Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ἀπόλαυσις στὴ γειτονιά

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Μικρά διηγήματα.

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

―Ἐτελείωσε;… ἀλήθεια;

― Τώρα ξεψύχησε.

― Καὶ τὸν ἐμεταλάβανε;

― Θὰ τὸν θάψουν μὲ παπάδες;

―Ἔζησε ὣς δεκαπέντε ὧρες.

Ἀπὸ παράθυρον εἰς αὐλόπορταν, ἀπὸ ἐξώστην εἰς δῶμα, ἀπὸ χαμόγειον εἰς ἀνώγειον, ἐπετοῦσαν τὸ πρωὶ οἱ πτερόεντες αὐτοὶ διάλογοι μεταξὺ τῶν γειτονισσῶν. Καὶ μεγάλη περιέργεια ἐφέρετο ἐλαφρὰ εἰς τὸν ἀέρα.

―Ἡ ἄμοιρη ἡ μάννα! κλαίει καὶ δέρνεται.

―Ὁ πατέρας, ὁ ἔρμος, λείπει.

― Καὶ δὲν τοῦ ντελεγραφοῦνε νά ᾽ρθῃ;

― Εἶπαν πὼς τοῦ ντελεγραφήσανε.

― Ποῦ βρίσκεται;

― Στὴ Λειβαδιά, μοῦ ᾽παν, ἢ στὸ Λιδωρίκι.

― Στὰ Σάλωνα, ὄχι στὴ Λειβαδιά!

― Στὴ Σαντορίνη, ὄχι στὰ Σάλωνα!

―Ἡ δόλια ἡ μαννούλα τὰ τραβᾷ ὅλα.

― Καὶ δὲ λυπήθηκε τὰ νιᾶτά του;… Δεκαοχτὼ χρονῶν παιδί, ἀκοῦς ἐσύ!

― Καὶ τί μορφόπαιδο! τί σεμνὸ καὶ συλλογισμένο περπατοῦσε!

― Ἀκόμα δὲν ἵδρωνε τὸ μουστάκι του! Κ᾽ ἔκαμε τὴ ζωή του χαλάλι!

― Στὴν κοιλιὰ εἶχε χτυπηθῆ;

― Στὸ στομάχι, παραπάνω, στὸ στῆθος, κοντὰ στὸ βυζί.

― Στὸ ὑπογάστριο, ὄχι στὸ στῆθος!

― Μὲ μαχαίρι;

― Μὲ μαχαίρι!

― Δὲν ἤξευρε νὰ χτυπηθῇ, τὸ ἐλάχιστο, στὸ πόδι! εἶπε μία.

― Στὸ σπίτι μέσα μαχαιρώθηκε;

― Ἀπάνω, στὸ Ἀστεροσκοπεῖο.

― Στὸ Θησεῖο, καλέ, ὄχι στὸ Ἀστεροσκοπεῖο!

― Κ᾽ ἔζησε δεκαπέντε ὧρες;

― Μάλιστα· ἀπὸ ἐψὲς τὸ δειλινὸ ὣς τὰ σήμερα τὸ πρωί.

― Καὶ τί εἶχε λιμπιστῆ; Τὸ ἐπῆρε κατάκαρδα, ὣς τόσο.

― Κεῖνο τὸ κορίτσι τὸ μελαχροινό!

― Εἶδες μαύρη ποὺ ἦταν· μὰ νόστιμη, ἀλήθεια.

― Τί εἶναι; τί εἶναι; ἠρώτησε μία ἄνιφτη, ἀχτένιστη, ἡ ὁποία τώρα ἀκόμη ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ ὑπόγειον δωμάτιον ὅπου ἐκατοικοῦσε.

― Νά, ὁ Μιχαλάκης ποὺ σκοτώθηκε.

― Ποιὸς Μιχαλάκης;

― Κεῖνο τὸ παιδὶ τῆς κυρίας Βασιλειάδους, ποὺ περνοῦσ᾽ ἀπὸ ᾽δῶ.

― Ἄ; ὁ Μιχαλάκης, τῆς κυρίας Βασιλειάδους; καὶ γιατί σκοτώθηκε;

―Ἐσὺ μονάχα δὲν εἶσ᾽ ἀπὸ ᾽δῶ; Δὲν ἄκουσες τίποτα;

―Ὄχι· γιατί σκοτώθηκε;

― Θέλεις νὰ σοῦ πῶ τὸ γιατί; Νά, ἀπὸ ἔρωτα, τὸ καημένο.

― Καὶ ποιὰν ἀγαποῦσε;

― Θὰ τὸν θάψουν, λέει, μὲ παπάδες; Ἔδωκε ὁ Μητροπολίτης τὴν ἄδεια;

― Νά, ὁ παπα-Γρηγόρης τοῦ εἶπε: δὲ σὲ μεταλαβαίνω ἂν δὲν ξαγορευθῇς..

― Κ᾽ ἐκεῖνο τί εἶπε; Μπόρεσε καὶ μίλησε;

― Κ᾽ ἐκεῖνο τοῦ εἶπε: Κανένας δὲ φταίγει, παπά μου· ἐγὼ μονάχος μου τὸ ἔκανα. Ἐφταξούσιος δὲν ἤμουν; Ἐφταξούσιος βέβαια.

― Καὶ τό ᾽χε πάρει κατάκαρδα; Λένε πὼς τὴν ἀγαποῦσε ἀπὸ μικρή.

― Ἀπὸ δώδεκα χρονῶν τὴν ἀγαποῦσε. Δώδεκα χρονῶν ἐκεῖνος, ἕνδεκα αὐτή.

― Καὶ τὸ φώναζε, τὸ εἶχε μεγάλο μεράκι. Ἢ θὰ τὴν πάρω, μητέρα μου, ἢ θὰ σκοτωθῶ.

― Τὸ εἶπε καὶ τό ᾽κανε.

― Τί αἴστημα!

― Μὰ ἐκείνη δὲν τὸν ἀγαποῦσε; ἔλαβε καιρὸν νὰ ἐρωτήσῃ ἡ ἄνιφτη, ἡ τελευταία ἐξελθοῦσα ἀπὸ τὸ ἰσόγειον, πρὸς τὴν αὐλόπορταν, ὅπου ἵσταντο δύο ἢ τρεῖς γυναῖκες, ἐνῷ ἄλλαι τρεῖς ἢ τέσσαρες ἀνταπεκρίνοντο πρὸς ταύτας ὑψηλὰ ἀπὸ μπαλκόνια ἢ παράθυρα, ὡς χελιδόνες εἰς τὰς φωλεάς των, ὑπὸ τὰ γεῖσα τῶν στεγῶν.

― Τί μορφόπαιδο! κρῖμα!

― Τώρα, ἔχει φύγει ἀπ᾽ τὴ γειτονιὰ ἡ μικρὴ ἐκείνη;

― Νανία τὴν ἔλεγαν, θαρρῶ, ἢ πῶς τὴν ἔλεγαν; Ἀνιψιὰ τῆς κυρία-Παναγιώτους, ποὺ τὴν ἔχει πάρει ψυχοπαίδα, ἐπειδὴς εἶναι ἄκληρη.

― Ἄ! τῆς κυρία-Παναγιώτους;

― Μαύρη, χλωμή, μὲ μεγάλα μάτια, νόστιμη, συμπαθητικιά· μάτια ποὺ ἔσφαζαν.

― Νά ποὺ ἔσφαξαν ἕνανε.

―Ἔχει φύγει ἀπὸ ᾽δῶ ἀπ᾽ τὸ μαχαλὰ μὲ τὴ μητέρα της· εἶναι πέντ᾽ ἕξι μῆνες.

― Μὲ ποιὰ μητέρα της; μὲ τὴ θειά της, τὴν ψυχομάννα της.

― Καὶ ποῦ κοντὰ κάθισαν τώρα;

― Ποιὸς ξέρει; Στὴ Νεάπολη, ψηλὰ ἐπάνω.

― Στὸ Κολωνάκι, ὄχι στὴ Νεάπολη!

― Κ᾽ ἐκείνη δὲν τὸν ἀγάπαε; ἠρώτησε πάλιν ἡ ἀκτένιστη.

―Ἐκείνη ἐκοίταζε πολλούς· εἶχε ἀργολάβους*. Ἔκανε ἀργολαβίες* μὲ τὸ μεροκάματο.

― Δὲν θὰ εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ δεκάξι χρονῶν κορίτσι.

―Ὣς δεκαεφτὰ θὰ εἶναι.

― Δεκαεφτά, δεκαοχτώ, τόσο…

― Θὰ πάῃ τάχα νὰ κλάψῃ στὴν κάσα του; Θὰ πάῃ στὸν τάφο του νὰ κλάψῃ;

― Καὶ πότε θὰ τὸν θάψουν;

― Θὰ τὸν ξενυχτίσουν τάχα; ἢ σήμερα τὸ δειλινὸ θὰ τὸν πᾶν;

― Μὰ ἐτελείωσε γιὰ καλά; Εἶπαν πὼς ψυχομαχοῦσε.

― Ξεψύχησε, καλέ, τὸν ἀλλάζουν· θέλετε νὰ τὸν ζωντανέψετε πίσω;

― Ἄχ! ἡ μάννα ἡ ἄμοιρη!

*
* *

Ἀριστερά, εἰς τὴν πρώτην καμπὴν τῆς ὁδοῦ, εἰς στενὸν δρομίσκον, ὑπῆρχε μικρὰ κομψὴ οἰκία, ἀνήκουσα εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ νέου τοῦ αὐτοκτονήσαντος.

Ἡ οἰκογένεια κατῴκει εἰς τὸ ἰσόγειον.

Ὁ θάλαμος, ὅπου εἶχαν ἐξαπλωμένον τὸν νεκρόν, εἶχε δύο παράθυρα ἡμιανοικτὰ πρὸς τὸν δρόμον.

Ἔξω, ἐπὶ τοῦ πεζοδρομίου, γύρω εἰς τὸ παράθυρον, ἐσχηματίζετο πυκνὸν ἡμικύκλιον ἀπὸ γυναῖκας, παιδία τοῦ δρόμου, γείτονας καὶ διαβάτας. Ὁ νεκρὸς ἡπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης εἰς τὸ μέσον, δύο λαμπάδες ἔκαιον, ἡ μήτηρ ἐξηκολούθει νὰ κλαίῃ σπαρακτικῶς. Ὀκτὼ ἢ δέκα πρόσωπα, οἰκεῖοι ἢ συγγενεῖς, ἵσταντο ὄρθιοι περὶ τὴν κλίνην. Τέσσαρες ἢ πέντε γυναῖκες ἐκάθηντο ὁλόγυρα.

Πᾶς διαβάτης ἵστατο ἔξω διὰ νὰ ἴδῃ. Αἱ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς, μὴ χορταίνουσαι νὰ βλέπουν, ἐσπόγγιζον διαρκῶς τὰ τόσον εὔκολα δάκρυα. Ἠκούοντο ψιθυρισμοί:

―Ὤχ! κρῖμα στὸ νέο!

― Δὲ λυπήθηκε τὰ νιᾶτά του!

― Πῶς ἄλλαξε τὸ πρόσωπό του!

― Σὰν νὰ κοιμᾶται εἶναι!

― Νά, τώρα θὰ μᾶς μιλήσῃ!

― Νὰ μίλαε τῆς μητέρας του, νὰ τὴν παρηγορήσῃ!

― Δὲν τὸν ἔπαιρνε ξώψυχα!

― Δὲν ἤξερε νὰ μὴ χτυπήσῃ δυνατά!

― Δὲν τὸ ἔκανε καλύτερα μὲ ρεβόλβερο, μποροῦσε νὰ μὴν τὸν ἔπαιρνε καλὰ ἡ σφαῖρα.

― Δὲν ἔπαιρνε τίποτις ἀπ᾽ τὸ φαρμακεῖο νὰ πιῇ, νὰ τοῦ δώσουνε ἀντιφάρμακο! εἶπε μία.

― Δὲν κατάπινε τίποτε σπίρτα, νὰ τοῦ δίνανε γιατρικὸ νὰ τὰ ξέρναε! εἶπεν ἄλλη.

―Ὤχ! κρῖμας!

― Ἄχ! ἡ δόλια ἡ μαννούλα!

*
* *

Ἐπάνω εἰς μίαν ταράτσαν ἵσταντο τὸ πρωὶ τῆς ἄλλης ἡμέρας τρεῖς νεαραὶ γυναῖκες, τέσσαρα ἢ πέντε κοράσια, ἡλικίας μεταξὺ πέντε καὶ δέκα ἐτῶν καὶ μία γεροντοτέρα. Ἡ ταράτσα ἔβλεπεν εἴς τινα γειτονικὴν αὐλήν, ἀντίκρυζε δὲ πλαγιώτερον ὀλίγον πρὸς τὴν δυτικὴν θύραν, τὴν νοτιοδυτικὴν γωνίαν καὶ τὸ μικρὸν κωδωνοστάσιον τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ τῆς συνοικίας.

― Νά, τὸν φέρνουνε!

― Εἶναι κόσμος κάμποσος!

― Νά τὸ καπάκι· νά τὰ φανάρια· νά κι ὁ Σταυρός!

― Νά κ᾽ οἱ παπάδες!

― Ποῦ εἶναι ἡ κάσα;

―Ὤ, λουλούδια καὶ κακό· νά τος, νά τος!

― Ποῦ ᾽ναί τος, μαμά; ποῦ ᾽ναί τος;

Καὶ ἡ μικρὰ κορασὶς ἀνερριχᾶτο προσκολλωμένη εἰς τὸν θριγκόν, κύπτουσα ἀπλήστως, μὲ κίνδυνον νὰ πέσῃ.

― Δὲ φαίνεται καλά· εἶναι κόσμος μπροστά… ὤχ! δὲν μποροῦν νὰ σταθοῦν παράμερα!

― Σταθῆτε, καλέ, στὴν ἄκρη!…

― Νά, τὸν πᾶνε μὲς στὴν ἐκκλησιά!…

― Καλὰ-καλὰ δὲν τὸν εἴδαμε.

―Ἐγὼ δὲν εἶδα, μαμά!…

― Θὰ τὸν ἰδοῦμε τώρα ποὺ θὰ τὸν βγάλουν ἔξω! θὰ πάρουν τὸν κάτω δρόμο.

― Στὸ κάτω νεκροταφεῖο δὲ θὰ τὸν πᾶν;

― Μπορεῖ νὰ τὸν πᾶν καὶ στὸ ἀπάνω· μὰ ἀλλάζουν πάντα τὸ δρόμο…

― Κόσμος ποὺ μπαίνει μὲς στὴν ἐκκλησιά!

― Νά ὁ ἀδερφός του, μὲ δύο φίλους ποὺ τὸν κρατοῦν μπράτσο.

― Ποῦ ᾽ναι, μαμά, ποῦ ᾽ναι;

― Νά, τώρα πάει μέσα…

― Πᾶνε μέσα ὅλοι· καὶ δὲν εἴδαμε τὴ μάννα του.

― Ποῦ νὰ ἰδῇς, τόσος κόσμος!

― Ἄχ! ἡ δόλια του ἡ μαννούλα!… πῶς δὲ λυπήθηκε τὰ νιᾶτά του!…

―Ὁ πατέρας λείπει, λένε, δὲν εἶν᾽ ἐδῶ.

―Ἡ ἔρμ᾽ ἡ μάννα τὰ τραβᾷ ὅλα!

Ἠκούσθη κλάψιμον παιδίου ἀνερχόμενον ἀπὸ τὸν θάλαμον διὰ τῆς θύρας πρὸς τὴν ταράτσαν.

―Ὁ γυιός σου κλαίει, Σταματούλα!

― Τί νὰ τὸ κάμω; ζαλίζεται νὰ τὸ σκύβω στὴν ταράτσα· δὲ θὰ ἰδῶ τίποτε· ἂς κλάψῃ!

Ἐφάνη κίνησίς τις ἀνθρώπων περὶ τὰς δύο θύρας τοῦ ναοῦ, τὴν δυτικὴν καὶ τὴν πλαγίαν· ἄνθρωποι εἰσήρχοντο δρομαίως ἢ ἐξήρχοντο.

― Τί εἶναι, καλέ; τ᾽ εἶναι;

― Κάτι τρέχει· τί νὰ εἶναι;

― Μὴν ἦρθε ὁ πατέρας τοῦ σκοτωμένου καὶ τρέχουν ἔτσι;

― Μὰ τοῦ ντελεγραφήσανε τάχα; Καὶ πρόφταινε νά ᾽ρθῃ;

― Μὴν ἐλιγοθύμησε ἡ μάννα του;

― Γιατί τρέχει ἔτσι ὁ κόσμος;

― Μὴν ἔπεσε κανένα παιδὶ ἀπ᾽ τὸ γυναικίτη; σὰ φωνὲς ἀκούω, κλάηματα.

― Ἀπ᾽ τὸ γυναικίτη;

―Ἡ κουμπάρα ἡ Θοδώρα, ποὺ πῆγε τώρα στὴν ἐκκλησιά· δὲ βαστοῦσε· ἤθελε νὰ ἰδῇ· ἔγκυος μὲ τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιά.

― Μὴν τῆς ἔπεσε τὸ παιδὶ ἀπ᾽ τὰ χέρια, καθὼς θὰ ἔσκυβε ἀπ᾽ τὸ γυναικίτη;

― Τί λές, καλέ; Πῶς σοῦ φάνηκε αὐτό;

― Δὲν ξέρω κ᾽ ἐγὼ τί νὰ πῶ. Ἄλλες καμπόσες πηγαίνουν καὶ καβαλικεύουν στὰ στασίδια, ἀπ᾽ ὀπίσω ἀπ᾽ τὸν ψάλτη γιὰ νὰ ἰδοῦνε… Μὰ ἡ κουμπάρα θ᾽ ἀνέβηκε στὸ γυναικίτη.

― Ἀκόμα τρέχουν!… Ἡ μάννα τοῦ νεκροῦ θὰ λιγοθύμησε… Αὐτὸ θὰ εἶναι!

― Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ!… μὴν ἦρθε ᾽κείνη ἡ ἀραπίτσα ἡ Νανία, ποὺ ἀγαποῦσε ὁ σκοτωμένος;… Εἶπαν πὼς γι᾽ αὐτὴν σκοτώθηκε.

― Καὶ μὴν ἔπεσε ἀπάνω στὸ νεκρό, ἀβάσταχτα, τραβώντας τὰ μαλλιά της!…

― Ποιὸς ξέρει!… Νά ᾽ξερα, θὰ πήγαινα στὴν ἐκκλησιά!…

― Ἀπὸ ποῦ νὰ μάθῃ κανείς!

― Νά, ὁ μπαρμπα-Λιμπέρης!… Ἔ, μπαρμπα-Λιμπέρη! μπαρμπα-Λιμπέρη!

Ἡ μικρὰ κορασὶς εἶδε μεταξὺ τοῦ πλήθους ἔξω τοῦ ναοῦ ἕνα συγγενῆ τῆς μητρός της ἱστάμενον καὶ ἤρχισε νὰ φωνάζῃ ἀκράτητα:

― Μπαρμπα-Λιμπέρη! μπαρμπα-Λιμπέρη! Ἔ, μπαρμπα-Λιμπέρη!

Ἀλλ᾽ ἐκεῖ ὅπου ἵστατο ὁ καλούμενος φυσικὰ ὑπῆρχον πλειότεροι θόρυβοι καὶ ἡ φωνὴ τῆς παιδίσκης δὲν θὰ ἔφθανε ν᾽ ἀκουσθῇ.

― Μπαρμπα-Λιμπέρη! Λιμπέρη! ἔ, Λιμπέρη! δὲν ἀκοῦς;… Θεῖε Λιβέριε! Λιμπέρη! Ἔ, μπαρμπα-Λιμπέρη!

Τὸν ἔκραζε διὰ νὰ ἔλθῃ, νὰ τὰς εἰπῇ τί εἶχε συμβῆ ἐντὸς τοῦ ναοῦ καὶ πόθεν ἡ κίνησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τοὺς ἐφάνη ὅτι παρετήρησαν. Ἀλλὰ πιθανὸν νὰ μὴ εἶχε συμβῆ τίποτε καὶ βέβαιον ὅτι ὁ μπαρμπα-Λιμπέρης δὲν θὰ ἤξευρε τίποτε νὰ τὰς εἴπῃ καὶ ἂν ἀκόμη ἤκουε τὰς φωνὰς τῆς μικρᾶς ἀνεψιᾶς του.

― Μὰ γιατί δὲν ἀκούει, καλέ; κουφὸς εἶναι;

― Νά, τώρα τὸν ἀνησπάζονται, εἶπεν ἡ γραῖα· ἡσυχάσατε· τώρα θὰ βγοῦν· ἄρχισαν κι ἀνησπάζονται.

― Πῶς τὸ ξέρεις;

― Βγαίνουν ἕνας-ἕνας ἀπ᾽ τὴν ἐκκλησιά· ἀνησπάζονται καὶ βγαίνουν… Τώρα θὰ τὸν βγάλουν.

― Θὰ τὸν βγάλουν, γιαγιά, γλήγορα;

― Τώρα, σὲ λιγάκι.

Ἠκούσθησαν καὶ πάλιν οἱ κλαυθμοὶ τοῦ παιδίου, ὑποκάτωθεν ἀκριβῶς τῆς ταράτσας.

― Σταματούλα, δὲν ἀκοῦς; τὸ παιδὶ ἔσκασε νὰ κλαίῃ!

― Ἂς κλάψῃ· ζαλίζεται νὰ τὸν σκύβω στὴν ταράτσα, καὶ δὲ θὰ ἰδῶ τίποτε.

― Νά, τώρα θὰ βγοῦν ἔξω.

― Μὰ γιατί ἄργησαν ;

― Ἀργοῦν πολύ.

― Ἄχ! πότε θὰ βγοῦν;

― Θὰ τὸν ἰδοῦμε, μαμά; θὰ τὸν ἰδῶ κ᾽ ἐγώ;

― Τώρα θὰ βγοῦν.

― Μὰ πῶς ἀργοῦν ἀκόμα;

― Νά τώρα πῆραν στὰ χέρια τὸ Σταυρό, τὰ φανάρια.

― Νά, βγαίνουν.

― Νά οἱ παπάδες!

― Νά, τώρα θὰ βγῇ τὸ λείψανο!

― Ποῦ ᾽ναί το, μαμά; ποῦ ᾽ναί το;

― Νά!

―Ὤχ! μαῦρος, μαῦρος, ποὺ ἔγινε! ἀπ᾽ τὴ μαχαιριὰ τάχα; χύθηκε τὸ αἷμα· πῶς μαύρισε!

―Ἐγὼ δὲ βλέπω, μαμά!… μαμά!

― Νά, ἐκεῖ· βαστάξου καλά, μὴ σκύβῃς.

― Ἄχ! καημένα νιᾶτα! κρῖμας! κρῖμας!

―Ἡ ἄχαρη ἡ μαννούλα του!

― Νά την! κείνη ἡ ντελικάτη, ἡ μαυροφόρα· μπαίνει μὲς στὸ ἁμάξι, μαζὶ μὲ ἄλλες δύο…

― Ποῦ εἶναί την, μαμά;..

― Τώρα μπῆκε μὲς στὴν καρότσα· πᾶνε!

― Ἄχ! μαύρη μαννούλα!

― Κρῖμα στὰ νιᾶτά του!

― Θεὸς σχωρέσ᾽ τονε!

― Θεὸς σχωρέσ᾽ τον!

*
* *

Καὶ τὸ βάσανον τοῦ ἀτυχοῦς νεκροῦ ἔμελλεν ὁσονούπω νὰ τελειώσῃ.

Ἀπῆλθε μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ εὕρῃ εἰς ἄλλον κόσμον ὀλιγωτέραν περιέργειαν.

(1900)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/317-03-26-apolaysis-sth-geitonia-1900 ΠρωτοσελιδαΕιδήσεις

Μάνος Χατζιδάκις: Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυία της χώρας μας

Ο Μάνος (Εμμανουήλ) Χατζιδάκις (Ξάνθη, 23 Οκτωβρίου 1925 – Αθήνα, 15 Ιουνίου 1994) ήταν κορυφαίος Έλληνας συνθέτης και ποιητής. Είναι Βραβευμένος με Βραβείο Όσκαρ. Θεωρείται...

Σάλος με όσα είπε ο Γιώργος Λιάγκας για όσους σχολιάζουν στα social media: Στο διαδίκτυο δεν είναι σοβαροί, είναι μα……

Λιάγκας κατά του διαδικτύου: «Δεν είναι σοβαροί, είναι μα…..» Σε έντονη παρέμβασή του στην εκπομπή «Το Πρωινό» της ANT1, ο Γιώργος Λιάγκας ξέσπασε και δεν...

Θοδωρής Κολυδάς: Ενημέρωση για τον καιρό σήμερα 16 Ιουνίου

Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ 16 6 2026 Η νέα ενημέρωση για τον καιρό παρουσιάζει με απλό και καθαρό τρόπο την εξέλιξη της ατμοσφαιρικής...

Γοργίας ο Λεοντίνος: Ο σοφιστής που προσέγγισε τον μηδενισμό στην αρχαία Ελλάδα

Γοργίας ο Λεοντίνος: Η νοοτροπία και ο μηδενισμός στην αρχαία Ελλάδα Ο Γοργίας ο Λεοντίνος ήταν κορυφαίος σοφιστής της αρχαίας Ελλάδας. Το έργο και η...

Από τον Αριστοτέλη στην Επιστήμη: Πώς η αρχαία σκέψη αποκάλυψε τη σχέση ευφυίας και ψυχικής διάθεσης

Οι Σπαρτιάτες και ο Πραγματικός Φόβος τους Οι Σπαρτιάτες έμειναν γνωστοί ως ατρόμητοι πολεμιστές. Όμως, η πραγματική δύναμη της πόλης τους δεν βασίστηκε μόνο στον...

Αρχαία Διατροφή: Η Θρέψη των Ολυμπιονικών

Η διατροφή των αρχαίων Ελλήνων αθλητών Αποτελεί ένα συναρπαστικό πεδίο μελέτης που αποκαλύπτει όχι μόνο τις διατροφικές τους συνήθειες, αλλά και την εξελισσόμενη κατανόηση...

Σάλος με τον Μάρκο Σεφερλή στην συνέντευξη του στον Γρηγόρη Μπάκα

Μάρκος Σεφερλής: «Όλος ο κόσμος θέλει να γελάει κι αυτός που θέλει πραγματικά να γελάσει, επιλέγει εμένα, είτε στο θέατρο, είτε στην τηλεόραση.»

Είμαστε πια πρωταθλητές: Το τραγούδι του καλοκαιριού του 1987 που πήραμε το Ευρωμπάσκετ – Το θυμάσαι;

Η κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ του 1987 υπήρξε η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Ελληνικού μπασκετ και άλλαξε για πάντα την σχέση μας με το συγκεκριμένο...

Θοδωρής Κολυδάς: Η Αθήνα μπαίνει σε τροχιά σταδιακής ανόδου της θερμοκρασίας

Η Αθήνα μπαίνει σε τροχιά σταδιακής ανόδου της θερμοκρασίας Μετά από μια μικρή ανάπαυλα στα μέσα της περιόδου, ο υδράργυρος ανεβαίνει εκ νέου και προσεγγίζει...

Χαμός στο YFSF: Ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης «γίνεται» Μιχάλης Ρέππας και αφήνει τον Χαραλαμπίδη άφωνο

Χαμός στο νέο  επεισόδιο του Your Face Sounds Familiar (YFSF) στον ANT1, οπου ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης έδωσε μια από τις πιο εντυπωσιακές εμφανίσεις της...

Σπέτσες: Το Νησί της Μπουμπουλίνας και της Ναυτικής Παράδοσης

Οι Σπέτσες αποτελούν έναν από τους πιο ξεχωριστούς προορισμούς της Ελλάδας συνδυάζοντας τη μακραίωνη ιστορία, την αρχοντική αρχιτεκτονική και το φυσικό κάλλος. Βρίσκονται στην είσοδο...

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Ανδρέας Παπανδρέου μαζί στο ΣΕΦ στο έπος του Ευρωμπασκετ του 1987

Ο Χρήστος Σαρτζετάκης, ΠτΔ, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κωνσταντινος Μητσοτακης κάθονται στην πρώτη σειρά στο ΣΕΦ στον αγώνα που η εθνικη μας ομάδα...

Βώλακας Τήνου: Ένα Γεωλογικό Θαύμα

Ένα μικρό, ορεινό χωριό στην καρδιά της Τήνου Ο Βώλακας, ή Βώλαξ, είναι ένα μικρό, ορεινό χωριό στην καρδιά της Τήνου, ένα από τα πιο...

Ο θρίαμβος του Ευρωμπάσκετ του 1987

14 Ιουνίου 1987 - Η ημέρα που η Ελλάδα πανηγύρισε το πρώτο της μεγάλο αθλητικό τρόπαιο σε ομαδικό άθλημα Η ημέρα που το μπάσκετ ένωσε...

Θεανώ η Θουρία: Η Σύζυγος του Πυθαγόρα και Πρωτοπόρος Αστρονόμος της Αρχαιότητας

Η αρχαία Ελλάδα, ένα λίκνο φιλοσοφίας και επιστημονικής σκέψης, ανέδειξε πλήθος λαμπρών προσωπικοτήτων Ανάμεσά τους, η Θεανώ η Θουρία, σύζυγος του μεγάλου Πυθαγόρα, ξεχωρίζει όχι...

Ο Τραμπ έχει γενέθλια – Γίνεται 80

Ο Λευκός Οίκος γιορτάζει τα 80α γενέθλια του Προέδρου Τραμπ Στις 14 Ιουνίου 2026, ο Λευκός Οίκος δημοσίευσε ένα θερμό μήνυμα στο X (πρώην Twitter)...

Ήλιος της Βεργίνας: Προέλευση, συμβολισμός και ρόλος του στην ελληνική πολιτιστική κληρονομιά

Τι Είναι Πραγματικά ο Ήλιος της Βεργίνας; Ο Ήλιος της Βεργίνας, γνωστός και ως «Αστέρι της Βεργίνας», αποτελεί ένα αρχαίο διακοσμητικό μοτίβο. Βρέθηκε για πρώτη...

Αριστοτελική Έννοια της Φύσης: Μορφή, Ψυχή και Βιολογική Διαφορετικότητα

Τι Είναι η Φύση για τον Αριστοτέλη; Η έννοια της φύσης, όπως τη διατύπωσε ο Αριστοτέλης, κυριάρχησε στη δυτική σκέψη και τον ισλαμικό κόσμο από...

Ο γεμάτος χαρά, αυθορμητισμό και αυθεντική ελληνική ψυχή, χορός της Δανάης Μπάρκα στον γάμο της

Στον γάμο της Δανάης Μπάρκα με τον Φάνη Μπότση στη Μάνη, η νύφη και ο γαμπρός έκλεψαν την παράσταση με έναν αληθινά ξέφρενο χορό! Το...

Πώς αντιλαμβάνονταν το κάλλος οι αρχαίοι Έλληνες και ποιες οι διαφορές με τη σύγχρονη αντίληψη

Τα πρότυπα ομορφιάς στην Αρχαία Ελλάδα Στα πρότυπα ομορφιάς στην αρχαία Ελλάδα οι αρχαίοι Έλληνες έδιναν μεγάλη σημασία. Πίστευαν ότι η εξωτερική ομορφιά αντανακλούσε την...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ