Αλέξιος Στριφτόμπολας: O θρυλικός φουστανελάς βουλευτής

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ένας βουλευτής με ισχνή κοινοβουλευτική παρουσία, εκλεγείς μία φορά όλο κι όλο, για το διάστημα από 2 Φεβρουαρίου 1905 έως 1 Φεβρουαρίου 1906, παρέμεινε στην αθανασία, χάρη στις αυθαιρεσίες ενός ζωγράφου του μεσοπολέμου και στην ιδιοτροπία του, να φοράει μόνιμα φουστανέλα, αρνούμενος να προσχωρήσει στον εξ Εσπερίας συρμό. Πρόκειται για τον Αλέξιο Στριφτόμπολα.
Του Παντελή Στεφ.Αθανασιάδη

Εικαστικά λοιπόν, ο θεωρούμενος ως γνωστότερος φουστανελοφόρος βουλευτής είναι ο Αλέξιος Στριφτόμπολας, που απεικονίζεται στον περίφημο πίνακα του ζωγράφου Νικολάου Ορλώφ, ο οποίος ανήκει στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδας, από δωρεά του Κωνσταντίνου Ελευθερουδάκη, τη δεκαετία του 1930. Ο πίνακας αυτός υποτίθεται ότι απεικονίζει συνεδρίαση της Βουλής του 1878, της εποχής δηλαδή του Χαριλάου Τρικούπη, με τον ίδιο στη βήμα να αγορεύει. Στην συνεδρίαση αυτή συμμετέχουν πολλές γνωστές πολιτικές προσωπικότητες.

Ιστορικά όμως ο πίνακας δεν είναι ακριβής, γιατί περιλαμβάνει πρόσωπα, που δεν ήταν βουλευτές την εποχή εκείνη, με πρώτο και καλύτερο τον εικονιζόμενο Στριφτόμπολα, που έγινε βουλευτής Πατρών το 1905.

Οι φουστανελοφόροι βουλευτές, ήταν πάντα ένα προσφιλές θέαμα και θέμα. Ορισμένοι, κατάλοιπα της Επανάστασης του 1821, δεν αποχωρίσθηκαν την εθνική ενδυμασία και δεν προσχώρησαν ποτέ στην μετεπαναστατική μόδα της λεγόμενης φράγκικης φορεσιάς.

Φουστανελοφόροι βουλευτές υπήρχαν στα ύστερα χρόνια, έως τα τέλη του 19ου αιώνα και μόνο ένας στις αρχές του 20ου αιώνα. Υπάρχουν μάλιστα και κείμενα του νεαρού τότε κοινοβουλευτικού συντάκτη Κωστή Παλαμά, περί το 1882-1883, για την παρουσία φουστανελοφόρων βουλευτών στο Κοινοβούλιο.

Ποιος ήταν ο Στριφτόμπολας;

Ο Αλέξιος Στριφτόμπολας απόγονος αγωνιστών της Επανάστασης του 1821 γεννήθηκε στο Σιγούνιο Καλαβρύτων το 1834 και πέθανε στην Πάτρα, στις 16 Φεβρουαρίου 1912.

Εξελέγη πολλές φορές δημοτικός πάρεδρος και μια φορά βουλευτής Πατρών, ενώ υπήρξε και υποψήφιος δήμαρχος Πατρέων το 1899 και το 1903, αλλά απέτυχε και εξελέγη δήμαρχος και τις δύο φορές ο Δημήτριος Βότσης. Ήταν αφοσιωμένος στον βασιλέα Όθωνα. Τον ακολούθησε μάλιστα στην εξορία, μετά την εκθρόνισή του το 1862.

Αποτέλεσε γραφική φιγούρα του ελληνικού κοινοβουλίου, αφού ήταν ο μόνος βουλευτής, που φορούσε στις αρχές του 20ου αιώνα πλέον, φουστανέλα για όλη του την ζωή αρνούμενος να φορέσει ευρωπαϊκά ρούχα, τα οποία είχαν καθιερωθεί πλέον ως το ένδυμα της εποχής του.

Ο Στριφτόμπολας έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Πάτρα όπου ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές. Στην συνέχεια η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα γιατί ο πατέρας του Αναστάσιος, διορίσθηκε διευθυντής αστυνομίας. Εκεί ο Αλέξιος λόγω της δουλειάς του πατέρα του είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με τον βασιλέα Όθωνα, που ήθελε να τον κάνει στρατιωτικό κι έγινε πιστός οπαδός του.

Το 1862 ξέσπασε η επανάσταση κατά του Όθωνα, ο οποίος εκθρονίστηκε και εγκατέλειψε την Ελλάδα. Ο Στριφτόμπολας βρίσκονταν στην Πάτρα, όταν ξέσπασε η επανάσταση. Υποστήριξε ανοιχτά τον Όθωνα και συνελήφθη από τους αντιοθωνικούς μαζί με τον αδελφό του Περικλή και φυλακίσθηκαν σε ένα ατμομυοδρόμονα, που ναυλοχούσε στο λιμάνι της πόλης. Προσπάθησε μέσα από το πλοίο να μεταστρέψει τους επαναστατημένους ναύτες σε οπαδούς του Όθωνα ή να ανατινάξει το σκάφος, αλλά απέτυχε. Αργότερα τα δύο αδέλφια μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και αποφασίστηκε να εξορισθούν από την Ελλάδα.

Ο Αλέξιος αναχώρησε για το Μόναχο όπου έμεινε τρία χρόνια πριν επιστρέψει. Ο Περικλής παρέμεινε στην Ιταλία. Στο Μόναχο έμεινε κοντά στον εξόριστο Όθωνα και την Αμαλία. Η επιστροφή του στην Ελλάδα, έγινε με παρότρυνση του βασιλικού ζεύγους.

Το 1908 ασθένησε βαριά, έπαθε ημιπληγία στα άκρα και πέθανε την Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου το πρωί. Πριν πεθάνει είχε εκφράσει στους οικείους του την επιθυμία, η κηδεία του να είναι απέριττη. Κανένα στεφάνι να μην κατατεθεί ούτε λόγος να εκφωνηθεί ούτε μουσική να παιανίσει πένθιμα. Το φέρετρο να επενδυθεί με τα εθνικά χρώματα και μέσα να τοποθετηθούν οι εικόνες του Όθωνα και της Αμαλίας.

Στην κηδεία του παρέστη μεταξύ άλλων ο Δημήτριος Γούναρης, ο Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος και άλλοι επίσημοι.

Ο μύθος του Στριφτόμπολα

Ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας του, η γραφική ενίοτε παρουσία του, οι αφηγήσεις του και η μεγαλοπρεπής φουστανέλα του, δημιούργησαν το μύθο του. Ο Στριφτόμπολας, δεν έβγαλε ποτέ του τη φουστανέλα. Και η φορεσιά του φημίζονταν ως πολυτελής και αριστοκρατική, γιατί ο ίδιος ήταν μέλος διακεκριμένης οικογένεια της τότε Αχαιοήλιδος.

Αυστηρός στα ήθη, γνήσιος «παλαιομοδίτης» τηρούσε τις παραδόσεις και δεν αποδέχονταν τους ποικίλους νεωτερισμούς της εποχής του. Τα ήθελε όλα Ελληνικά. Και όπως έλεγε: «Ό,τι είναι Ελληνικό, είναι δώρο Θεού».

Όταν του έλεγαν να βγάλει τη φουστανέλα και να φορέσει τα ευρωπαϊκά, θεωρούσε ότι τον έβριζαν και απαντούσε:
-Ετούτα που φορώ, είναι τίμια και Ελληνικά. Αυτά που φοράτε εσείς είναι φράγκικα. Αν έλεγες σε κάποιον από τους προγόνους μας να φορέσει τέτοια ρούχα θα έβγαζε το πιστόλι του και θα σε σκότωσε στο μομέντο! Γιατί το είχανε για μεγάλη προσβολή. Μόνο άμα θέλανε να μασκαρευτούνε τα βάζανε!!!

Ο Στριφτόμπολας ήταν συνεπής κοινοβουλευτικός. Πρώτος κατέφθανε στη Βουλή και τελευταίος αποχωρούσε από τις συνεδριάσεις της. Καίτοι γέρων παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή τις συνεδριάσεις του Κοινοβουλίου. Υπήρξε μέλος της κοινοβουλευτικής επιτροπής επί των Εκκλησιαστικών.

Ως βουλευτής ήταν μέλος του Θεοτοκικού κόμματος. Οσάκις μιλούσε ο Γεώργιος Θεοτόκης τον κοίταζε στα μάτια και όταν ο πρωθυπουργός κατέβαινε από το βήμα, έσπευδε πρώτος να του πιάσει το χέρι και να τον συγχαρεί. Είχε προσωπική επιρροή σε όλα τα χωριά της Αχαΐας και λόγω της οικογενειακής του παράδοσης και λόγω των συμπαθειών που είχαν οι ψηφοφόροι προς το πρόσωπο του, για την ανιδιοτελή και τίμια διαχείριση των κοινών.

Όταν ο Στριφτόμπολας πήγαινε στη Βουλή, καθόταν σε ένα γραφείο και γύρω του μαζεύονταν κοινοβουλευτικοί συντάκτες και τον άκουγαν να διηγείται ιστορίες από τη ζωή του ή ιστορίες για άλλους ή να λέει διάφορα γνωμικά. Μαζί κατέφθαναν και υπάλληλοι της Βουλής. Όλοι κρέμονταν από τα χείλη του. Ήταν ανεξάντλητος, αλλά και καλός αφηγητής. Μιλούσε με θαυμαστή ηρεμία. Κάθονταν κυρίως με το ένα πόδι στη καρέκλα. Το άλλο ήταν απλωμένο και ακουμπούσε επάνω του το μεγάλο τσιμπούκι του, που το άναβε και κατά τα δημοσιεύματα, έμοιαζε με… καμινάδα βαποριού!

Είχε και απόψεις, που σίγουρα με τα μέτρα της σημερινής εποχής θα θεωρούνταν αντιφεμινιστικές.

-Η γυναίκα, βρε παιδί μου- έλεγε ο Στριφτόμπολας- είναι το πιο ανήμερο θεριό. Όπως και να το μεταχειριστείς πάντα να είσαι βέβαιος ότι δεν το κερδίζεις! Ποτέ δεν σου παρουσιάζεται όπως πράγματι είναι. Εκεί που σε φιλεί και σε χαϊδεύει έχει ίσως αλλού το νου της και άλλα σκέφτεται. Εσύ γελιέσαι και νομίζεις ότι σε σκέφτεται και ότι είναι όλο λατρεία και αφοσίωση. Εδώ είναι που την παθαίνουν οι περισσότεροι άντρες.

Ο γάμος κατά τον φουστανελά Στριφτόμπολα, μοιάζει με κλεισμένο πιθάρι, μέσα στο οποίο βρίσκονται ενενήντα εννέα φίδια και ένα χέλι. Αυτός που αποφασίζει να παντρευτεί βυθίζει το χέρι του μέσα σ’ αυτό το πιθάρι χωρίς να ξέρει τι θα πιάσει. Αν πιάσει το χέλι, σώθηκε 99%. Όμως αν πιάσει φίδι; Πάει χαμένος…

Ο γέρο Στριφτόμπολας αφηγείτο και ανέκδοτα από τη ζωή του Όθωνα, με τον οποίο είχε συνδεθεί στενά. Έλεγε επίσης ανέκδοτα για τους Κωλέττη, Βούλγαρη, Δεληγιώργη και Κουμουνδούρο.

Για το κτίριο των Ανακτόρων (τη σημερινή Βουλή) είχε κακή γνώμη. Θεωρούσε το κτίσμα ως… ανθρακαποθήκη και έλεγε ότι όποιος μπαίνει μέσα, βγαίνει … μουντζουρωμένος!

Λέγεται ότι ο Στριφτόμπολας αγόρευσε μόνο μια φορά στη Βουλή. Αλλά η αγόρευση εκείνη έμεινε αλησμόνητη. Καυτηρίασε τους πάντες!!! Θρυλείται επίσης ότι κατά τη διάρκεια της αγόρευσης του Στριφτόμπολα, ακούσθηκε ένας βουλευτής να λέει:
-Άλλη μια φορά να ανεβεί στο βήμα ο κυρ Αλέξης και πρέπει να φύγουμε όλοι από εδώ μέσα!
Καταπέλτης η αγόρευση του. Τόσο έντονος ήταν ο καταγγελτικός του λόγος που επενέβη προσωπικά ο πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης για να πεισθεί ο Στριφτόμπολας να τερματίσει την αγόρευσή του και να εγκαταλείψει το βήμα. Όταν τελείωσε και βγήκε έξω από την αίθουσα, τον περικύκλωσαν οι δημοσιογράφοι, προς του οποίους είπε:

-Αμ, μάζευα, μάζευα και επιτέλους ξέσπασα. Δεν μπορούσα να μην τα πω. Έπειτα ας έλθει ένας με διαψεύσει. Δυστυχώς όμως αυτή είναι η κατάσταση.

Και ο Στριφτόμπολας άναψε το τεράστιο τσιμπούκι του για να καπνίσει αρειμανίως, αφού έκατσε με άνεση στον καναπέ του εντευκτηρίου των βουλευτών.

Το Νοέμβριο του 1904 ο Στριφτόμπολας έκανε μια ομιλία στη μεγάλη αίθουσα του Πανεπιστημίου υπέρ του Όθωνα και της Αμαλίας. Οι φοιτητές τον αποθέωσαν, ιδίως όταν πρότεινε να καταρτισθεί επιτροπή για να στηθούν στην Αθήνα στην πλατεία Ανακτόρων (στη σημερινή πλατεία Συντάγματος) οι ανδριάντες του Όθωνα και της Αμαλίας. Όταν τελείωσε την ομιλία του οι φοιτητές τον συνόδευσαν τιμητικά από το Πανεπιστήμιο έως το ξενοδοχείο «Εθνικόν» όπου διέμενε.

Σε άλλη περίσταση εκφώνησε λόγο στην Αθήνα κάνοντας λόγο για το μύθο της οχιάς, που κρύβεται μέσα σε ένα λαγήνι και δηλητηριάζει το νερό. Και όταν κάποιες κυρίες θέλησαν να τον πειράξουν τον ρώτησαν ποιος φταίει το λαγήνι ή η οχιά, ο Στριφτόμπολας απάντησε: «Και τα δυο θέλουν χάλασμα»!

Φανατικός οθωνικός, τάχθηκε κατά της δυναστείας του Γεωργίου Α΄ γιατί θεωρούσε ότι ο νέος βασιλεύς δεν ακολουθούσε την πολιτική του Όθωνα, που ήταν πατριωτικότατη.

Κάποτε ο Γεώργιος Α΄ δώρισε στον Θεόδωρο Δηλιγιάννη δύο πολύτιμα βάζα. Όταν τον συνάντησε ο Στριφτόμπολας του είπε:
-Κύριε Πρόεδρε, είδα ότι σου έστειλε κάτι κουρούπια η Αυτού Μεγαλειότης!
-Τι κουρούπια; ρώτησε γελώντας ο Δηληγιάννης.
-Να, αυτά που λέτε βάζα. Όταν το έμαθα ήθελα να σου τηλεγραφήσω από την Πάτρα. «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας». Γιατί οι Βασιλείς δεν πρέπει να κολακεύουν τους πολιτικούς, αλλά να τους φοβούνται. Με όλα αυτά τα δώρα, δεν σε αγαπάει το Στέμμα… Πρόεδρε, πρόσεχε.
-Τα πάντα εξαρτώνται από τη Δυναστεία, απάντησε ο Δηλιγιάννης. Διότι δυστυχώς δεν έχουμε νεολαία δράσεως. Σήμερα αυτή ασχολείται με βαλς και καντρίλιες παρά με τα εθνικά ζητήματα.

Όταν στο Ναύπλιο έγιναν τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια, επισκέφθηκε την πόλη ο Στριφτόμπολας. Το μεγαλοπρεπές παράστημα, η χρυσοΰφαντη φορεσιά του και η σεβάσμια μορφή του προσέλκυαν το θαυμασμό των Ναυπλιέων. Αυτός όμως διασχίζοντας τους δρόμους του Ναυπλίου είδε αναρτημένες με την ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων στα καταστήματα και τους εξώστες, όλες τις εικόνες των ηρώων του 1821, αλλά πουθενά την εικόνα του Καποδίστρια. Όταν λοιπόν έφτασε στην πλατεία και γύρω του σχηματίσθηκε ένα ευρύς κύκλος από περίεργους και άλλους γνωστούς του, ο Στριφτόμπολας ύψωσε το βλέμμα του προς το γαλανό ουρανό λέγοντας:

-Βρε παιδιά, βλέπετε εκεί επάνω ένα μεγάλο χέρι που μας μουντζώνει;

Όλοι γύρισαν προς το στερέωμα του ουρανού, αλλά μούντζα δεν είδαν και άρχισαν να αμφιβάλλουν για τη διανοητική κατάσταση του φουστανελοφόρου, ο οποίος το κατάλαβε και τους είπε αμέσως:
-Ναι, είναι το χέρι του Καποδίστρια, ο οποίος μουντζώνει από εκεί επάνω, την αγνώμονα γενιά, η οποία ενώ έχει την εικόνα όλων των χρήσιμων και άχρηστων, δεν καταδέχεται να κρεμάσει και την εικόνα του πρώτου θεμελιωτή της Ελλάδας, του Καποδίστρια. Πώς φαινόμαστε ότι είμαστε γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, που εξόρισαν το δίκαιο Αριστείδη!

Μαζί με τον Στριφτόμπολα, χάθηκε από το προσκήνιο του δημόσιου βίου η φουστανέλα, που τη βλέπουμε σήμερα μόνο στην προεδρική φρουρά στις παρελάσεις και στις θεατρικές παραστάσεις των σχολείων στις εθνικές επετείους.

πηγές: Εφημερίδες «Εσπερινή» Αύγουστος 1929 και «Νεολόγος Πατρών» Φεβρουάριος 1912

timelink

ΔΗΜΟΦΙΛΗ