Ο Αλέξης Τσίπρας ζήτησε να με δει στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2019
επειδή, όπως είπε, διάβαζε από καιρό αυτά που έγραφα (σημειώνω ότι σήμερα δε θα έβλεπα κανέναν πολιτικό και αυτό ας είναι σαφές).

Βγαίνοντας από το γραφείο του, είπα δύο σκέψεις στον στενό του συνεργάτη
για το πώς θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα τέσσερα χρόνια που έχει μπροστά του στην Αντιπολίτευση.
1.
Να μάθει καλά αγγλικά. Αν εμφανιστεί το 2023 γνωρίζοντας καλά αγγλικά, αυτό θα είναι σημαντικό δείγμα εξέλιξής του στα μάτια του κόσμου.
2.
Να γράψει επειγόντως βιβλίο για το 2015. Αν δε γράψει, «Η τελευταία μπλόφα» των Βαρβιτσιώτη – Δενδρινού (είχε κυκλοφορήσει πριν από 3-4 μήνες και ήταν ήδη μεγάλη εκδοτική επιτυχία), θα γίνει το επίσημο ιστορικό αφήγημα του 2015. Μην αφήνεις κανέναν να γράφει χωρίς αντίλογο την Ιστορία στην οποία εσύ ήσουν ο πρωταγωνιστής.
Δεν ξέρω αν του μεταφέρθηκαν οι σκέψεις μου, όμως βιβλίο δεν έγραψε τότε, ούτε αγγλικά έμαθε.
Σήμερα, επτά χρόνια μετά, έχουμε ένα καλό και ένα κακό για εκείνον νέο.
Το κακό νέο είναι ότι με τη φοβικότητα και την αδράνεια της περιόδου 2019-23, «Η τελευταία μπλόφα» έγινε όντως το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα για το 2015.
Το καλό νέο είναι ότι πλέον ο Τσίπρας και αγγλικά μιλάει, και έγραψε ένα αναλυτικό βιβλίο το οποίο θα χρησιμεύσει ως πηγή για τον ιστορικό του μέλλοντος.
Κυρίως, όμως, δείχνει να έχει ξυπνήσει από τον λήθαργο του 2019-23. Κοινώς «τα χώνει» όποτε θεωρεί ότι πρέπει. Εκείνος ο ατέρμονος εφιάλτης να προσπαθεί να καλοπιάσει τους επικριτές του στα κανάλια μπας και τον συμπαθήσουν και σταματήσουν να τον «δολοφονούν», δείχνει να έχει τελειώσει.
