Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ὁ Ἀειπλάνητος

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

Τὸν ἔβλεπα πρὸ χρόνων πολλῶν, καὶ τὸν ἐνθυμοῦμαι ὡσὰν ὄνειρον. Ἀλλὰ δὲν εἶχα γνωριμίαν μαζί του. Ἦτον καμαρότος τῆς πρώτης θέσεως εἰς τὰ βαπόρια τῆς «Ἑταιρείας». Ἦτο λίαν μεταδοτικὸς καὶ φιλάδελφος πρὸς ὅσους ἔτυχε νὰ γνωρίζῃ, ἐπιβάτας μάλιστα τῆς κουβέρτας, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐκουβαλοῦσε κρυφὰ ὅ,τι ἐπερίσσευεν ἀπὸ τὴν τράπεζαν, τοὺς ἔφερνε ποτήρια νεροῦ ἀπὸ τὴν πρώτην θέσιν, καὶ πολλὰς ἄλλας ἀνέσεις παρεῖχεν εἰς αὐτούς.

Ἦτον ἀπὸ τότε μὲ ἄσπρα μαλλιά, κ᾽ ἐφαίνετο ὡς γέρων ἤδη. Εἴκοσιν ἔτη ὕστερον, ὅταν ἐσχετίσθην μαζί του, εἶχεν ἀκόμη ἄσπρα μαλλιά, καὶ ἀρρυτίδωτον τὴν ὄψιν. Καθὼς μοῦ εἶπε, δὲν ἦτο παραπάνω ἀπὸ πενῆντα χρόνων.

Εἶχε πάρει σύνταξιν ἀπὸ τὴν «Ἑταιρείαν», δὲν ἠθέλησε «νὰ μβῇ στὸν κόσμο», κ᾽ ἐκοίταζε πῶς νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του· ἐν Ἀθήναις ἐσύχναζεν εἰς τοῦ Μακράκη. Ἐπειδὴ ἔτρεφε κάποιαν ὑπόληψιν εἰς ἐμέ, μὲ ἠρώτησε νὰ τοῦ εἴπω εἰλικρινῶς τί ἐφρόνουν περὶ Μακράκη καὶ Μακρακισμοῦ.

― Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κυρ-Γιάννη, τοῦ εἶπα, ὅτι πολλοὶ τῶν Μακρακιστῶν εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, καὶ ὅτι ὁ Μακράκης θὰ ἦτον πολὺ καλὸς καὶ ὠφέλιμος… Ἀλλά, τί νὰ σοῦ πῶ κ᾽ ἐγώ, «νόμῳ καλόν, νόμῳ κακόν». Ἐάν, παραδείγματος χάριν, τὸ δεῖνα σπίτι ἐκηρύσσετο ἁρμοδίως ὑπὸ τῶν ἰατρῶν χολεριασμένον ἢ βλογιασμένον, θὰ εἶχες ποτὲ τὴν τόλμην νὰ πατήσῃς τὴν καραντίνα καὶ νὰ εἰσέλθῃς, εἰς αὐτό;

―Ὄχι, μοῦ εἶπε.

―Ἄλλο τόσον καὶ περὶ Μακράκη.

Οἱ ἁρμόδιοι, δηλ. ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, τὸν ἐκήρυξε κακόδοξον καὶ αἱρετικόν. Μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, καὶ πρὶν ἀνώτερόν τι δικαστήριον, φέρ᾽ εἰπεῖν ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ τ᾽ ἄλλα Πατριαρχεῖα, ἀκυρώσουν τὴν πρᾶξιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, καὶ κηρύξουν τὸν Μακράκην ὑγιαίνοντα περὶ τὴν πίστιν καὶ ὀρθόδοξον, πᾶς χριστιανὸς ὀφείλει νὰ πειθαρχῇ εἰς τοὺς ὁρατοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ἁμαρτωλοὶ εἶναι οὗτοι εἴτε ἅγιοι, καὶ νὰ μὴ πλησιάζῃ εἰς τὸν Μακράκην. Ἄλλως, θὰ ἦτον ἀναρχία καὶ τίποτε ἄλλο.

Ἀκολούθως τὸν συνήντησα κατὰ τὸ θέρος εἰς Σ… ὅπου διέτριψα ἐπ᾽ ὀλίγον. Τρεῖς μῆνας ἔμεινα ἐκεῖ, τρεῖς διατριβὰς ἤλλαξε κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὁ κυρ-Γιάννης ὁ Χρυσοβούλλης. Πρῶτον ἦτον πλησίον τοῦ πατρὸς Ἱερεμίου, ἐναρέτου ἀσκητοῦ, εἰς ἓν κάθισμα, ἤτοι μέγα κελλίον, μοναχικὴν κατοικίαν μὲ πολλὰ δωμάτια. Ὁ εἰρημένος ἀσκητὴς ἐλέγετο μακρακίζων, καλῇ τῇ πίστει. Ἐντεῦθεν ἐνόησα ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν μοῦ εἶχε ζητήσει ὁ κὺρ Γιάννης, καὶ ἡ ὑπόληψις τὴν ὁποίαν ἔλεγεν ὅτι ἔτρεφε δι᾽ ἐμὲ ἦτο ὑπὸ τὸν ὅρον… νὰ συμφωνῶ μαζί του.

Ἐν τούτοις δὲν ἔμεινε πολὺν καιρὸν εἰς τὸ οἰκητήριον ἐκεῖνο. Τὸν δεύτερον μῆνα ἐπιάσθη καὶ ἐμάλωσε μ᾽ ἕνα συμπέθερόν του, διεκδικοῦντα κληρονομικὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ κελλίου καὶ τῆς μικρᾶς περιοχῆς. Τότε μετέβη εἰς τὸν Ἅγιον Χαράλαμπον, μονύδριον διαλελυμένον. Εἶτα ἔφυγεν ἐκεῖθεν, κ᾽ ἐπῆγε κ᾽ ἔβαλε μετάνοιαν εἰς τὸν Σωφρόνιον, τὸν τότε ἡγούμενον τοῦ σεμνοπρεποῦς καὶ ὡραίου κοινοβίου τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ἔμεινεν ἐκεῖ δύο μῆνας.

Εἶτα, ὅταν ἐγὼ ἐπέστρεψα εἰς Ἀθήνας, ἔμαθα ὅτι ὁ κυρ-Γιάννης ἔφυγεν ἀπὸ τὸ Κοινόβιον κ᾽ ἐπῆγεν εἰς τὴν Κουνίστραν, παλαιὸν μοναστήριον ἀκατοίκητον, κ᾽ ἔμεινεν ἐκεῖ ὁλομόναχος ἐπ᾽ ὀλίγας ἡμέρας.

*
* *

Ἀκολούθως, συνέπεσε νὰ ἐπισκευασθῇ ἕν, γειτονικὸν τῆς Κουνίστρας, παλαιὸν μονύδριον τοῦ Προδρόμου. Τότε ὁ φίλος μας, ἀνήσυχος πάντοτε, καὶ μὴ δυνάμενος νὰ «κατασταλάξῃ» που, ἐπῆγε καὶ ἐδοκίμασε νὰ μείνῃ ἐπ᾽ ὀλίγον εἰς τὴν ἐρημικὴν καὶ δασώδη ἐκείνην κοιλάδα τοῦ Προδρόμου. Τέλος ἐπανῆλθε καὶ δευτέραν φορὰν πλησίον τοῦ πατρὸς Ἱερεμίου, εἰς τὸ κελλίον τοῦ Προφήτου Ἠλιού.

*
* *

Μετ᾽ ὀλίγον καιρόν, ἐνῷ διέτριβον πάντοτε ἐν Ἀθήναις, αἴφνης καὶ παρὰ προσδοκίαν, συναντῶ τὸν φίλον μου καθ᾽ ὁδὸν πλησίον εἰς τοῦ Καλαμιώτη.

― Καλημέρα, μοῦ λέγει.

―Ἔ! ποῦ σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο, κὺρ Γιάννη;… Ἐγὼ σὲ εἶχα πὼς βρίσκεσαι ἀκόμα στὴ Σ…, στὸ Κοινόβιο.

― Οὔ! εἶναι μῆνες ποὺ δὲν εἶμαι στὸ Κοινόβιο, εἶπε. Σ᾽ αὐτὸ τὸ διάστημα, καθὼς ἔφυγες τουλόγου σου ἀπ᾽ τὴν πατρίδα, ἄλλαξα δυὸ-τρία λημέρια.

― Ποιὸ καὶ ποιό;

― Σὰν ἔφυγα ἀπ᾽ τὸν Εὐαγγελισμό, ἐπῆγα στὴν Παναγιὰ τὴν Κουνίστρα, καὶ ἐκάθισα ἐκεῖ κάμποσον καιρό, ὕστερα πῆγα στὸν Πρόδρομο στὸν Ἀσέληνο. Ὕστερα ξαναγύρισα πάλι στὸν πάτερ Ἱερεμία, μὰ πάλι ξαναμάλωσα μὲ τὸν Δημήτρη, κ᾽ ἔφυγα…

― Μὲ ποιόνε Δημήτρη;

― Τὸν συμπέθερό μου· δὲν τὸν ξέρεις;… Ἅμα μ᾽ ἔβλεπε νὰ δίνω δυὸ κρομμυδάκια, ἢ λίγο μαϊδανό, ἢ κανένα μαρούλι, σὲ κανένα φτωχὸν διαβάτη, ἐσκύλιαζε ἀπ᾽ τὸ κακό του. Ἐγὼ τοῦ εἶπα, καὶ νὰ πεθάνῃ, δὲν θὰ τὰ πάρῃ μαζί του, καὶ νὰ ζήσῃ, θὰ τοῦ πέσουν παραπολλὰ στὸ στομάχι του… Τότ᾽ ἐκεῖνος αὐθαδίασε καὶ μοῦ εἶπε, μὲ παροιμίες, καθὼς συνηθίζει, «ξένο βιό, καλολογάριαστο», καὶ «δὲν εἶναι γύφτικο μνημόσυνο ἐδῶ» καὶ «μὲ ξένα κόλλυβα νὰ μὴ γυρεύω νὰ μνημονέψω». Ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ τὴν κάπα μου κ᾽ ἔφυγα.

― Κ᾽ ἦρθες κατ᾽ εὐθεῖαν γιὰ τὴν Ἀθήνα;

―Ὄχι, ξαναπῆγα καὶ δεύτερη φορὰ στὸ Κοινόβιο, δὲν σοῦ εἶπα… Καλὰ τὸ εἶπες… Ἐπῆγα ἐκεῖ, κι ὁ ἡγούμενος μ᾽ ἔβαλε μάγειρα… Ὕστερα, ὁ πάτερ Μελέτιος, ὁ οἰκονόμος, μ᾽ ἐμάλωσε νὰ μὴ δίνω κομμάτια ψωμὶ καὶ γαβαθάκια μὲ κολοκύθια ἢ μελιτζάνες στοὺς διαβάτες… Τότ᾽ ἐσηκώθηκα κ᾽ ἐγώ, ἔβαλα μετάνοια στὸν ἡγούμενο, κ᾽ ἔφυγα.

― Κ᾽ ἔρχεσαι κατ᾽ εὐθεῖαν ἀπ᾽ ἐκεῖ;

―Ὄχι· ἐπῆγα στὸν Βόλο, νὰ ἰδῶ τὴν ἀδελφή μου μὲ τὸν γαμβρό μου, καὶ τὴ φαμίλια τους. Ἐκεῖ ἔμαθα πὼς εἶναι κοντὰ κάπου ἐκεῖ ἕνα καλὸ μοναστήρι, ὁ Ἁι-Γιάννης… Ἐπῆγα καμπόσες μέρες νὰ δοκιμάσω, μὰ τὰ ηὗρα κ᾽ ἐκεῖ κάπως χειρότερα, ἐπῆρα τὴν ράβδο μου, κ᾽ ἔφυγα.

― Κ᾽ ἔρχεσαι ἀπ᾽ ἐκεῖ τώρα;

―Ὄχι· ἐπῆγα στὸν Ἁρμυρό· ἐκάθισα ὀλίγες μέρες ἐκεῖ κοντὰ σ᾽ ἕνα μοναστήρι…

― Κι ἀπὸ κεῖ;…

― Τὰ ηὗρα ἐκεῖ σκοῦρα… ἐπῆγα πεζὸς ὣς τὴ Λαμία. Ἐκεῖ ἄκουσα πὼς εἶναι δυὸ-τρία μοναστήρια πολὺ καλά. Ἐπῆγα στεριὰ πολλὲς ὧρες δρόμο, στὸν Ἁι-Κωνσταντῖνο, καθὼς καὶ στὸν Ἁι-Γιώργη τῆς Μαλεσίνας… Κι ἀπὸ κεῖ ἔφυγα.

― Τότε θὰ κάμῃς καλά, τοῦ εἶπα ἐγώ, νὰ πάρῃς ἕνα «Συνταγμάτιον» νὰ διαβάσῃς πόσα μοναστήρια εἶναι στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Τουρκία, γιὰ νὰ ξέρῃς…

― Καὶ ποῦ βρίσκεται αὐτὸ τὸ Συντομάτιον;

― Δὲν ξέρω ἂν βρίσκεται στὰ βιβλιοπωλεῖα. Στὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη νὰ πᾷς, θὰ τὸ εὕρῃς. Καὶ δὲν μοῦ λὲς ἕνα πρᾶγμα, κὺρ Γιάννη; Πῶς δὲν σοῦ ἦρθε ἡ ἰδέα νὰ πᾷς στὸ Ἅγιον Ὄρος;

―Ἐπῆγα ἄλλοτε κ᾽ ἐπροσκύνησα. Μὰ ἐκεῖ δὲν εἶναι γιὰ μᾶς. Εἴμαστε ἀλλοιῶς μαθημένοι.

― Γιατί;

― Εἶναι αὐστηρότης μεγάλη… Εἶναι καὶ κόμματα… Ρῶσοι πολλοί.

― Καὶ τώρα γιὰ ποῦ εἶσαι, νά ᾽χουμε καλὸ ρώτημα;

― Εἶμαι γιὰ τὴν Πάτρα. Θὰ πάω εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη νὰ προσκυνήσω τὰ μεγάλα μοναστήρια ποὺ εἶναι πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὴν Ἁγία Λαύρα, τοὺς Ταξιάρχας, τὸ Μέγα Σπήλαιο.

― Καὶ θὰ κάμῃς πολὺν καιρὸ ἐκεῖ;

― Ὤ, ἐκεῖ θὰ μείνω ὁριστικῶς πλέον. Σωθήκανε τὰ ψέματα…

Μετὰ τρεῖς μῆνας, ἕνα πρωί, συναντῶ πάλιν τὸν κὺρ Γιάννην ἐν Ἀθήναις εἰς τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς.

― Τὰ μάτια μου κάνουνε;… Ἐσὺ εἶσαι, κὺρ Γιάννη;

―Ἐγὼ ὁλάκερος. Καλῶς σᾶς ηὗρα.

―Ἔρχεσαι ἀπ᾽ τὸ Μέγα Σπήλαιον;

―Ἀπ᾽ τὸ Μέγα Σπήλαιο, ἀπ᾽ τὴν Ἁγία Λαύρα, ἀπ᾽ τοὺς Ταξιάρχας καὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη.

― Καὶ δὲν μπόρεσες νὰ κάμῃς οὔτ᾽ ἐκεῖ;

― Δὲν μπόρεσα… Τί τὰ θέλεις; Πάει πλέον ἡ καλογερική.

― Τώρα, γιὰ ποῦ εἶσαι;

― Γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Συλλογίσθηκα καλὰ τὸ λόγο ποὺ μοῦ εἶπες τὴν ἄλλη φορά… Θὰ σ᾽ ἀκούσω…

*
* *

Εἶχα μείνει διαρκῶς ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὰς Ἀθήνας. Τὸ ἄλλο θέρος ἐπῆγα εἰς τὴν πατρίδα μου.

Ἤμην ἀπὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν ἐκεῖ· ἕνα δειλινὸ μία βρατσέρα ἄραξε πλησίον τῆς ἀποβάθρας εἰς τὸν λιμένα.

Ἤρχετο ἐξ Ἁγίου Ὄρους. Μεταξὺ τῶν ἀποβιβασθέντων βλέπω τὸν κὺρ Γιάννην.

― Καλῶς ὥρισες, τῷ εἶπα.

― Πάντα μὲ τὸ καλό, μοῦ λέγει μειδιῶν… Ἐπῆγα καὶ στ᾽ Ἅγιον Ὄρος δευτέραν φοράν… Θὰ δώσω μεγάλον κόπον εἰς τὸν Ἄγγελόν μου.

― Γιατί;

― Γιατὶ θὰ ἔχῃ νὰ περιφέρῃ τὴν ψυχήν μου εἰς παραπολλοὺς τόπους… Κι ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἀπελπισθῇ νὰ μὲ πηγαίνῃ ἀπὸ δύο καὶ τρεῖς φορὰς εἰς κάθε τόπον… Ἐπειδὴ εἰς τὸν κάθε τόπον ἔχω διατρίψει δύο καὶ τρεῖς φοράς.

― Πῶς πέρασες λοιπόν;

― Παραέγιναν κ᾽ ἐκεῖ τὰ πράγματα… Καλὰ κι ἄξια εἶναι… Ἄξια χώματα!… Πολλοὶ σεβάσμιοι πατέρες, κοινοβιῶται, ἀσκηταὶ κ᾽ ἐρημῖτες ἀκόμη καὶ ἰδιορρυθμῖτες καὶ κελλιῶτες βρίσκονται, ἅγιοι ἄνθρωποι… Μὰ ὡστόσο… εἶναι Ροῦσοι, Ροῦσοι παραπολλοί… καὶ πίνουν καὶ πολὺ ρακί… Φιλεύουν καὶ πίττες ψωμί, καὶ καπίκια ἀσημένια. Δὲν σοῦ λέγω… καὶ στὸν Ἁι-Παντελέημονα κ᾽ εἰς τ᾽ ἄλλα μέρη… μὰ καλύτερα νὰ ἔλειπαν κι αὐτοὶ καὶ τὰ καπίκια τους καὶ τὰ ψωμιά τους τ᾽ ἄσχημα, τὰ κακοζυμωμένα, τ᾽ ἀχώνευτα… Ἔπειτα κ᾽ οἱ ἰδικοί μας ἔχουν κόμματα… δὲν σ᾽ ἀμπαρώνουν εὔκολα μὲς στὰ μοναστήρια… ἄλλα μοῦτρα ἔχουν οἱ Τουρκομερῖτες, ἄλλα οἱ Ἑλλαδῖτες.

― Καὶ τώρα γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός;

―Ἔχω σκοπὸ νὰ πάω ὣς τὰ Μετέωρα. Ἂς δοῦμε κι ἐκεῖ.

Περὶ τὰ τέλη τοῦ φθινοπώρου, ἐνῷ πρὸ μικροῦ εἶχα ἐπιστρέψει εἰς Ἀθήνας, συναντῶ τὸν κὺρ Γιάννην εἰς τὸν περίπατον, παρὰ τοὺς Στύλους.

― Χὸζ γκελντίν! (Καλῶς ὥρισες), τοῦ εἶπα.

― Σὲ ηὗρα, τέλος πάντων! μοῦ λέγει. Δὲν ἤξευρα κατὰ ποῦ νὰ σὲ ζητήσω… Αὐτὴ τὴ φορὰ ἐλπίζω νὰ τὰ λέμε συχνὰ μαζί.

― Πῶς; μένεις στὴν Ἀθήνα;

―Ἀπ᾽ ἔξω ἀπ᾽ τὴν πόλιν… εἶν᾽ ἕνα μικρὸ μετοχάκι μὲ μιὰ ἐκκλησούλα καὶ δυὸ κελλιά, ποὺ τὸ ἔχει κτίσει ὁ πάτερ Ἱερώνυμος… ποὺ ἦτον χρόνια ἐφημέριος στὴν Βουδαπέστη, στὴν Οὑγγαρία… Ἐκεῖ, κοντά του, βρίσκομαι… Ἐδῶ ἔξω, κατὰ τὴν Ζωοδόχο Πηγή… (μοῦ ἔδειξε πρὸς τὸ μέρος τοῦ Ὑμηττοῦ). Ἐκεῖ ἔχω ὡραῖα κηπάρια καὶ καταγίνομαι νὰ καλλιεργῶ… Νὰ σὲ ἰδοῦμε καμμιὰ μέρα… Θὰ σὲ φιλέψω σαρακοστιανὸ φαῒ ἀπὸ ζερζαβάτι, ὅλο ἀπ᾽ τὸ χέρι μου καλλιεργημένο καὶ μαγερεμένο…

― Καὶ πῶς δὲν ἔκαμες στὰ Μετέωρα;

―Ὤ! ἐκεῖ ἀνεβάζουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὴν ἀπόχη, σὰν ἀχινούς, μὲ τὸν γάντζο, σὰν χταπόδια… Λοιπὸν θὰ ἔρθῃς καμμιὰ μέρα;

― Βεβαίως… χαῖρε!

*
* *

Ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον ἔτυχε νὰ διέρχωμαι ἀπὸ τὰ Κεράδικα, παρὰ τὴν ὁδὸν Καπνικαρέας. Βλέπω τὸν κὺρ Γιάννην εἰς τὴν θύραν ἑνὸς τῶν μαγαζείων τούτων, καὶ μ᾽ ἔκραξεν:

―Ἔλα νὰ σὲ ἰδοῦμε.

― Τί γίνεσαι, κὺρ Γιάννη;

―Ὁρίστε, καθίστε.

― Δὲν ἔχω καιρόν… Θὰ ἦρθες, πιστεύω, νὰ ψωνίσῃς κηριὰ γιὰ τὴν ἐκκλησούλα, γιὰ τὸ μετοχάκι σου.

―Ὤ! δὲν βρίσκομαι πλέον ἐκεῖ… δὲν μπόρεσα νὰ πολυκάμω κοντὰ στὸν πάτερ Ἱερώνυμο.

― Καὶ ποῦ βρίσκεσαι;

― Μά, στὸ κηράδικο, ἐδῶ…

― Εἶσαι κηροποιός; Γνωρίζεις κι ἀπ᾽ αὐτὴν τὴν τέχνη;

―Ἀκοῦς, λέει… Βοηθῶ, ὅσο μπορῶ, τὸν φίλον μου ἐδῶ… Μὰ νὰ περνᾷς νὰ σὲ βλέπουμε.

― Εὐχαρίστως.

*
* *

Μετὰ μίαν ἑβδομάδα, διηρχόμην τὴν ἑσπέραν ἕνα δρομίσκον τῆς Πλάκας. Γνώριμος φωνὴ μὲ κράζει ὀνομαστί. Στρέφομαι· βλέπω τὸν κὺρ Γιάννην.

― Τί γίνεσαι, ἀδερφέ ;

―Ὤ! μὲ συγχωρεῖς…, δὲν ἦρθα καμμιὰ μέρα στὸ κηράδικο.

―Ὤ! τώρα κατὰ τὸ παρόν, βρίσκομ᾽ ἐδῶ, στὴν Πλάκα… σ᾽ ἐκεῖνο τὸ φαρμακεῖο ἐκεῖ.

Καὶ μοῦ ἔδειξε πέραν τοῦ πεζοδρομίου, εἰς μίαν καμπὴν τῆς ὁδοῦ.

― Τί, δὲν εἶσαι πλέον στὸ κηράδικο;

― Προσωρινῶς ἐβοηθοῦσα τὸν κὺρ Προκόπην… Τώρα βοηθῶ τὸν φίλον μου τὸν σπετσιέρην, ἐκεῖ… ἔλα καμμιὰ φορὰ νὰ τὰ λέμε. Περνᾷ κανεὶς πολὺ καλὰ τὴν ὥρα στὸ φαρμακεῖο… εἶναι τὸ καφενεῖο ἐκείνων ποὺ δὲν πατοῦν ποτὲ εἰς καφενεῖον.

― Καὶ γνωρίζεις ἀπὸ γιατρικά;

―Ἄ! αὐτὴ εἶναι μία ἀπὸ τὶς παλιὲς τέχνες μου… ὅ,τι μπορεῖ κάνει τινάς. Θά ᾽ρχεσαι κάποτε;

― Εὐχαρίστως… θὰ ᾽ρθῶ καμμιὰ μέρα.

Ἔκτοτε δὲν συνέβη νὰ ξαναϊδῶ πλέον τὸν φίλον μου, τὸν κὺρ Γιάννην. Ἀλλὰ τάχιστα ἐλπίζω νὰ τὸν συναντήσω ἢ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἢ ἀλλοῦ.

(1903)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/340-03-49-o-aeiplanhtos-1903

ΔΗΜΟΦΙΛΗ