὸ χωριό;

― Ποῦ νὰ τὰ βροῦμε;

― Καὶ γιατί δὲ σφάζουν φραγκόκοττες, πατέρα; ἠρώτησεν ἡ μικρὴ Βασώ.

Ὅλοι ἐγέλασαν.

Ὁ Στεφανής, πρὶν εἰσέλθωσιν εἰς τὴν καλύβην, εἶχεν ἀκούσει γρυλλισμὸν ἐκεῖ πλησίον, καὶ εἶχε διακρίνει ἀμυδρῶς εἰς τὸ σκότος μίαν γουρούναν δεμένην εἰς ἕνα παλούκι, μὲ τὰ χοιρίδιά της.

― Πατέρα, εἶπεν ἀνήσυχος, κρυφὰ εἰς τὸ οὖς τοῦ μπαρμπα-Στάθη, ἔρχεσαι νὰ κλέψουμε τὴ γουρούνα μὲ τὰ γουρουνόπουλα, νὰ τὴν πᾶμε στὸ χωριό;… καὶ νὰ ποῦμε τοῦ Μπόζα, νά, αὐτὰ ηὕραμε, αὐτὰ σοῦ φέρνουμε!

― Σιώπα!

Ὣς τόσον, κατὰ τὸ «δίδου σοφῷ ἀφορμήν», ὁ μπαρμπα-Στάθης ἐσοφίσθη, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ντανάκιαν:

― Νὰ μὴ σοῦ βρίσκονται τίποτε ἀρνάκια, Γιάννη;

― Εἶχα δυὸ-τρία.

― Μοῦ τὰ δίνεις;… νὰ πάω ἀσπροπρόσωπος στὸ χωριό;… γιὰ νὰ σοῦ σηκώσω καὶ σένα τὸ βάρος, γλήγορα.

― Θὰ φύγουμε ἀπ᾿ τὴ ζεστασιά, πατέρα;… Φουρτούνα, κιαμέτ!

―Ὅπου εἶναι τώρα, θὰ μπονατσάρῃ.

― Καὶ θὰ τὰ πληρώσῃς, καπετὰν Στάθη; Ἔχεις λεπτά;

Ὁ Στάθης ἐξεκομβώθη, κ᾿ ἐξήγαγε μίαν σακκούλαν ἀπὸ τὸν κόλπον του, κρεμαμένην ἀπὸ τὸν τράχηλον. Ἔβγαλε πέντε ἢ ἓξ ἀργυρᾶ τάλληρα.

― Νά, πάρε, Γιάννη.

Ὁ Ντανάκιας ἔτρεξε, κ᾿ ἔφερε τ᾿ ἀρνιά, ὅσα εἶχε.

Ὁ Στάθης ὁ Γροῦτσος τὰ ἐμβαρκάρισε, καὶ ἀπέπλευσε μὲ τὸν υἱόν του. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει. Ἔβαλαν πλώρην διὰ τὸ μεσημβρινὸν χωρίον, ὅπου ἔφθασαν εἰς τὰς δύο μετὰ τὰ μεσάνυκτα ― τὴν ὥραν ὅπου ἡ χαρμόσυνος κλαγγὴ τῶν κωδώνων ἐκάλει τοὺς πιστοὺς εἰς τὴν νυκτερινὴν Ἀκολουθίαν τῶν Χριστουγέννων.

(1906)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/376-04-26-to-kryfo-mandraki-1906 ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Ο Βασιλιάς Κουκούνι της Τροίας: Ο Πρώτος Ιστορικός Ηγεμόνας της Πόλης

Ο Πρώτος Ιστορικός Βασιλιάς της Τροίας: Ο Κουκούνι Η Τροία υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της Εποχής του Χαλκού. Πολλοί γνωρίζουν τον μύθο του...

Ο Μάνος Χατζιδάκις και το Ανεξήγητο

Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ Κάποια στιγμή, σε έναν από τους -καθημερινούς σχεδόν- μυστικούς δείπνους που παρέθετε ο Χατζιδάκις στους διάφορους φίλους του, εις...

Πώς Πραγματικά Ήταν το Συμπόσιο στην Αρχαία Ελλάδα

Τι ήταν το συμπόσιο στην Αρχαία Ελλάδα; Το συμπόσιο στην αρχαία Ελλάδα ήταν μια ανδρική κοινωνική εκδήλωση όπου κυριαρχούσαν το κρασί, η κουβέντα και η...

Ευφυία και Μελαγχολία: Η Σύνδεση των Αρχαίων Ελλήνων

Από τον Αριστοτέλη στην Επιστήμη: Πώς η αρχαία σκέψη αποκάλυψε τη σχέση ευφυίας και ψυχικής διάθεσης Ευφυία και Μελαγχολία: Η Σύνδεση των Αρχαίων Ελλήνων αποτελεί...

Έφυγε από τη ζωή στα 68 του χρόνια ο δημοσιογράφος Γιώργος Παλαμιώτης

Σε ηλικία 68 ετών έφυγε από τη ζωή ο δημοσιογράφος Γιώργος Παλαμιώτης, αφήνοντας πίσω του μια μακρά και σημαντική πορεία στον χώρο της ενημέρωσης....

Το Ανάγλυφο της Επίσκυρος: Η Αρχαιότερη Απεικόνιση Ποδοσφαίρου

Το Ποδόσφαιρο στην Αρχαία Ελλάδα δεν είναι απλώς μια σύγχρονη εφεύρεση Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, ένα από τα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου, φυλάσσεται...

Μαρω Κοντού: Υπό στενή ιατρική παρακολούθηση στο νοσοκομείο Αττικόν

Στο νοσοκομείο «Αττικόν» νοσηλεύεται από χθες το βράδυ η σπουδαία ηθοποιός του ελληνικού κινηματογράφου, Μάρω Κοντού Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλη Γιαννακό, η...

Μάνος Χατζιδάκις: Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυία της χώρας μας

Ο Μάνος (Εμμανουήλ) Χατζιδάκις (Ξάνθη, 23 Οκτωβρίου 1925 – Αθήνα, 15 Ιουνίου 1994) ήταν κορυφαίος Έλληνας συνθέτης και ποιητής. Είναι Βραβευμένος με Βραβείο Όσκαρ. Θεωρείται...

Σάλος με όσα είπε ο Γιώργος Λιάγκας για όσους σχολιάζουν στα social media: Στο διαδίκτυο δεν είναι σοβαροί, είναι μα……

Λιάγκας κατά του διαδικτύου: «Δεν είναι σοβαροί, είναι μα…..» Σε έντονη παρέμβασή του στην εκπομπή «Το Πρωινό» της ANT1, ο Γιώργος Λιάγκας ξέσπασε και δεν...

Θοδωρής Κολυδάς: Ενημέρωση για τον καιρό σήμερα 16 Ιουνίου

Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ 16 6 2026 Η νέα ενημέρωση για τον καιρό παρουσιάζει με απλό και καθαρό τρόπο την εξέλιξη της ατμοσφαιρικής...

Γοργίας ο Λεοντίνος: Ο σοφιστής που προσέγγισε τον μηδενισμό στην αρχαία Ελλάδα

Γοργίας ο Λεοντίνος: Η νοοτροπία και ο μηδενισμός στην αρχαία Ελλάδα Ο Γοργίας ο Λεοντίνος ήταν κορυφαίος σοφιστής της αρχαίας Ελλάδας. Το έργο και η...

Από τον Αριστοτέλη στην Επιστήμη: Πώς η αρχαία σκέψη αποκάλυψε τη σχέση ευφυίας και ψυχικής διάθεσης

Οι Σπαρτιάτες και ο Πραγματικός Φόβος τους Οι Σπαρτιάτες έμειναν γνωστοί ως ατρόμητοι πολεμιστές. Όμως, η πραγματική δύναμη της πόλης τους δεν βασίστηκε μόνο στον...

Αρχαία Διατροφή: Η Θρέψη των Ολυμπιονικών

Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων αθλητών Αποτελεί ένα συναρπαστικό πεδίο μελέτης που αποκαλύπτει όχι μόνο τις διατροφικές τους συνήθειες, αλλά και την εξελισσόμενη κατανόηση...

Σάλος με τον Μάρκο Σεφερλή στην συνέντευξη του στον Γρηγόρη Μπάκα

Μάρκος Σεφερλής: «Όλος ο κόσμος θέλει να γελάει κι αυτός που θέλει πραγματικά να γελάσει, επιλέγει εμένα, είτε στο θέατρο, είτε στην τηλεόραση.»

Είμαστε πια πρωταθλητές: Το τραγούδι του καλοκαιριού του 1987 που πήραμε το Ευρωμπάσκετ – Το θυμάσαι;

Η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ του 1987 υπήρξε η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Ελληνικού μπασκετ και άλλαξε για πάντα την σχέση μας με το συγκεκριμένο...

Θοδωρής Κολυδάς: Η Αθήνα μπαίνει σε τροχιά σταδιακής ανόδου της θερμοκρασίας

Η Αθήνα μπαίνει σε τροχιά σταδιακής ανόδου της θερμοκρασίας Μετά από μια μικρή ανάπαυλα στα μέσα της περιόδου, ο υδράργυρος ανεβαίνει εκ νέου και προσεγγίζει...

Χαμός στο YFSF: Ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης «γίνεται» Μιχάλης Ρέππας και αφήνει τον Χαραλαμπίδη άφωνο

Χαμός στο νέο  επεισόδιο του Your Face Sounds Familiar (YFSF) στον ANT1, οπου ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης έδωσε μια από τις πιο εντυπωσιακές εμφανίσεις της...

Σπέτσες: Το Νησί της Μπουμπουλίνας και της Ναυτικής Παράδοσης

Οι Σπέτσες αποτελούν έναν από τους πιο ξεχωριστούς προορισμούς της Ελλάδας συνδυάζοντας τη μακραίωνη ιστορία, την αρχοντική αρχιτεκτονική και το φυσικό κάλλος. Βρίσκονται στην είσοδο...

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Ανδρέας Παπανδρέου μαζί στο ΣΕΦ στο έπος του Ευρωμπασκετ του 1987

Ο Χρήστος Σαρτζετάκης, ΠτΔ, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κωνσταντινος Μητσοτακης κάθονται στην πρώτη σειρά στο ΣΕΦ στον αγώνα που η εθνικη μας ομάδα...

Βώλακας Τήνου: Ένα Γεωλογικό Θαύμα

Ένα μικρό, ορεινό χωριό στην καρδιά της Τήνου Ο Βώλακας, ή Βώλαξ, είναι ένα μικρό, ορεινό χωριό στην καρδιά της Τήνου, ένα από τα πιο...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ