Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Τῆς Δασκάλας τὰ μάτια

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Μικρά διηγήματα

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

Μεγάλο θάμα ἔγινε, εἰς ὅλη τὴ γειτονιά ―καὶ εἰς ὅλο τὸ χωριὸ μάλιστα― ἕνα Σάββατον πρωί, καθὼς ἐπῆγεν ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, συνοδευομένη καὶ ἀπὸ τὴν μικρὰν ὑπασπιστίναν της, τὸ Οὐρανιώ, τὸ θυγάτριον τοῦ Παναγῆ τοῦ Κυραντώνη, διὰ ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν πόρταν τοῦ Σχολειοῦ· ἡ μικρὰ ὑπασπίστρια ἐπροπορεύετο κρατοῦσα ἕνα κομψὸν κουτί,

καὶ δύο τυλιγμένα ἐργόχειρα, ἔκαμνε χαριτωμένους μορφασμοὺς καὶ τσακίσματα, εἶχε τὴν ξανθὴν πλεξίδα της λοξὰ πρὸς τὸ ἕνα αὐτί, κ᾿ ἦτον ὅλη μειδίαμα καὶ χάρις, ὥστε ἡ μὲν μυτίτσα της ἐγίνετο πλακαρὴ* καὶ σχεδὸν ἐξηλείφετο ἀπὸ τοὺς δύο μορφασμοὺς καὶ τ᾿ αὐλακάκια τὰ σχηματιζόμενα ἑκατέρωθεν, ἀπὸ τὸ πτερύγιον τῆς ρινὸς ἕως τὰ κάτω βλέφαρα, καὶ τὰ ματάκια της μισοκλεισμένα ἐτόξευαν ὑγρὸν σπινθῆρα· ἡ δασκάλισσα, χλωμή, μὲ παιδικὸν πρόσωπον, λευκοφορεμένη, καθὼς καὶ ἡ μικρὰ συνοδός της, ἀναδεδεμένη τὸν στέφανον τῆς πλουσίας κόμης της, ἄμεμπτος εἰς τὰ τῆς μόδας· ἀλήθεια, τὰ κορίτσια τοῦ Σχολειοῦ, εἶχαν μάθει καλοὺς πολιτισμένους τρόπους ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς δασκάλες·

ἐμάθαιναν γράμματα καὶ χειροτεχνήματα, ἔκαμναν ὡς καὶ γυμναστικήν, ἓν-δύο-τρία, εἰς τὸ προπύλαιον τοῦ Σχολείου· ἡ κόρη τοῦ Ντάκου εἶχε μάθει πῶς νὰ χτενίζῃ τὰ ἀχυρόχροα μαλλιά της, ξέπλεκα, ἁπλωμένα ἐπὶ τῶν νώτων, μέχρι τῆς μέσης, λευκοφοροῦσα ὡσὰν ἀνεράιδα τοῦ βουνοῦ· αἱ παιδίσκαι τοῦ Στόιου καὶ τοῦ Λεγαντῆ εἶχον μάθει μπλὲ μαρέν, καὶ καρρέ, ἀκόμη καὶ τρανσπαράν· καὶ τὸ θυγάτριον τοῦ Σταμάτη τοῦ Μπλατσίνη εἶχε μάθει εἰς ἕνα μονότονον, ἀχρωμάτιστον ἦχον διάφορα ἀνόητα τραγουδάκια·

ὅσον ἀφορᾷ τὴν ξανθὴν πλεξίδα λοξὴν πρὸς τὸ αὐτί, ὅλαι σχεδὸν αἱ μαθήτριαι τὴν εἶχον ἀναπετάσει ἐσχάτως· ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἀπ᾿ ἐκεῖνο τὸ αὐτὶ ἐβγῆκε τὸ μυαλὸ τῆς δασκάλας καὶ τῶν κοριτσιῶν, ἄλλοι ἔλεγον ὅτι ἐξητμίσθη ἀπὸ τὴν κορυφὴν τῆς κεφαλῆς, διὰ μέσου τῶν ριζῶν ἑκάστης τριχός, καὶ ἄλλοι ἔλεγον ὅτι εἶχε φύγει ἀπ᾿ ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὀροφὴν τοῦ Σχολείου· πλὴν ταῦτα ἦσαν λόγια τῶν γραϊδίων τῆς γειτονιᾶς, τῶν γλωσσαλγῶν, ὁποὺ μεταχειρίζονται τὴν ρόκαν μόνον ὡς συνόδευμα τῶν κινήσεων τῆς γλώσσης, ἢ ἔχουν τὴν κακολογίαν οἱονεὶ ὡς κέλευσμα πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ κόπου τῆς ρόκας. Ὁ κόσμος θὰ ἐξακολουθῇ πάντοτε νὰ βαδίζῃ ἐμπρός, πότε κούτσα-κούτσα, πότε σήκω-πέσε· μὲ σκιρτήματα μονοπόδαρα, μὲ σκοντάμματα, ἢ μὲ βήματα καρκίνου· καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς ὅσοι ἐγήρασαν, κ᾿ ἐκουράσθησαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ παρακολουθήσουν· εἰς ὅσους «ἐπαλαιώθησαν, καὶ ἐχώλαναν ἀπὸ τῶν τρίβων αὑτῶν».

*
* *

Λοιπὸν ἐκείνην τὴν πρωίαν Σαββάτου, περὶ τὰς ἀρχὰς Μαΐου, καθὼς ἠνοίχθη ἡ πόρτα, καὶ εἰσῆλθεν ἡ Εὐανθία, ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, δὲν ἐπέρασαν δύο λεπτά, καὶ ἡ μικρὰ ἀκόλουθός της, τὸ Οὐρανιώ, ἀφῆκε βαθεῖαν κραυγὴν ἐκπλήξεως.

― Κυρία, κυρία!

― Τί εἶναι;

―Ἰδέτ᾿ ἐδῶ!… ἔλα νὰ ἰδῇς.

Ἡ νεᾶνις ἔκαμε τρία βήματα πρὸς τὸ μέρος ὅπου τὴν ἐκάλει ἡ παιδίσκη. Δίπλα εἰς τὴν μεγάλην τράπεζαν τῆς δασκαλοκαθέδρας, ὅπου ἀπετίθεντο συνήθως οἱ ἔλεγχοι καὶ κατάλογοι, ὡς καὶ τὰ τετράδια τῶν μαθητριῶν, ἐπὶ τοῦ μικροῦ τραπεζίου τοῦ χρησιμεύοντος διὰ τὴν διδασκαλίαν καὶ ἐξάσκησιν τῶν χειροτεχνημάτων, ἔκειντο φύρδην μίγδην μερικὰ ἀντικείμενα ξένα ὅλως πρὸς τὸ Σχολεῖον, τὰ ὁποῖα ἦτο ὅλως ἄπορον πῶς εὑρέθησαν ἐκεῖ. Ἐν πρώτοις χόρτα τινὰ καὶ ἄγρια ἄνθη, παπαροῦνες καὶ σταχυοειδῆ, λυσοχόρταρα*, μαϊόχορτα, καὶ ὀλίγαι κλωσταὶ καννάβιναι καὶ ἐκ καραβοσχοίνου, μακραὶ τρίχες γυναικεῖαι μαῦραι, ἄλλαι τρίχες φοράδας κόκκινες, μικρὰ κόκκαλα ἀπὸ τὸ Κοιμητήρι, καὶ τέλος ἓν κρανίον ἀνθρώπινον. Τί ἦσαν ὅλ᾿ αὐτά; Καὶ τί ἤθελαν ἐκεῖ; Βεβαίως μάγια· ἐχθροὶ τὰ εἶχαν ρίξει τῆς δασκάλας.

Τῆς μικρᾶς παιδίσκης ἐξηλείφθη ὁ μορφασμός της, τὸ χαμόγελόν της ἔσβησε, καὶ ἡ μυτίτσα της ἡ πλακαρὴ ἐσχηματίσθη εἰς προεξοχήν. Ἡ νεαρὰ δασκάλισσα ἐγέλασε. Δὲν ἐφαίνετο νὰ πιστεύῃ τὰ μάγια.

Ἡ Οὐρανιὼ συνέπλεξε τὰς χεῖρας ἐν ἀδημονίᾳ.

― Μάγια σᾶς κάμανε, κυρία, μάγια!…

― Δὲν εἶναι τίποτε, Οὐρανία· μάζωξέ τα νὰ τὰ πετάξῃς ἔξω.

―Ἐγώ, κυρία, νὰ τὰ πιάσω μὲ τὰ χεράκια μου!;

― Κάμε αὐτὸ ποὺ σοῦ λέω, διέταξεν ἐν ἀνυπομονησίᾳ ἡ δασκάλισσα· δὲν εἶναι τίποτε… πρὶν ἔλθῃ κ᾿ ἡ ἄλλη, καὶ τὰ ἰδῇ· καὶ τότε τὸ μικρὸ γίνεται μεγάλο.

Ἔτι λαλούσης αὐτῆς, εἰσῆλθεν ἡ Εὐθαλία, ἡ δευτέρα δασκάλισσα, συνοδευομένη καὶ ἀπὸ τὴν μητέρα της. Ἦτο στρογγυλοτέρα ὀλίγον τὸ ἀνάστημα, ὅπως ἡ ἄλλη ἦτο λιγνή, παχουλή, ὅσον ἰσχνὴ ἐκείνη, μὲ παιδικὸν πρόσωπον, ὅπως ἡ πρώτη, ὀλιγώτερον κομψή, ἀλλὰ συμπαθὴς τὴν ἔκφρασιν. Εἶχεν ἔλθει ἐφέτος πρώτην φορὰν εἰς τὸν τόπον, καθὼς εἶχε λάβει τὸ δίπλωμά της ἀπὸ τὸ ἐν Ἀθήναις Ἀρσάκειον, ὅπου ὅλαι, ὡς γνωστόν, ἀριστεύουν, ἐνῷ ἡ πρώτη ἦγε τὸν τρίτον χρόνον ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ της. Ἡ Εὐθαλία ἠκολουθεῖτο ἀπὸ τὴν μητέρα της· ἦτο αὕτη καλὴ γερόντισσα, εὐσεβής, καταγομένη ἀπὸ τὴν γείτονα νῆσον, καὶ ἐλέγετο ὅτι ἦτο ἐκ μιᾶς τῶν καλυτέρων οἰκογενειῶν τῆς πατρίδος της.

Διευθύνθησαν πρὸς τὸ μέρος τῆς δασκαλοκαθέδρας, πρὸς τὸ ἐσώτερον δυτικὸν πλάτος τοῦ ἰσογείου, ἀπὸ τὴν θύραν τὴν νοτιανατολικήν. Ἡ Εὐανθία, ὡς τὰς εἶδεν, ἔρριψε βλέμμα ἀνήσυχον πρὸς τὰ μαγικὰ ἀντικείμενα, ὁποὺ δὲν ἦτο καιρὸς πλέον νὰ τὰ κρύψῃ ἢ νὰ τὰ κάμῃ ἄφαντα, καὶ ἐν σπουδῇ, προχείρως ἀνεσήκωσε τὸ ἴδιον τραπεζομάνδηλον, καὶ μὲ αὐτὸ ἐδοκίμασε νὰ τὰ σκεπάσῃ. Ἀλλὰ δὲν ἔφθανεν ἡ ποδιὰ τοῦ ὀθονίου διὰ νὰ συγκαλύψῃ ὅλα τὰ μαγικά, καθὼς ἔκειντο σκόρπια ἐπὶ τῆς μικρᾶς τραπέζης, ὅθεν βιαίως ἐτράβηξε τὸ τραπεζομάνδηλον πρὸς τὸ μέρος της, διὰ νὰ κάμῃ μακροτέραν τὴν κρεμαμένην ἄκραν· πλὴν τότε ἔγινε μικρὸς θόρυβος, τὰ σκληρὰ ἀντικείμενα ἐκρότησαν, καὶ δύο πεθαμένα κόκκαλα σπρωχθέντα ἀποτόμως, ἔπεσαν μετὰ κρότου εἰς τὸ σανίδινον πάτωμα.

Ἡ Εὐανθία ἐμόρφασεν ὀργίλως, θυμωμένη κατὰ τοῦ ἰδίου ἑαυτοῦ της· ἀφῆκε μικρὰν κραυγὴν ἐκπλήξεως, ὡς ν᾿ ἀνεκάλυψεν αἴφνης ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἦτον ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια της, καὶ ὅμως δὲν τὸ ἔβλεπεν ἕως τότε· καὶ ταχεῖα, ἔλυσεν ἐξόπισθεν τὴν ἰδίαν λευκὴν ποδιάν της, καὶ τὴν ἐφήπλωσεν ἐπὶ τοῦ τραπεζίου.

Ἡ Εὐθαλία καὶ ἡ γερόντισσα, ἐν τῷ μεταξύ, ἀργοπατοῦσαι, καὶ συνομιλοῦσαι, μόλις ἔφθασαν πλησίον τῆς πρώτης δασκάλας, καὶ τὴν ἐκαλημέρισαν. Πλὴν ἡ μία ἄκρα τῆς λευκῆς ἐμπροσθέλας ἔπεσεν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ νεκρικοῦ κρανίου, καὶ μόνον κατὰ τὰ δύο τρίτα τὸ ἐσκέπασε. Τὸ πρόσωπον, τὸ στόμα, καὶ τὸ χάσμα τῆς φαγωμένης ρινὸς τοῦ κρανίου, ἔμειναν ὁρατά, πρὸς τὸ μέρος ὁπόθεν ἤρχοντο αἱ δύο γυναῖκες.

Ἡ γραῖα ἀφῆκε κραυγὴν θάμβους καὶ φόβου.

― Μπά!… τ᾿ εἶν᾿ αὐτό, πουλάκι μ᾿;

Ἐδείκνυε τὰ ἀραιὰ διαλείποντα ὀδόντια, καὶ τὰ χάσματα τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ κρανίου.

*
* *

Ἡ Εὐανθία ἐκάλεσεν εἰς ἐπικουρίαν ὅλην τὴν ἑτοιμότητα τοῦ πνεύματός της.

― Ἐμᾶς, κυρία, ὁ καθηγητής μας ὁ Β., μᾶς ἐδίδασκεν ἀνθρωπολογίαν, ὡς καὶ ἀνατομίαν… μᾶς ἐσυνήθισε νὰ μελετᾶμε τοὺς σκελετοὺς τῶν ἀποθαμένων, καὶ νὰ μὴν ἔχουμε προλήψεις.

Ἡ ἀγαθὴ γραῖα τὴν ἐκοίταξεν ὡς νὰ μὴ ἐννόει.

― Παρήγγειλα νὰ μοῦ φέρουν αὐτὸ τὸ κεφάλι καὶ τὰ κόκκαλα, διὰ νὰ διδάξω τὰς μαθητρίας ἀπὸ ποῦ καὶ πῶς εἴμεθα φτιασμένοι.

Ἡ γραῖα ἀνεσήκωσε τὴν ἄκραν τῆς ποδιᾶς, κ᾿ ἐξήτασε διὰ τοῦ βλέμματος ὅλα τ᾿ ἀντικείμενα.

―Ἄ! θὰ τὶς μάθῃς οὗλα τὰ πάντα, μαθές, εἶπεν ἀφελῶς, εἰς τρόπον ὥστε δὲν ἦτο πολὺ σαφὲς ἂν εἶχε πεισθῆ ἢ ἂν εἰρωνεύετο· καὶ γιὰ ταῦτο* ἔφερες, πουλάκι μ᾿, οὗλα τὰ σκέλεθρα αὐτὰ ἀπ᾿ τὰ Μνημούρια… καὶ τὶς κανναβένιες κλωστές, καὶ τὶς τρίχες τὶς ἀλογίσιες, καὶ τὶς παπαροῦνες, καὶ τὰ μαϊολούλουδα;

― Καιρὸς εἶναι νὰ λάβουν τὰ κορίτσια μίαν ἰδέαν γι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶπεν ἡ δασκάλα· κοντεύουν οἱ ἐξετάσεις, καὶ πῶς θὰ κάμουμε κ᾿ ἡμεῖς φιγούρα;

*
* *

Ὅταν εἶχαν φθάσει τὴν πρώτην στιγμὴν ἡ Εὐανθία καὶ ἡ μικρὰ συνοδεύτριά της εἰς τὸ σχολεῖον, ἔξω εἰς τὸ προαύλιον ἦσαν πέντε ἢ ἓξ μαθήτριαι, μὲ τὰ τετράδιά των καὶ μὲ τὰ ἐργόχειρα, περιμένουσαι. Αὗται εἶχαν εἰσέλθει ἤδη, κ᾿ ἐπῆγαν εἰς τὰ θρανία των. Ἄλλαι δέκα ἕως δεκαπέντε ἔφθασαν εὐθὺς κατόπιν. Τὸ Σχολεῖον ἐγέμιζεν ἤδη ἀπὸ κορίτσια. Δύο ἢ τρεῖς κορασίδες, εἶτα ἑπτὰ ἢ ὀκτώ, ὕστερον ὅλαι ὅσαι ἤρχοντο, ἀφῆκαν τὶς σάκκες ἐπὶ τῶν θρανίων των, καὶ κατευθύνθησαν πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἵσταντο αἱ τρεῖς γυναῖκες. Ἡ μία εἶπε τῆς Οὐρανίας:

―Ἀρή, τί εἶναι;

― Μάγια, εἶπε μὲ μορφασμὸν τὸ Οὐρανιώ.

Ἤδη τῆς εἶχε περάσει ὁ φόβος, καὶ τῆς ἐπανήρχετο ἡ συνήθης εὐθυμία της.

― Μάγια; ἠρώτησεν ἡ Σινιωρίτσα τοῦ Μυτιληνιοῦ.

― Μάγια; ἐπανέλαβεν ἡ Ματούλα τοῦ Καλοειδῆ.

― Μάγια· ἐβεβαίωσεν τὸ Ὀρσάκι τοῦ Ζαχαριάδη.

― Μάγια· ἐπεκύρωσεν ἡ Φλωροὺ τοῦ Λαμιαίου.

Τὰ κορίτσια εἶχαν περικυκλώσει τὴν μικρὰν τράπεζαν, κ᾿ ἐκοίταζαν μὲ μεγάλα μάτια καὶ μὲ ἀνοικτὰ στόματα τ᾿ ἀξιοπερίεργα ἀντικείμενα.

― Τί θέλετ᾿ ἐδῶ; ἔκραξε μὲ αὐστηρότητα ἡ Εὐανθία. Γλήγορα στὰ θρανία σας… στὰς θέσεις σας!

Ἔδραξε τὴν βέργαν, κ᾿ ἐφοβέρισε τὰς μαθητρίας.

Ἡ γραῖα Μονεβασιά, ἡ μητέρα τῆς δευτέρας δασκάλας, συνέπλεξε τὰς χεῖρας, κ᾿ ἔκραξε:

― Τώρα, τί νὰ κάμουμε; Τ᾿ ἦταν αὐτό;… Μὴ λές, πουλάκι μ᾿, πὼς τὰ εἶχες παραγγελιά, γιὰ νὰ μάθῃς τὰ κορίτσια κατὰ πῶς εἴμαστε φτιασμένοι, οὗλα τὰ πάντα. Μάγια σᾶς ρίξανε· ἀκοῦς τὰ κορίτσια τί λένε;

― Ξέρουν τὰ κορίτσια τί τοὺς γίνεται; εἶπεν ἡ Εὐανθία.

― Τώρα χρειάζεται ἁγιασμὸς νὰ ψαλῇ ἐδῶ… ξορκισμοὶ νὰ διαβαστοῦνε… Μὴν ἀρχινᾶτε, πουλάκι μ᾿, τὸ μάθημα, πρὶν ξορκισθῇ ὁ ἐχτρὸς ἀποδῶ μέσα.

Ἐκάλεσε τὴν μικρὰν Ματούλαν, κόρην τοῦ Παπαγληγόρη.

― Πᾷς, πουλάκι μ᾿, νὰ πῇς τ᾿ παπᾶ σ᾿, νὰ πάρῃ τὸ πετραχήλι του νά ᾽ρθῃ ἐδῶ;… Νὰ πάρῃ πές, καὶ τὸ Εὐχολόγιο μαζί του… ξορκισμοὺς πρέπει νὰ διαβάσῃ.

Ἡ μικρὰ δὲν ἐπερίμενε νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν διαταγὴν ἡ δασκάλισσα. Πάραυτα ἔτρεξε πρὸς τὴν θύραν. Ἡ Εὐανθία, ὡς ναρκωμένη, δὲν εἶπε τίποτε. Μόνον ὅταν ἡ παιδίσκη ἐξῆλθεν, ἐστράφη πρὸς τὴν γερόντισσαν καὶ τῆς εἶπε:

― Τί θέλεις, σταυρομάννα*· γιὰ νὰ μᾶς ἀκούουν κι ἄλλοι;

― Αὐτό, πουλάκι μ᾿, δὲν εἶναι πρᾶμα ποὺ νὰ κρυφθῇ, μαθές, εἶπεν ἡ γραῖα· ὁ παπὰς ποὺ θά ᾽ρθῃ δὲν θὰ τὸ κοινολογήσῃ;… Ἔχεις ψαλίδι γιὰ νὰ κόψῃς τὶς γλῶσσες ὅλων τῶν κοριτσιῶν;

Ἡ Εὐανθία ἔσεισε τοὺς ὤμους.

― Κὶ νὰ τὶς κόψῃς, πουλάκι μ᾿, ἄλλες θὰ φυτρώσουνε· μιὰ θὰ κόφτῃς, δυό, τρεῖς, τέσσερες θὰ βγαίνουνε… Δὲν ἔχουν παιδεμὸ τῶν γυναικῶν οἱ γλῶσσες.

*
* *

Ἡ Εὐανθία ἐν ἀνίᾳ περιήρχετο περὶ τὰς δύο τραπέζας καὶ τὰ πρῶτα θρανία. Ἡ γραῖα Μονεβασιὰ ἐπλησίασε πρὸς τὰ μάγια, καὶ ἤρχισε νὰ θεωρῇ μετὰ προσοχῆς τὸ νεκρικὸν κρανίον.

― Νά, ἐδῶ εἶναι τὰ γράμματα, ποὺ γράφουν τὴ μοῖρά μας, εἶπε δεικνύουσα τὰ ἱερογλυφικὰ ἐκεῖνα σημεῖα τῆς συναρμογῆς τοῦ μετώπου· ἐδῶ εἶναι γραμμένο ὅλο τὸ ριζικό μας. Ἔπαθα τά ᾽παθα, τά πάθω μέλλω;

― Τί θὰ πῇ αὐτό, μητέρα; ἠρώτησεν ἡ Εὐθαλία.

― Αὐτὸ θὰ πῇ, κορίτσι μ᾿, ξέρουμε τὰ ὅσα πάθαμε, μὰ δὲν ξέρουμε τί μᾶς μέλλει ἀκόμα. Ἦτον μιὰ ζηλιάρα, καὶ σὰν εἶδε ποὺ ὁ ἄνδρας της εἶχε ἕνα γυναίκειο καύκαλο κλειδωμένο μὲς στὸ ἀρμάρι του, ἀπ᾿ τὴ μανία της τὸ ἔρριξε στὸ φοῦρνο καὶ τό ᾽καψε· κι ὁ ἄνδρας της τὸ εἶχε φυλάξει ἀπὸ περιέργεια, ἐπειδὴ ἦτον μάντις, κ᾿ ἐγνώριζε νὰ διαβάζῃ τὰ μυστικὰ γράμματα τοῦ ριζικοῦ, κι ἀπόρησε· σὰν τί ἔμελλε νὰ πάθῃ ἀκόμα αὐτὸ τὸ κούτελο· κ᾿ ἐκείνη ἀπ᾿ τὴ ζήλεια της ἐπίστεψε πὼς ἦτον τῆς παλιᾶς ἀγαπητικιᾶς του· καὶ σὰν τὸ εἶδ᾿ ἐκεῖνος ὕστερα ποὺ κάηκε, ἐκατάλαβε γιατί ἐπάνω στὸ κούτελο ἦτον γραμμένο: «ἔπαθα τά ᾽παθα· τά πάθω μέλλω;»

Ἡ Εὐθαλία ἠκροᾶτο ἐν σιωπῇ. Ἡ μήτηρ της ἐπανέλαβε.

― Κι αὐτὸ ἐδῶ, πουλάκι μ᾿, φαίνεται νὰ εἶναι γυναίκειο κούτελο· καὶ σ᾿ αὐτὸ ἐπάνω κάτι τέτοιο θὰ εἶναι γραμμένο.

*
* *

Τέλος ἔφθασεν ὁ παπα-Γληγόρης. Ἐφόρεσε τὸ πετραχήλι του, ἤνοιξε τὸ Εὐχολόγιον, καὶ ἤρχισε νὰ διαβάζῃ μὲ ψίθυρον καὶ βόμβον φωνῆς.

«Ἐπιτιμᾷ σοι Κύριος, διάβολε… φύγε, δραπέτευσον, ἀναχώρησον, δαιμόνιον ἀκάθαρτον καὶ ἐναγές, καταχθόνιον, βύθιον, ἀπατηλόν, ἄμορφον, ἢ αὐτὸς εἶ ὁ Βεελζεβούλ, ἢ κατασείων, ἢ δρακοντοειδής, ἢ θηριοπρόσωπος, ἢ ὡς ἀτμίς, ἢ ὡς καπνός, ἢ ὡς ἄρρεν, ἢ ὡς θῆλυ, ἢ ὡς ἑρπετόν, ἢ ὡς πετεινόν, ἢ νυκτολάλον, ἢ κωφόν, ἢ ἄλαλον… ἢ λάγνον, ἢ δυσῶδες, ἢ φαρμακόφιλον, ἢ ἐρωτομανές, ἢ ἀστρομαγικόν, ἢ φιλόνικον, ἢ ἀκατάστατον· ἢ ὀρθρινόν, ἢ μεσημβρινόν, ἢ μεσονυκτικόν, ἢ ἀωρίας τινός, ἢ αὐγῆς… ἢ κρημνῶν, ἢ ἐκ λάκκου, ἢ καλαμῶνος, ἢ λίμνης ἢ ἐκ στέγης λουτροῦ, ἢ ἐκ μνήματος εἰδωλικοῦ, ἢ ὅθεν ἴσμεν, καὶ οὐκ ἴσμεν… φιμώθητι, φοβήθητι, φύγε, μὴ ὑποστρέψῃς, μηδὲ ὑποκρυβῇς, ἀλλ᾿ ἄπελθε εἰς γῆν ἄνυδρον, ἔρημον, ἀγεώργητον, ἣν ἄνθρωπος οὐκ οἰκεῖ, Θεὸς μόνος ἐπισκοπεῖ, ὁ σειραῖς ζόφου ταρταρώσας σὲ πάντων τῶν κακῶν τὸν ἐφευρετὴν διάβολον· ὅτι μέγας ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, καὶ μεγάλη ἡ δόξα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

*
* *

Ὅλην τὴν ἡμέραν ἡ Εὐανθία, οὔτε τὰς μαθητρίας ἀπέπεμψεν, οὔτε μάθημα εἶχεν ὄρεξιν νὰ κάμῃ· ἀλλ᾿ αὐτοσχεδίασε προχείρως ἀνακρίσεις, καὶ ἤρχισε νὰ ἐξετάζῃ τὰ κοράσια ἂν ἐγνώριζον τίποτε ὡς πρὸς τὰ μαγικὰ ἀντικείμενα τὰ εὑρεθέντα εἰς τὸ Σχολεῖον. Πρὸ πάντων ἦτο ἄπορον: πῶς καὶ πόθεν εἰσῆλθε τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἷχε ρίψει αὐτὰ τὰ περίεργα πράγματα ἐντὸς τοῦ Σχολείου. Ἡ πόρτα ἦτον κλειδωμένη, τὰ παράθυρα ἦσαν ἐφωδιασμένα μὲ δικτυωτά… Ἀπὸ τὴν στέγην τάχα, καθὼς ἔλεγαν οἱ ἐξορκισμοί, κατῆλθεν ὁ ἐχθρός, ἢ κάτωθεν ἀπὸ τὸ ἰσόγειον δάπεδον τοῦ κτιρίου ἀνῆλθε τὸ καταχθόνιον δαιμόνιον;

Τέλος, ἡ νεαρὰ δασκάλισσα, μετὰ πολλὰς προσπαθείας, ἀνεκάλυψεν ἓν ἴχνος, πραγματικὸν ἢ ἀπατηλόν. Καὶ τὴν ἑσπέραν, ὅταν ἐσχόλασαν τὰ κορίτσια, ἐγνώσθη ὅτι αἱ δύο μαθήτριαι, αἵτινες εἶχον κρατήσει τὰ κλειδιά, διὰ νὰ σκουπίσουν τὴν προλαβοῦσαν ἑσπέραν, εἶχαν ἔλθει εἰς συγκοινωνίαν μὲ μίαν πρῴην μαθήτριαν, τὴν Ἀρετὼ Καλκατζάκη, καὶ μ᾿ ἕνα κορίτσι τοῦ δρόμου, τὴν Μαχὼ τῆς Τσούναινας. Αὐταὶ αἱ δύο εἶχαν κάμει τάχα τὰ μάγια;

(1909)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/394-04-44-ths-daskalas-ta-matia-1909 ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Η άντωση του Αρχιμήδη δεν έχει να κάνει με όγκο, αλλά μόνο με το βάρος που χάνει το σώμα μέσα στο νερό

Η άντωση του Αρχιμήδη δεν έχει να κάνει με όγκο, αλλά μόνο με το βάρος που χάνει το σώμα μέσα στο νερό Δηλαδή το σώμα...

Αγιορείτικες νηστίσιμες συνταγές: Σοκολατένιες καριόκες

Νηστίσιμη συνταγή για καριόκεςΥλικά200 γρ. νερό 200 γρ. ζάχαρη 250 γρ. καρύδια σπασμένα 2 κουτ. σούπας κακάο 4 κουτ. σούπας κονιάκ 150 γρ. φρυγανιά τριμμένη 1/4 κουτ. γλυκού γαρίφαλο 1 κουτ....

Αγιορείτικες νηστισιμες συνταγές: Ρεβιθόρυζο κοκκινιστό με μελιτζάνες

Νηστίσιμες συνταγές Υλικά:500 γραμ ρεβίθια 1 κ.σ. κοφτή σόδα 2 μεγάλα κόκκινα κρεμμύδια ψιλοκομμένα 1/2 φλ. ελαιόλαδο 1 συσκευασία αποφλοιωμένα ντοματάκια (τα λιώνουμε με πιρούνι) 2 μελιτζάνες φλάσκες (κομμένες σε...

Χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Πάλης U23 ο Αρίωνας Κολιτσοπουλος!

Χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Πάλης U23 ο Αρίωνας Κολιτσοπουλος!Ο πρωταθλητής της Ελληνορωμαϊκής νίκησε με 4-1 τον Αρμένιο Χατσατριάν και ανέβηκε στο τρίτο σκαλί...

Αρχιμήδης: Ο Μεγαλύτερος Εφευρέτης της Αρχαιότητας

Ο Αρχιμήδης γεννήθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας, γύρω στο 287 π.Χ. Από μικρός βρέθηκε σε ένα περιβάλλον γεμάτο γνώση και ελληνική κουλτούρα. Παρόλο που ήταν...

Ντολμαδάκια γιαλαντζί με ρύζι και μυρωδικά!

Υλικά 250 γρ. φρέσκα κληματόφυλλα ή ένα βάζο με κληματόφυλλα στην άλμη των 500 γρ. 1/2 φλ. ελαιόλαδο 4 μεγάλα κρεμμύδια ψιλοκομμένα 1 φλ. ψιλοκομμένα ασκαλώνια 1 φλ....

Γιατί οι Αρχαίοι Έλληνες Έτρωγαν Ξαπλωμένοι; Οι Λόγοι Υγείας και Κοινωνικής Θέσης

Οι Αρχαίοι Έλληνες καθιέρωσαν, τουλάχιστον από τον 7ο αιώνα π.Χ., τη συνήθεια να δειπνούν ξαπλωμένοι δημιουργώντας μια εικόνα που κυριαρχεί στην τέχνη και την ιστορία....

Η Φιλοσοφία και η Έννοια της Αγάπης στην Αρχαία Ελλάδα (Πρώτο μέρος)

Η Ελληνική Θρησκεία και Κοσμοαντίληψη έχει ως βασικότερο στοιχείο της την Αγάπη – Φιλότητα Σε αυτό το κείμενο παρατίθενται δεκάδες αρχαία Ελληνικά κείμενα και επεξηγηματικά...

Θρίλερ με την ερώτηση για τις 300.000 ευρώ στο Ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος με τον Γρηγόρη Αρναούτογλου: Ο παίχτης κατέληξε στην σωστή...

Μια από τις καλύτερες εκπομπές στην ιστορία των τηλεπαιχνιδιών στην Ελλάδα  Ο δάσκαλος πρότυπο που εντυπωσίασε όλη τη χώρα με το ήθος, το επίπεδο και...

Νηστίσιμα γλυκά: Χαλβάς σιμιγδαλένιος με φράουλες

Ο σιμιγδαλένιος χαλβάς, στη φραουλένια του εκδοχή!  Ηλίας Μαμαλάκης olivemagazine Υλικά 2 φλιτζάνια σιμιγδάλι χοντρό 1 φλιτζάνι φράουλες λιωμένες 3 φλιτζάνια νερό 1 φλιτζάνι ηλιέλαιο 3 φλιτζάνια ζάχαρη λίγα φουντούκια για το σερβίρισμα φράουλες...

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο Αριστοτέλης Ωνάσης

Ήταν 15 Μαρτίου 1975 όταν πέθανε ο Έλληνας μεγιστάνας Αριστοτέλης Ωνάσης Ο Αριστοτέλης Ωνάσης γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου του 1906 στη Σμύρνη, σε σχετικά εύπορη...

Το κόλπο του Ωνάση με τους κύκλους στο σήμα της Ολυμπιακής που έγραψε ιστορία

Οταν η Ολυμπιακή Αεροπορία άνοιγε τα φτερά της Ήταν ενα  Σάββατο όταν το αεροπλάνο της, ένα ελικοφόρο DC-3 πέταξε από την Αθήνα για τη Θεσσαλονίκη....

Πρωτοφανής επίθεση του Νίκου Καρανικα στον Πετρο Κωστόπουλο: Πόσο πίσω στον χρόνο να πάμε για να αντέξουμε αυτόν τον αποτυχημένο;

Σε ανάρτηση του ο Νίκος Καρανίκας αναφέρει: Ο Κωτσόπουλος ως αποτυχημένος επιχειρηματίας των ΜΜΕ συμμετέχει στις πρωινές εκπομπές ψυχαγωγίας ενημέρωσης;(αν δεν κάνω λάθος ναυάγησε τις επιχειρήσεις...

Νίκος Μωραϊτης: Αν ο Μητσοτάκης είχε κυβερνήσει τη δεκαετία του ‘80 ή αρχές ‘90, θα είχε φύγει με τις κλωτσιές όπως ο πατέρας του

Αν ο Μητσοτάκης είχε κυβερνήσει τη δεκαετία του ‘80 ή αρχές ‘90, θα είχε φύγει με τις κλωτσιές όπως ο πατέρας τουΑυτό λοιπόν είναι...

17 Μαρτίου 1988 – Η ημέρα που αυτοκτόνησε ο Νικολας Ασιμος

 Το θλιβερό σκηνικό που διαδραματίστηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης 17 Μαρτίου 1988 καθώς το σκοινί στο λαιμό του ξεκλείδωνε τις πύλες του Συνειδητού...

Έσβησε ξαφνικά από τη ζωή ο διακεκριμένος σεφ Ανδρέας Μαυρομάτης

Με βαθιά θλίψη πληροφορήθηκα τον αδόκητο θάνατο του διακεκριμένου συμπατριώτη μας σεφ Ανδρέα Μαυρομμάτη ο οποίος για δεκαετίες διέπρεψε στη Γαλλία και έκανε περήφανη την...

Νηστίσιμοι ρεβυθοκεφτέδες Σίφνου με πατάτα

Μια συνταγή για ρεβυθοκεφτέδες νησιώτικους τόσο αφράτους και τόσο ωραίους, όσο ωραίο είναι το νησί απ’ όπου προέρχονται Φτιάξτε τους ρεβυθοκεφτέδες Σίφνου με πατάτα...

Βρέφος μόλις 5 μηνών βρέθηκε νεκρό στην κούνια του

Σήμερα Κυριακή θα πραγματοποιηθεί η ταφή του 5 μηνών βρέφους που βρέθηκε νεκρό στην κούνια από τη μητέρα του στο Νέο Κοιμητήριο Ηρακλείου, κλείνοντας με...

Παραδοσιακά αναψυκτικά χωρίς συντηρητικά: γεύσεις από τα ελληνικά φρούτα

Τα παραδοσιακά αναψυκτικά είναι η ελληνική πρόταση για όσους θέλουν δροσερές, φυσικές επιλογές χωρίς συντηρητικά Φτιάχνονται από φρέσκα ελληνικά φρούτα και θυμίζουν τις γεύσεις...

Αγιορείτικες νηστίσιμες συνταγές: Πατάτες γιαχνί

Νηστίσιμες συνταγές (το φαγητό μπορεί να γίνει και αλάδωτο)Υλικά (για 6 μερίδες):1 κιλό πατάτες3 ξερά κρεμμύδια4 σκελίδες σκόρδο180 γραμμάρια λάδιαλάτι και ρίγανη4 δαφνόφυλλαμαυροπίπερο σε σπυριάκύμινο...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ