Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ἡ Χολεριασμένη

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

Τὴν κατωτέρω διήγησιν, καθὼς καὶ τὴν ἄλλην, τὴν ἐπιγραφομένην «Τὸ Θαῦμα τῆς Καισαριανῆς», ἤκουσα ἐκ στόματος τῆς παθούσης, ἥτις εἶναι ἡ κυρα-Ρήνη Ἐλευθέραινα, τοῦ ποτὲ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Ἀθηναία.

“Μὲ εἶχαν παραιτήσει ὅλοι οἱ δικοί μου, ὁ ἄνδρας μου, ὅπως κι ὁ ἀδερφός μου… Εἶχα πανδρευθῆ μικρή, μ᾽ αὐτὸν τὸν μπαρμπα-Λευθέρη, ποὺ βλέπεις, ποὺ κοντεύει τώρα τὰ ὀγδονταπέντε. Θὰ ἦτον ὣς εἴκοσι χρόνια μεγαλύτερος ἀπὸ μένα.

Τόσο μικρὴ καὶ τόσο ἄκακη καὶ ἄγνωστη* ἤμουν, κορίτσι δεκατριῶν χρονῶν. Ἐκεῖνος μ᾽ ἔπαιρνε στὰ γόνατά του, καὶ μ᾽ ἐφίλευε καραμέλες. Θὰ ἦτον τριαντάρης τότε. Ἐγὼ οὔτε ἰδέαν εἶχα ἀπ᾽ αὐτὰ τὰ πράγματα.

Σὰν ἦρθε ἡ φοβερὴ χρονιά, ποὺ ἔφερε τὴν κατοχὴ τῶν Ἀγγλογάλλων καὶ τὴν χολέρα· ποὺ βάσταξε τρεῖς μῆνες, κ᾽ ἔπαψε τὴν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Φιλίππου, ὕστερα ἀπὸ μεγάλη λιτανεία καὶ δέηση ποὺ ἔκαμε ὁ λαὸς μὲ τοὺς παπάδες, μὲ τὰ εἰκονίσματα, μὲ Σταυροὺς καὶ μὲ ξεφτέρια· κ᾽ οἱ Ἀγγλογάλλοι φοβέριζαν τὸν βασιλιά μας, τὸν Ὄθωνα, κ᾽ ἐκεῖνος ἦτον κλεισμένος στὸ Παλάτι, μόνο γιὰ νὰ παρηγορῇ τὸν λαὸ ἔβγαινε, καὶ δὲν τὸ κούνησε ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, μ᾽ ὅλη τὴν χολέρα καὶ τὸ θανατικό. Κ᾽ ἔβγαιναν τὸν ἀνήφορο οἱ Ἀγγλογάλλοι, πλῆθος πολύ, καβαλαρία, Δραγῶνοι τοὺς λέγανε, καὶ φαντάροι, ποὺ φοροῦσαν κάτι πουτούρια*, καὶ τοὺς λέγανε Ζουάβους· κι ἄλλοι μὲ κατακόκκινες γιακέτες, κάτι φοβεροί, θεόρατοι, ἄνδρες ὣς κεῖ πάνω, μὲ ἄντζες γυμνές, ποὺ φοροῦσαν κάτι σὰ φουστανέλες· κ᾽ ἔβγαιναν κατὰ τὴν πλατέα, κ᾽ ἐφοβέριζαν τὸν Ὄθωνα. Κι ὅσο τὸν ἐφοβέριζαν οἱ Ἀγγλογάλλοι, τόσο τὸν ἀγαποῦσε ὁ λαός. Κι ὁ βασιλιὰς ἐπονοῦσε τὸν λαό, κ᾽ ἐσκορποῦσε ἐλέη καὶ ψυχικὰ πολλὰ ἀπ᾽ τὸ Παλάτι.

Σὰν ἦρθε ἡ χρονιὰ ἐκείνη, ἐμεῖς ἤμαστε πανδρεμένοι τρία χρόνια μπροστά. Ὁ μπαρμπα-Λευθέρης μὲ τὶς καραμέλες μὲ εἶχε καταφέρει. Θὰ ἤμουν δεκαπέντε, ἂς ἤμουν, τὸ πολύ, δεκάξι χρονῶν, ὅταν ἔγινε ἡ στεφάνωση. Ἐκεῖνος θὰ ἦτον παραπάνω ἀπὸ τριάντα.

Τότε, σὰν ἦρθε τὸ κακό, χολεριάσθηκα κ᾽ ἐγώ. Εἶχα γεννήσει ὀλίγους μῆνες μπροστὰ τὴν μοναχοκόρη, τὴν Κατίγκω μου, αὐτὴ ποὺ βλέπεις. Σὰν μ᾽ ἔπιασαν οἱ ἐμετοί, καὶ τ᾽ ἄλλα τὰ συπτώματα, Θεὸς νὰ φυλάῃ ―μακριὰ ἀπὸ σᾶς― ὁ Λευθέρης, αὐτὸς ποὺ βλέπεις, μ᾽ ἀπαράτησε κ᾽ ἔγινε ἄφαντος. Πέρασαν πολλὲς ὧρες καὶ δὲν ἐφάνη. Ὁ ἀδερφός μου ὁ Θύμιος, κι αὐτός, οὔτε θέλησε νὰ μὲ ζυγώσῃ.

Ἐκαθόμουν στὴν ἐνορία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, σ᾽ ἕνα στενὸ σοκάκι, στὴν Ἀκρόπολη ἀποκάτω. Εἶχα τὸ παιδὶ στὴν κούνια, κ᾽ ἔκλαιε. Ἐγὼ ὑπόφερνα ἀπ᾽ τοὺς πόνους τῆς ἀρρώστιας, κ᾽ ἐδίψαγα φοβερά. Ἐφώναζα νά ᾽ρθῃ κανένας. Ἐζητοῦσα ἕνα ποτήρι νερὸ γιὰ ἔλεος. Κανένας δὲν ἤρχετο. Οἱ γειτόνισσες, ἄλλες εἶχαν φύγει, μὲ τὴν ὥρα τους, στὴν ἐξοχή, κι ἄλλες ἔκαναν τὸν κουφὸ καὶ δὲν ἄκουαν.

Μόνον ἕνας γείτονας, ὁ κὺρ Μικέλης ὁ Φουλδάκης, πέρασε τὸ χέρι του ἀπ᾽ τὸ παραθυράκι, καὶ μοῦ ἔρριξε ἕνδεκα σβάντζικα*. Ἐγὼ τοῦ φώναζα νὰ μοῦ φέρῃ νερό. Ἀλλά, μοῦ εἶπε, δὲν εἶχε, κ᾽ ἔφυγε. Ἢ δὲν εἶχε ἀληθινά, ἢ φόβος τὸν ἔπιασε, καὶ δὲν ἤθελε ν᾽ ἀργοπορήσῃ σιμά μου, μὴν κολλήσῃ.

Καλὰ καὶ τὰ δέκα σβάντζικα. Λεφτὸ δὲν εἶχα. Μὰ εὐχαρίστως θὰ ἔδιδα τὰ δέκα σβάντζικα, γιὰ νὰ μοῦ ἔφερνε κανεὶς ἕνα ποτήρι νερό.

Μιὰ ἁρμάθα κυδώνια εἶχα κρεμασμένη στὸν τοῖχο ἀπὸ ἕν᾽ ἀραφάκι. Σηκώθηκα, ἐπῆρα ἕνα, καὶ τὸ μάσησα, γιὰ νὰ ξεδιψάσω. Ὕστερα, σὰν καλύτερα μοῦ φάνηκε νὰ ἦταν ψημένα. Ἔκαμα κουράγιο, ἄναψα φωτιά, κ᾽ ἔψησα δυὸ-τρία καὶ τά ᾽φαγα.

Εἶχα κουράγιο. Ἡ καρδιά μου γερή. Ὁ ἐμετὸς μοῦ εἶχε πάψει ἀπὸ ὥρα.

Σὰν εἶχα φάγει τὰ κυδώνια, μοῦ φάνηκε πὼς μοῦ ἐκόπη κάπως ἡ δίψα. Ὕστερα πάλι ἐδίψασα χειρότερα.

Σηκώθηκα, κ᾽ ἐβγῆκα ἔξω. Ἔκαμα ὀλίγα βήματα στὸ σοκάκι. Ἡ γειτονιὰ ἔρημη. 〈Ὁ〉 κόσμος εἶχε φύγει. Αὐλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα κλειδομανταλωμένα. Ψυχὴ δὲν ἐφαίνετο πουθενά.

Ἐπῆγα παραπέρ᾽ ἀκόμα. Ἤξευρα πὼς ἦτον μιὰ βρύση κάπου ἐκεῖ. Ἔφτασα, μὲ μεγάλη ἀδυναμία, μὲ κομμένα γόνατα. Ξέστριψα μὲ κόπο τὴν κάνουλα τῆς βρύσης. Ὤ, συφορά μου! Τὸ νερὸ εἶχε κοπῆ.

Σηκώνομαι, σέρνουμαι ἀκόμα παραπέρα… Δὲν θυμᾶμαι ἂν εἶχα πάρει μαζί μου τὸ κορίτσι μου ἀπ᾽ τὴν κούνια…!”

Ἐδῶ ἡ ἀφηγουμένη διεκόπη, καὶ προσεπάθει ν᾽ ἀναπολήσῃ. Εἶτα ἐπανέλαβε:

“Ναί… ὄχι, δὲν τὸ πῆρα μαζί μου. Εἶχα βγῆ ἔξω γιὰ προσωρινά. Τὸ ἕνα πρῶτο γιὰ νὰ βρῶ νερό, κ᾽ ἔπειτα μὲ τὴν ἐλπίδα ν᾽ ἀπαντήσω κανένα γνώριμο… νὰ τὸν ἐρωτήσω ἂν εἶδε τὸν ἄνδρα μου πουθενά. Χωρὶς ἄλλο, εἶχα σκοπὸ νὰ γυρίσω γρήγορα πίσω, στὸ σπιτάκι μου.

Ἐπῆγα παραπέρ᾽ ἀπ᾽ τὴ βρύση, ποὺ δὲν εἶχε νερό. Ἐκεῖ ἀκούω σὰν μουρμουρητό, σὰν σιγανὴ ψαλμῳδία. Ἔφτασα ἀπ᾽ ἔξω ἀπ᾽ τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους. Βλέπω μιὰ μικρὴ καρότσα μὲ τ᾽ ἀλογάκια της ποὺ ἔστεκε παρέκει, σὲ μιὰ γωνιὰ τοῦ δρόμου.

Ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς ἦτον ἀνοικτή. Βλέπω μιὰ γριά. Ἦτον ἡ κλησιάρισσα. Σὰν μὲ εἶδε, φοβήθηκε, κ᾽ ἠθέλησε νὰ κλείσῃ τὴν πόρτα ἀπὸ μέσα. Θὰ κατάλαβε ἀπ᾽ τὴν ὄψη μου πὼς ἤμουν μολεμένη. Σπρώχνω τὴν πόρτα, φωνάζω.

― Λίγο νερό!… δὲν εἶστε χριστιανοί;

Εἶδα ποὺ εἶχε δυὸ στάμνες ἀκουμπισμένες ἀπὸ μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴν πόρτα, σιμὰ στὸ παγκάρι. Ἡ γριὰ μ᾽ ἐλυπήθηκε, ἐσήκωσε τὴ μιὰ στάμνα, ποὺ φαίνεται νὰ εἶχε λίγο νερό, κάτω ἀπ᾽ τὴ μέση, καὶ μοῦ εἶπε:

― Κάμε τὶς χοῦφτες σου.

Ἔκαμα τὶς χοῦφτές μου, τὶς παλάμες μου, βαθουλές, ἔσκυψα, αὐτὴ μοῦ ἔρριχνε ἀπ᾽ ὀλίγ᾽ ὀλίγο νερὸ μὲς στὶς χοῦφτες, κ᾽ ἐγὼ ἔπινα. Μοῦ φάνηκε σὰν ἁγιασμός. Ἀναστήθηκ᾽ ἡ ψυχή μου. Ὕστερα ἡ γριά, σὰν ἐτράβηξε τὴ στάμνα μέσα, ἔκαμε πάλι νὰ σπρώξῃ τὴν πόρτα, γιὰ νὰ μὲ κλείσῃ ἀπ᾽ ἔξω. Ἐγὼ ἔπιασα μὲ τὰ δυὸ χέρια τὸ φύλλο τῆς πόρτας κ᾽ εἶπα:

― Τί κάνουν μέσα;

Ἄκουσα σιγανὴ ψαλμῳδία καὶ διάβασμα παπᾶ.

― Βαφτίζουν, μοῦ εἶπε ἡ καλόγρια, μὲ τρόπον ποὺ ἔδειχνε πὼς ἦτον στενοχωρεμένη ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ μὲ ἀπομακρύνῃ.

Ἐπέρασα τὸ κεφάλι στὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας. Ξαφνίστηκα. Ἔβαλα μιὰ φωνή. Ἐκεῖ μέσα, στὴν ἐκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ἀνθρώπους. Ἦτον ὁ Λευθέρης, ὁ ἄνδρας μου, ὁ Στάθης, ὁ γαμβρός του, κ᾽ ἡ Στάθαινα, ἡ ἀνδραδέλφη μου, ποὺ εἶχε πάρει εὐχή, καθὼς φαίνεται, πρὶν σαραντίσῃ, κ᾽ ἐβάφτιζαν τὸ μικρό τους, τὴν πρώτη κόρη ποὺ τοῦ εἶχε κάμει ἡ γυναίκα του ἡ νιόνυφη.

Ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος ἦτον μαζί τους. Αὐτὸς ἦτον ὁ ἁμαξὰς ἐκείνης τῆς καρότσας, ποὺ εἶχα ἰδεῖ νὰ στέκῃ ἀπ᾽ ἔξω ἐκεῖ.

Κατάλαβα τί ἔτρεχε. Εἶχαν σκοπὸ νὰ φύγουν ὅλοι τους μαζί, γιὰ κανένα περιβόλι, κ᾽ εἶχαν ἕτοιμο καὶ τὸν ἁμαξὰ μὲ τὴν καρότσα, κι ὁ ἄνδρας μου ποὺ ἔκανε καὶ τὸ νουνό, θὰ πήγαινε, καθὼς φαίνεται, μαζί τους. Πρὶν φύγουν, ἠθέλησαν, σὰν καλοὶ χριστιανοί, νὰ βαφτίσουν τὸ μωρό τους.

― Πῶς ἦρθες; μοῦ ἐφώναξε ὁ ἄνδρας μου σὰν μὲ εἶδε· ποῦ ἄφησες τὸ παιδί;

― Ἐσύ, πῶς μ᾽ ἄφησες ἐμένα; τοῦ λέω.

Ἐκείνη τὴ στιγμὴ εἶχε τελειώσει ἡ βάφτιση. Ἐγὼ τοὺς ἔγινα κουνούπι καὶ δὲν ἔφευγα ἀπὸ κοντά τους. Ὁ ἄνδρας μου ἦτον συλλογισμένος.

Μ᾽ ἔβλεπαν πὼς μοῦ εἶχε πάψει ὁ ἐμετός, κ᾽ ἐβαστοῦσα καλὰ στὰ πόδια μου. Ἑτοιμάζοντο γιὰ νὰ φύγουν.

― Θά ᾽ρθω κ᾽ ἐγὼ μαζί σας ὅπου πᾶτε! εἶπα ἐγὼ χτυπώντας τὸ κοφτερὸ τοῦ χεριοῦ ἐπάνω στὴν παλάμη μου.

― Σῦρε νὰ φέρῃς τὸ παιδί, μοῦ λέει ὁ ἄνδρας μου.

― Πᾶμε μαζί, τοῦ λέω.

Ὁ Λευθέρης ἄρχισε νὰ ξύνεται. Ὁ ἁμαξάς, χωρὶς νὰ τοῦ προτείνῃ κανεὶς τίποτε, ἄρχισε νὰ φέρνῃ δυσκολίες.

― Συφωνήσαμε γιὰ τρεῖς νοματαίους, καὶ τὸ μωρὸ τέσσεροι, καὶ μοῦ δώσατε τί μοῦ δώσατε, τὸν ἄκουσα νὰ λέῃ στὸν ἀνδράδελφό μου. Τώρα οἱ τέσσεροι θὰ γίνουν ἕξι. Δὲν μᾶς παίρν᾽ ἡ καρότσα.

Ὁ ἀνδράδελφός μου, τὸν εἶδα ποὺ τοῦ ἔγνεψε μὲ τρόπο, σὰν νὰ ἤθελε νὰ τοῦ πῇ: «Ἡσύχασε, καὶ μή σε μέλῃ… θὰ εἴμαστε ὅσοι εἴμαστε…»

Τότ᾽ ἐγὼ ἔβγαλα τὰ ἕνδεκα σβάντζικα, ποὺ μοῦ εἶχε ρίψει ὁ γείτονας ὁ κὺρ Μικέλης, καὶ δὲν εἶχα ξεχάσει νὰ τὰ δέσω καλὰ στὸ κλωνὶ τῆς μανδήλας μου. Σὰν ἄκουσε τὸν κουδουνισμὸ ὁ καροτσέρης, ἐγύρισε κατὰ μένα.

― Νά, ἔχω ἕνδεκα σβάντζικα, εἶπα. Σοῦ τὰ δίνω ὅλα νὰ μὲ πάρῃς κ᾽ ἐμένα μαζί.

Ὁ καροτσιέρης ἐζύγωσε πρὸς τὸ μέρος μου. Ξέχασε πὼς ἤμουν χολεριασμένη.

Ἔβγαλα τὰ σβάντζικα καὶ τὰ μετροῦσα.

― Νά, πάρε τα καὶ τὰ δέκα, εἶπα, καὶ νὰ μὲ πάρῃς μαζί.

Τὴν πρώτη φορὰ εἶχα εἰπεῖ ἕνδεκα· ὕστερα, στὴ στιγμή, τὸ μετάνοιωσα, κ᾽ εἶπα μὲ τὸν ἑαυτό μου: «ἂς κρατήσω κ᾽ ἕνα σβάντζικο, δὲν ξέρω τί γίνεται». Μὰ ὁ ἁμαξὰς εἶχεν ἀκούσει τὰ ἕνδεκα. Ἐπάσκισα ἐγὼ νὰ τὸ κρύψω, τὸ ἕνα, μὲς στὴν παλάμη μου, μὰ ἐκεῖνος τὸ εἶδε.

― Εἶπες ἕνδεκα, εἶπεν ὁ ἁμαξάς. Φέρ᾽ τα ἐδῶ, καὶ θὰ σὲ πάρω.

― Δέκα, εἶπα ἐγώ.

― Φέρ᾽ το καὶ τ᾽ ἄλλο, ἐπέμεινεν ὁ ἁμαξάς.

Μοῦ τὰ πῆρε καὶ τὰ ἕνδεκα. Ὁ ἀνδράδελφός μου γύρισε καὶ τοῦ εἶπε:

― Τώρα δὲν ἔλεγες πὼς θὰ πέσουμε πολλοί;

― Μά, ἀφοῦ μᾶς παίρν᾽ ἡ βάρκα! ἀπηλογήθη ὁ ἁμαξάς· ἡ βάρκα χωρεῖ, ἐσᾶς τί σᾶς μέλει;

Εἶχαν ἰδεῖ πὼς δὲν εἶχα πλέον ἄσκημα συπτώματα, ἡ ὄψη μου φαίνεται νὰ εἶχε σιάξει, καὶ δὲν ἔδειχναν μεγάλο φόβο. Ἡ ἀνδραδέλφη μου μοῦ ἔρριξε μιὰ ματιά, σὰν νὰ μ᾽ ἐλυπήθη.

― Ἂς ἔρθῃ κι αὐτή, ἡ καημένη, Στάθη, εἶπε τοῦ ἀνδρός της.

Κοντολογῆς, ὁ ἄντρας μου, ὁ Λευθέρης, ἔκαμε κουράγιο, ἐπῆγε μόνος του ὣς τὸ σπίτι, ηὗρε τὸ παιδί μας ποὺ ἔκλαιε, τὸ ἐπῆρε καὶ μοῦ τὸ ἔφερε, κι ὀλίγα ρουχικὰ μαζί.

Μπαρκάραμε ὅλοι ἀντάμα στὴν καρότσα.

Ἐμείναμε δυὸ-τρεῖς μῆνες, μὲ τὸν ἄνδρα μου, σ᾽ ἕνα περιβόλι μιανῆς συγγένισσάς μας, κοντὰ στὸν Ἁι-Γιάννη τοῦ Ρέντη.

Ἐκεῖ ἤρχοντο συχνὰ Ἀγγλογάλλοι. Εἶχαν σταθμοὺς ἐκεῖ κοντά. Τοὺς ἔπλυνα τὰ ροῦχα, καὶ μοῦ ἔδιναν ἀσημένια φράγκα. Ἔβλεπαν τὸ κορίτσι μου, τὴν Κατίγκω μου, ποὺ μεγάλωνε σιγὰ-σιγά, κ᾽ ἐκόντευε νὰ χρονίσῃ. Τὴν ἐχάδευαν κ᾽ ἔλεγαν: «Πίκκολο*! πίκκολο!».

Ὣς τόσο, ὅταν ἦταν ὅλοι τους μαζί, καβαλαρία, μὲ τὶς περικεφαλαῖές τους, ἐφαίνονταν φοβεροί· χωριστὰ κι ὀλίγοι-ὀλίγοι, ἐφαίνονταν κι αὐτοὶ καλοὶ ἄνθρωποι.

Περάσαμε καλά. Ἡ χολέρα ἔφυγε σὲ λίγο. Κοντὰ στὰ Χριστούγεννα, ἤρθαμε στὸ σπίτι μας, στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους, τὸ ηὕραμε ἀπείραχτο, κ᾽ ἐκαθίσαμε μὲ ἀγάπη καὶ εἰρήνη.

Ὄχι μόνον εἴχαμε περάσει καλά, ἀλλὰ καὶ κάτι λεφτὰ μοῦ περίσσεψαν ἀπὸ τὶς ὑπηρεσίες ποὺ ἔκανα στοὺς Ἀγγλογάλλους. Ὅταν ἐγυρίσαμε στὴν Ἀθήνα, μέσα, εἶχα σωστὰ ἑκατὸν δέκα φράγκα ἀσημένια.

Μοῦ φάνηκε, τὰ ἕνδεκα σβάντζικα, ποὺ εἶχα δώσει τρεῖς μῆνες μπροστὰ στὸν καροτσιέρη, πὼς τὰ εἶχα σπείρει στὴ γῆς κ᾽ ἐκαρποφόρησαν τὸ δεκαπλάσιο.”

(1901)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/327-03-36-h-xoleriasmenh-1901 ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Ο χαμένος Εκατόμπεδος ναός της Ακρόπολης και τα θραύσματά του

Οι Άγνωστοι Ναοί της Αθηνάς στην Ακρόπολη Οι περισσότεροι επισκέπτες της Ακρόπολης γνωρίζουν μόνο έναν ναό της Αθηνάς: τον Παρθενώνα. Ωστόσο, στον Ιερό Βράχο υπήρξαν...

Αρχαία Κασσώπη: Το «Μάτσου Πίτσου» της Ελλάδας

Ένα μόνο δείγμα από τις αμέτρητες ιστορίες που κρύβει κάθε γωνιά της χώρας μας Η Ελλάδα, μια ανεξάντλητη πηγή πολιτισμού, προσφέρει αμέτρητες ευκαιρίες να ανακαλύψουμε...

Εφυγε από τη ζωή ο θρύλος του ραδιοφώνου Ανδρέας Μαζαράκης – Είχε πρωταγωνιστήσει στα νιάτα του σε ταινίες δίπλα στον Λαμπρο Κωνσταντάρα

Ο έμπειρος δημοσιογράφος και ραδιοφωνικός παραγωγός, με μακρά πορεία στον έντυπο Τύπο και τα ερτζιανά, έφυγε από τη ζωή Ο Ανδρέας Μαζαράκης συμμετείχε σε δύο...

Βασιλική Πουρλιώτη: Ακούς, πατέρα;

Ακούς, πατέρα; Βασιλική Πουρλιώτη από το DocumentoΦίλες και φίλοι,Αν προσπαθούσα να θυμηθώ μία από τις κλασικές, καθημερινές συζητήσεις που είχα με τον πατέρα μου...

Βόμβα Κύρτσου: Προχωράει η απομυθοποίηση του δημοσκοπικού κυκλώματος Μαξίμου

Προχωράει η απομυθοποίηση του δημοσκοπικού κυκλώματος Μαξίμου Πρώτον,όλοι πλέον έχουν καταλάβει το κόλπο με την αναγωγή των αναποφάσιστων.Οσοι επιμένουν σε αυτό δεν πείθουν,απλά δείχνουν τους...

Έσβησε στα 75 του χρόνια ένας σπουδαίος ηθοποιός, ένας στυλοβάτης του θεάτρου στη χώρα μας, ο Σωτήρης Τσόγκας, σύζυγος της Μαιρης Ραζη

Είμαστε συγκλονισμενοι απο το θλιβερό νέο που χτύπησε την θεατρική μας οικογένεια. Εντελώς ξαφνικά εφυγε απο την ζωή ο αγαπημένος φίλος και συνάδελφος Σωτήρης Τσόγκας...

Ο θεσμός που απομόνωσε τη Σπάρτη: Κοινωνικά, στρατιωτικά και πολιτιστικά αποτελέσματα της ξενηλασίας

Τι σημαίνει ξενηλασία; Η λέξη “ξενηλασία” δηλώνει την απομάκρυνση ή την απαγόρευση παραμονής ξένων σε μια πόλη. Στη Σπάρτη, όμως, η ξενηλασία εξελίχθηκε σταδιακά σε...

Διαλύεται το πετυχημένο πάνελ της εκπομπής του Γιώργου Λιάγκα τη νέα σεζόν – Εκτός εκπομπής ο Πάνος Κατσαριδης

Σημαντικές αλλαγές στην ομάδα του «Πρωινού» στον ΑΝΤ1 αποκαλύπτει το zappit Σύμφωνα με τις πληροφορίες, από την εκπομπή αποχωρούν η Γιώτα Κηπουρού, η Δέσποινα Καμπούρη...

Νικόπολη: Η Μεγαλύτερη Αρχαία Πόλη της Ελλάδας

Η Άγνωστη Μεγαλύτερη Αρχαία Πόλη Όλοι γνωρίζουμε πολλές αρχαίες πόλεις στην Ελλάδα. Κάποιες είναι γνωστές, ενώ άλλες λιγότερο. Ωστόσο, υπάρχει μία αρχαία πόλη που πολλοί...

Ταύγετος: Μύθοι, Ιστορία και το Αίνιγμα της Πυραμίδας

Η Πυραμίδα του Ταύγετου βρίσκεται στην καρδιά του επιβλητικού βουνού Ο Ταύγετος δεσπόζει στην Πελοπόννησο. Εκεί υπάρχει ένα γεωλογικό φαινόμενο που έχει προκαλέσει ατελείωτες συζητήσεις....

Ηρόδοτος: Τα εξωτικά ζώα και τα αρώματα των άκρων της Γης

Ο Ηρόδοτος μάς ταξιδεύει στα πιο μακρινά μέρη του κόσμου Περιγράφει ζώα και φυτά που φαίνονται σχεδόν μυθικά στους αρχαίους Έλληνες. Τα εξωτικά πλούτη και...

Συγκλονιστική η Λουκια Γκάτσου για την γυναικοκτονια στη Δράμα: Η Αντιγόνη δεν είναι πια μόνο σύμβολο

Ενα συγκλονιστικό βίντεο  Η Αντιγόνη δεν είναι πια μόνο σύμβολο. Είναι μια γυναίκα που ζήτησε ελευθερία και πλήρωσε με τη ζωή της. Δεν θα γίνει...

Πύργος: Απίστευτο – Κέρδισε 350 χιλιάδες ευρώ στο στοίχημα παίζοντας 50 λεπτά!

Το κουπόνι παίχτηκε στο πρακτορείο Allwyn «Το Αστέρι» (Αγίου Γεωργίου 2) Πιθανότατα να πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσό που έχει δοθεί στην Ελλάδα με τόσο...

Θοδωρής Κολυδάς: Εκτιμηση για τον καιρό τις επόμενες δύο εβδομάδες

Κορυφαία πρόγνωση από τον μετεωρολόγο Κολυδά Οι επόμενες δύο εβδομάδες δείχνουν μια ήπια θερμότερη τάση στα κεντρικά και δυτικά Βαλκάνια, χωρίς όμως σαφές σήμα γενικευμένου...

Ο Βασιλιάς Κουκούνι της Τροίας: Ο Πρώτος Ιστορικός Ηγεμόνας της Πόλης

Ο Πρώτος Ιστορικός Βασιλιάς της Τροίας: Ο Κουκούνι Η Τροία υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της Εποχής του Χαλκού. Πολλοί γνωρίζουν τον μύθο του...

Ο Μάνος Χατζιδάκις και το Ανεξήγητο

Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ Κάποια στιγμή, σε έναν από τους -καθημερινούς σχεδόν- μυστικούς δείπνους που παρέθετε ο Χατζιδάκις στους διάφορους φίλους του, εις...

Πώς Πραγματικά Ήταν το Συμπόσιο στην Αρχαία Ελλάδα

Τι ήταν το συμπόσιο στην Αρχαία Ελλάδα; Το συμπόσιο στην αρχαία Ελλάδα ήταν μια ανδρική κοινωνική εκδήλωση όπου κυριαρχούσαν το κρασί, η κουβέντα και η...

Ευφυία και Μελαγχολία: Η Σύνδεση των Αρχαίων Ελλήνων

Από τον Αριστοτέλη στην Επιστήμη: Πώς η αρχαία σκέψη αποκάλυψε τη σχέση ευφυίας και ψυχικής διάθεσης Ευφυία και Μελαγχολία: Η Σύνδεση των Αρχαίων Ελλήνων αποτελεί...

Έφυγε από τη ζωή στα 68 του χρόνια ο δημοσιογράφος Γιώργος Παλαμιώτης

Σε ηλικία 68 ετών έφυγε από τη ζωή ο δημοσιογράφος Γιώργος Παλαμιώτης, αφήνοντας πίσω του μια μακρά και σημαντική πορεία στον χώρο της ενημέρωσης....

Το Ανάγλυφο της Επίσκυρος: Η Αρχαιότερη Απεικόνιση Ποδοσφαίρου

Το Ποδόσφαιρο στην Αρχαία Ελλάδα δεν είναι απλώς μια σύγχρονη εφεύρεση Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, ένα από τα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου, φυλάσσεται...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ