Υπόδηση, Καλλυντικά και Σωματική Υγιεινή
Στο σπίτι, οι περισσότεροι κυκλοφορούσαν ξυπόλυτοι, αλλά στις εξόδους φορούσαν δερμάτινα σανδάλια, μαλακά παπούτσια ή μπότες. Οι γυναίκες ενίσχυαν την κοινωνική τους εικόνα χρησιμοποιώντας καλλυντικά. Μια συνήθης (και τοξική) πρακτική ήταν η χρήση λευκού μολύβδου (ψιμύθιον, white lead) ως πούδρας, προκειμένου να αποκτήσουν μια “τεχνητή λεπτότητα” και λευκότητα στο πρόσωπο – αδιάψευστο τεκμήριο ότι δεν αναγκάζονταν να εργάζονται στον καυτό ήλιο όπως οι φτωχές ή οι δούλες. Αντίθετα, στην κωμωδία Νεφέλες του Αριστοφάνη, η σκληραγωγία και η παραμέληση του σώματος, της υγιεινής και της εμφάνισης (η απουσία πλυσίματος στα λουτρά) αποτελεί το σήμα κατατεθέν των μαθητών του Σωκράτη (που ακολουθούν την καρτερία και όχι τις σωματικές απολαύσεις), αποτελώντας αντικείμενο χλευασμού από τους συντηρητικούς Αθηναίους.
Απο το arxaiaellinika.gr
Οικιακή Θρησκεία, Λατρεία και το Καθημερινό Ιερό
Η επαφή με το θείο στην αρχαία Ελλάδα δεν περιοριζόταν στις πομπές του Παρθενώνα ή στις διονυσιακές εορτές, αλλά ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με τον καθημερινό, ιδιωτικό βίο. Ο «οίκος» λειτουργούσε ως ένας αυτόνομος λατρευτικός μικρόκοσμος, προστατευμένος από ένα πάνθεον οικιακών θεοτήτων: τον Δία, τον Ερμή, τον Απόλλωνα Αγυιέα (προστάτη των δρόμων), την Εκάτη, τους Διόσκουρους, και τον Αγαθό Δαίμονα.
Εστία και Ερμής: Η Χωρική Διαλεκτική
Η σημαντικότερη και ιερότερη όλων των θεοτήτων του σπιτιού ήταν η παρθένος θεά Εστία, η πρωτότοκη κόρη του Κρόνου και της Ρέας. Η Εστία ήταν η ίδια η προσωποποίηση της φωτιάς που έκαιγε στο κέντρο του σπιτιού (και αντίστοιχα στην καρδιά της πόλης, στο Πρυτανείο). Λόγω του ρόλου της, ελάμβανε πάντοτε την πρώτη θυσία πριν από οποιονδήποτε άλλον θεό, αποδεικνύοντας ότι καμία επικοινωνία με τους Ολύμπιους δεν ήταν εφικτή χωρίς τη δική της μεσολάβηση. Μάλιστα, σύμφωνα με τον μύθο, αρνήθηκε να εμπλακεί στις ίντριγκες των θεών και –σε ορισμένες εκδοχές– παραχώρησε τη θέση της στους 12 Ολύμπιους στον Διόνυσο, προτιμώντας την ηρεμία του ιδιωτικού χώρου.
Η εστία προσέφερε ιερό άσυλο. Η ενσωμάτωση του ξένου, του ικέτη ή του νέου μέλους της οικογένειας (όπως της νύφης ή του νέου δούλου) συντελούνταν γύρω από τη φωτιά. Όπως αναλύει ο J.P. Vernant, οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν τον θρησκευτικό χώρο μέσα από το δίπολο Εστίας – Ερμή. Η Εστία εκπροσωπούσε το εσωτερικό, το σταθερό, το σκοτεινό, τον γυναικείο χώρο και την απόλυτη ακινησία. Αντίθετα, ο Ερμής (τα αγάλματα του οποίου –Ερμαί– τοποθετούνταν στις εξώπορτες) ήταν ο θεός της συνεχούς κίνησης, της διαπερατότητας, των αγορών, του εμπορίου, των ταξιδιών και του ανδρικού, εξωτερικού χώρου.
Η Καθημερινή Θρησκευτική Πρακτική
Η καθημερινή θρησκευτική ρουτίνα των ενοίκων περιελάμβανε προσευχές, εξαγνισμούς και προσφορές (απαρχές καρπών, σπονδές οίνου, άναμμα λιβανιού) πριν από τα γεύματα ή κατά την έναρξη της ημέρας, αποδεικνύοντας ότι η “Δημόσια Θρησκεία” ήταν ουσιαστικά η γιγάντωση αυτής της αρχέγονης οικιακής λατρείας (clans of citizens). Ο σεβασμός ήταν τέτοιος που η επίκληση στους θεούς λειτουργούσε ως απόλυτο νομικό τεκμήριο, όπως φαίνεται όταν οι δικαστές ή οι κατήγοροι καλούν τους αντιδίκους να ορκιστούν (όπως ο Ερμής που ανακρίνει τον Τρυγαίο απειλώντας τον στο όνομα της Γης).
Εκπαίδευση, Γυμνάσιο και Ιατρική της Σωματικής Αγωγής
Συμπληρώνοντας την πνευματική κατάρτιση των πολιτών, η φροντίδα του σώματος αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο της καθημερινότητας (paidotribe). Το αρχαίο “Γυμνάσιον” πήρε το όνομά του ακριβώς από τη λέξη γυμνός, επειδή η εκπαίδευση γινόταν χωρίς κανέναν ρουχισμό, πρακτική που αύξανε την αντοχή, τόνωνε το δέρμα μέσω της έκθεσης στον ήλιο (σε συνδυασμό με την επάλειψη με ελαιόλαδο) και καταργούσε οπτικά τις ταξικές διαφορές μέσα στον στίβο.
Αρχικά, κατά τον 6ο αι. π.Χ., τα γυμνάσια ήταν απλώς διαμορφωμένα αλσύλλια με χώμα κοντά σε ποτάμια (π.χ. στους Δελφούς ή την Ολυμπία). Με την πάροδο του χρόνου εξελίχθηκαν σε μεγαλοπρεπή αρχιτεκτονικά συγκροτήματα (παλαίστρες), προδρόμους των ρωμαϊκών θερμών. Η φυσική αγωγή –το τρέξιμο, η πάλη, το άλμα, η ρίψη δίσκου και ακοντίου, υπό τη συνοδεία ρυθμικής μουσικής– στόχευε άμεσα στη στρατιωτική προετοιμασία των νέων (έφηβοι) προκειμένου να ανταπεξέλθουν στις βαρύτατες απαιτήσεις της οπλιτικής φάλαγγας (βαριά χάλκινη πανοπλία, ασπίδα). Σε αντίθεση με τη Σπάρτη, όπου η “Αγωγή” (κρατική εκπαίδευση) ήταν υποχρεωτική, στην Αθήνα η ιδιωτική παιδεία περιλάμβανε δασκάλους ανάγνωσης (γραμματιστές), μουσικής (κιθαριστές) και γυμναστικής (παιδοτρίβες), και αφορούσε κυρίως τους γιους ελεύθερων πολιτών, αποκλείοντας δούλους και μετοίκους.
Η Ιατρική Διάσταση της Άθλησης
Η άθληση αποκτούσε και ευρύτατες ιατρικές προεκτάσεις. Σύμφωνα με μεταγενέστερες ιατρικές πραγματείες, όπως το De Arte Gymnastica (που συγκέντρωσε τη γνώση του Γαληνού και του Ιπποκράτη), η σωματική άσκηση θεωρούνταν όχι απλώς τρόπος εκγύμνασης, αλλά θεμελιώδης προληπτική θεραπεία εναντίον της φθοράς, της παχυσαρκίας και των παθήσεων (όπως η “φθίση” και ο διαβήτης). Ο Γαληνός χώρισε την άσκηση σε “νόμιμη” (κανονική/ιατρική προληπτική), “στρατιωτική” (προετοιμασία πολέμου) και “επικίνδυνη” (τον επαγγελματικό πρωταθλητισμό).
Οι αθλητές συνήθιζαν να καθαρίζουν το σώμα τους μετά την άσκηση χρησιμοποιώντας ειδικά μπουκαλάκια με λάδι (βάλσαμα/λήκυθοι) και τη “στλεγγίδα” (ένα μεταλλικό εργαλείο απόξεσης της βρωμιάς και του ιδρώτα). Τα αγγεία αυτά συχνά έφεραν παραστάσεις του Ηρακλή και του Ερμή, οι οποίοι λατρεύονταν ως προστάτες των γυμνασίων μέσω ειδωλίων (ερμαϊκές στήλες). Η αποκορύφωση αυτής της σωματικής και θρησκευτικής λατρείας ήταν οι Πανελλήνιοι Αγώνες (στην Ολυμπία, τους Δελφούς, τη Νεμέα και τον Ισθμό της Κορίνθου). Η «εκεχειρία» (holding of hands / truce) που επιβαλλόταν κατά τη διεξαγωγή τους, αποτυπωμένη σε χάλκινους δίσκους, εξασφάλιζε την ελεύθερη μετακίνηση αθλητών και θεατών, αναδεικνύοντας τον αθλητισμό ως τον μόνο θεσμό ικανό να ενοποιήσει, έστω και πρόσκαιρα, τον κατακερματισμένο πολιτικά και ταλαιπωρημένο από συνεχείς πολέμους ελληνικό κόσμο.
Η εμβριθής ανάλυση των αρχαίων ελληνικών κειμένων —από τα διδακτικά έπη του Ησιόδου και τις ουτοπικές ή σατιρικές φαντασιώσεις του Αριστοφάνη, μέχρι τους υπερασπιστικούς λόγους του Λυσία και τις φιλοσοφικο-οικονομικές πραγματείες του Ξενοφώντα και του Πλάτωνα— αποκαλύπτει μια κοινωνία απείρως πιο σύνθετη από τη ρομαντική εικόνα των λευκών μαρμάρων που κυριάρχησε μεταγενέστερα.
Η καθημερινότητα των αρχαίων Ελλήνων ταλαντευόταν διαρκώς ανάμεσα στην ιδιωτική περιφρούρηση του “οίκου” και την ασφυκτική δημοσιότητα της “πόλεως” και της Αγοράς. Ο αθηναϊκός οίκος λειτούργησε ως μια προστατευμένη μικροοικονομία (εργαστήριο παραγωγής, χώρος ασφάλειας, ναός οικιακής θρησκείας), στον οποίο η γυναίκα —αν και νομικά υποτελής— ασκούσε ουσιαστική διευθυντική και εκπαιδευτική εξουσία. Το γεγονός αυτό έρχεται σε άμεση αντιδιαστολή με τη Σπάρτη, όπου ο κρατικός παρεμβατισμός ισοπέδωσε την ιδιωτικότητα του οίκου στο βωμό της ευγονικής και της στρατιωτικής αποτελεσματικότητας.
Σε πολιτικό επίπεδο, η Αθήνα εφηύρε θεσμούς και μηχανισμούς (όπως τα κληρωτήρια και την κρατική πρόνοια για τους αδυνάτους) που εξέφραζαν ένα βαθύ αίτημα για διαφάνεια, ισονομία και κοινωνική συνοχή. Εντούτοις, η ίδια αυτή δημοκρατία παρέμενε άρρηκτα συνδεδεμένη με τον μόχθο της υπαίθρου, τη μισαλλόδοξη λειτουργία των δικαστηρίων (την οποία ξεγύμνωσε ανελέητα η κωμωδία), και τη σιωπηλή εργασία χιλιάδων δούλων και μετοίκων. Συνοψίζοντας, η καθημερινή ζωή στην αρχαιότητα αναδύεται ως ένας διαρκής και επίπονος αγώνας επιβίωσης, καταξίωσης και θρησκευτικής ευλάβειας, ο οποίος ωστόσο διαποτιζόταν από την ύψιστη πνευματική αναζήτηση, τη λατρεία της ομορφιάς στα συμπόσια και την αδιάλειπτη προσπάθεια σύνθεσης του ανθρώπινου μέτρου.
