Έσβησε η χρυσή φωνή της νιότης μας, εφυγε απο τη ζωη η Ρένα Κουμιώτη

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η δυσάρεστη είδηση γνωστοποιήθηκε  με ανάρτηση στην επίσημη σελίδα της στο Facebook:

H Ρένα Κουμιώτη δεν είναι πια μαζί μας. “Εφυγε” σήμερα ξημερώνοντας Δευτέρα 3 Απριλίου 2023 ύστερα από δύο μήνες προσωπικής μάχης με τη ζωή. Η μεγάλη ερμηνεύτρια όμως θα ζει πάντα ανάμεσά μας με τα τραγούδια της . Οσοι είχαμε τη μέγιστη τιμή, να τη ζήσουμε από κοντά , γνωρίσαμε το ήθος , την ψυχή, την σεμνότητα και την αξιοπρέπειά της . Μια μεγάλη κυρία “εφυγε” αλλά θα είναι πάντα εδώ..Δεν σταματούν έτσι του ρολογιού οι δείκτες..

ΡΕΝΑ ΚΟΥΜΙΩΤΗ (1941-2023)

“Εφυγε” πριν από λίγο απο κοντά μας η μεγάλη ερμηνεύτρια Ρένα Κουμιώτη.

Η Ρένα τους 2 τελευταίους μήνες έδωσε μάχη για τη ζωή της λόγω των εγκαυμάτων που της προκλήθηκαν από φωτιά από αναμμένο τσιγάρο.

Δεν θα γράψω βιογραφικό όπως συνήθως. Θα μεταφέρω αυτούσια τη ζωή της , όπως την αφηγήθηκε τόσο αναλυτικά η ίδια στη Lifo τον Φεβρουαριο του 2015 .

“Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες. Από τη Νέα Ιωνία, όπου γεννήθηκα, βρεθήκαμε στη Δραπετσώνα και από κει στην Κοκκινιά. Μέχρι σήμερα αισθάνομαι πιο πολύ Β’ Πειραιάς, Κοκκινιώτισσα. Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός. Τη μητέρα μου την έχασα όταν ήμουν επτά μηνών, νεότατη, στα 20 της, από επιπλοκές του θυρεοειδή, που τότε δεν ήταν αντιμετωπίσιμες οι αρρώστιες του. Μας μεγάλωσε η μητέρα της, η γιαγιά μου, εμένα, που ήμουν το πιο μωρό, και τα δύο αδέρφια μου. Αν και επίσης πολύ νέος ο μπαμπάς μου όταν χάσαμε τη μητέρα μου, όχι μόνο δεν ξαναπαντρεύτηκε αλλά ούτε καν ακούσαμε ότι «τον είδαμε εκεί με την τάδε γυναίκα». Δεν ήθελε επ’ ουδενί λόγω να βάλει μητριά να μας μεγαλώσει. Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ήσυχα και αξιοπρεπή – εννοώ πως, παρ’ όλη τη φτώχεια, δεν πεινάσαμε.Τελείωσα το Δημοτικό στα δώδεκα και δεν συνέχισα σπουδές. Ξεκίνησα να κάνω πολλές δουλειές: δούλεψα κορδελιάστρα τον πρώτο καιρό, μετά πήγα σε τυπογραφείο, μετά στα «κολλητά» παπούτσια, σε παπουτσάδικο, ενώ στα δεκατρία μισό ήμουν βοηθητική νοσοκόμα στην κλινική του Περδίκη, στην Πέτρου Ράλλη. Έναν χρόνο μετά –γιατί δεν έπαιρναν πιο μικρά ως εργάτες– δούλεψα στου Παπαστράτου για μία πενταετία. Ταυτόχρονα είχα τις παρέες μου από τη δουλειά και από τη γειτονιά – όχι κλαμπ και τέτοια, δεν τα ξέραμε, αφού μέχρι να παντρευτώ καίγαμε λάμπα πετρελαίου.

Ο γάμος ήρθε πολύ νωρίς, το 1960, εννοείται προτού μπλεχτώ με το τραγούδι. Με τον άντρα μου δουλεύαμε μαζί στον Παπαστράτο και το βράδυ πήγαινε νυχτερινό Γυμνάσιο. Έμεινα έγκυος και παντρευτήκαμε. Γέννησα τον πρώτο μου γιο, που τον πρόλαβε η γιαγιά μου και μου τον μεγάλωσε. Ο γάμος αυτός κράτησε δύο χρόνια – να ξέρετε ότι εγώ πάνω στο «δύο» τις χάλαγα τις σχέσεις μου. Μόνο ο δεύτερος γάμος μου στην Αμερική, όπου πήγα το ’74 ως τραγουδίστρια πια, διήρκεσε πολύ παραπάνω. Χώρισα, λοιπόν, αφού ένιωσα ότι δεν μου πήγαινε αυτός ο άνθρωπος. Κατάλαβα ότι δεν ήταν ούτε έρωτας, ούτε αυτές οι βλακείες. Δεν κρατήσαμε καμιά επαφή. Σήμερα, και να τον δω στον δρόμο, δεν θα τον γνωρίσω. Εμένα με ενδιαφέρουν τα παιδιά μου και τα δυο εγγόνια μου.

Το 1968 γνώρισα τον Τάσο Σχορέλη, που πήγαινε στην Πλάκα κι έκλεινε ως ιμπρεσάριος μικρά σχηματάκια του ποιοτικού τραγουδιού πάντα. Ο «άγιος» Σχορέλης! Αυτός μου κλείνει μια μέρα ραντεβού στο γραφείο του. Πάμε με τον Γιώργο και μόλις μπαίνω σ’ ένα άδειο δευτερότριτο γραφείο, πέφτω πάνω σ’ ένα καλοριφέρ, λυμένη στα γέλια, και λέω: «Ρε συ, δηλαδή εγώ τώρα είμαι τραγουδίστρια;». Έρχεται ο Σχορέλης, «Πώς σε λένε, κορίτσι μου;», «Ρένα Κουμιώτου» – γιατί Κουμιώτη με έκανε μετά ο Πατσιφάς της Lyra. «Τι τραγούδια τραγουδάς;». «Μπιθικώτση και Μοσχολιού». Γίνεται ένα ωραίο σχηματάκι στην Πλάκα με τη Μαίρη Δαλάκου στο πιάνο κι ένα νέο παιδί που μόλις είχε έρθει από τη Θεσσαλονίκη – ο Μανώλης Μητσιάς ήτανε. Δεν ξέραμε ούτε πώς να στηθούμε. Ένα βράδυ, όμως, έρχεται καλεσμένος ο Μάνος Λοΐζος. Τότε έψαχναν μια λαϊκή τραγουδίστρια για τον «Δρόμο» του Πλέσσα. Πάει ο Μάνος στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, «σου βρήκα τραγουδίστρια». «Άσε μας τώρα, ρε» του κάνει ο Λευτέρης. «Έλα να παίξουμε μια παρτίδα τάβλι», συνεχίζει ο Μάνος, «κι άμα σε κερδίσω, θα πάμε να την ακούσεις!». Το τελευταίο δεν το ξέρω από τον Μάνο, μου το ‘χουν διηγηθεί. Πράγματι, τον κερδίζει ο Μάνος και μου τον φέρνει απ’ την Απανεμιά. Τραγουδάω εγώ, τσουπ στο τραπέζι του Μάνου μετά. «Από δω ο Λευτέρης Παπαδόπουλος» μου λέει, «Χαίρω πολύ» κάνω κι εγώ, που δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Παπαδόπουλος. «Τραγουδάς πολύ ωραία, κοριτσάκι μου», λέει αυτός, «κι από μένα είσαι εντάξει, αλλά πρέπει να περάσεις και από τα μηχανήματα του στούντιο της Κολούμπια για οντισιόν». «Τι μου λέει τώρα αυτός;» αναρωτιόμουν, εν τω μεταξύ, εγώ, που πήγαινε κι αλλού ο νους μου. Ο Λευτέρης μου είχε αφήσει εκείνο το βράδυ ένα χαρτάκι με το όνομά του και τη διεύθυνση του στούντιο. Παίρνω μια φίλη μου μαζί και πάμε. Πέφτουμε πάνω σε μια ουρά 300 μέτρα! «Πάμε να φύγουμε» κάνω, γιατί το βράδυ δούλευα κι αρχίζαμε νωρίς. Ξαφνικά ακούω μια φωνή: «Πού πας εσύ;». Γυρνάω και βλέπω έναν ηλικιωμένο κύριο, τον Πατσιφά. Βγάζω το χαρτάκι, διαβάζω το όνομα και λέω «με έστειλε ο κ. Λευτέρης Παπαδόπουλος». Έτσι, ο Πατσιφάς παρέκαμψε τη σειρά και την ίδια μέρα με πέταξε στα βαθιά. Στο πιάνο ήταν ο Γιάννης Σπανός. «Γεια σας», «Γεια σας». «Τι τραγουδάκι θα μας πείτε;». Λέω: «Α, εγώ δεν τραγουδάω τέτοια», εννοώντας τα νεοκυματικά. «Τραγουδάω Μοσχολιού και Μπιθικώτση». Ούτε τους συνθέτες δεν ήξερα! Την ώρα που ο ηχολήπτης μού έφτιαχνε το μικρόφωνο, τόλμησα να ρωτήσω: «Δεν έχετε καμιά έτοιμη ορχήστρα να τραγουδήσω απάνω κάποιο της Μοσχολιού;». «Είμαι σίγουρος πως θα το πεις τέλεια» κάνει αυτός, μου φέρνει ακουστικά και αρχίζω να τραγουδάω το «Δεν είναι όνειρο η ζωή». Σε πληροφορώ ότι το ‘σκισα! Φτιάχτηκα με την ορχήστρα και ο Πατσιφάς απ’ έξω δεν το πίστευε. «Να κάνω και τη δεύτερη φωνή, το σιγόντο;» τον ρωτάω. «Κάν’ το κι αυτό» και γελούσε. «Αύριο θα είσαι Κριεζώτου 11». Πάω και, στον Θεό σου, μου δίνει 50.000 δραχμές, τεράστιο ποσό για την εποχή. Μου κάνει το πρώτο μου συμβόλαιο για δύο χρόνια. Έμεινα τέσσερα χρόνια στη Lyra και ηχογράφησα 160 τραγούδια – δεν υπήρχε μέρα που να μην έγραφα κι από ένα.

Το επόμενο μεγάλο ραντεβού ορίστηκε στου Πλέσσα. Πάω, ανοίγει η πόρτα και βλέπω τον Γιάννη Πουλόπουλο, τον Θεό, μου κόβεται η μισή φωνή μου. Ευγενέστατος ο Πλέσσας, κάθεται στο πιάνο και μου παίζει τα δύο τραγούδια, το «Δώσε μου το στόμα σου» και το «Πρώτη φορά». Τα λέω – «Πολύ ωραία» κάνει ο Πλέσσας. Μπαίνουμε στο στούντιο. Δυσκολεύομαι σε μια φάση που έπρεπε να ανεβάσω τη φωνή, αλλά έρχεται ο Γιάννης και μου λέει: «Πριν ανεβάσεις, να σκέφτεσαι κάτι και να θυμώνεις». Μου ‘χει μείνει μέχρι σήμερα. Πριν βγω να τραγουδήσω, θέλω πάντα έναν καβγά για να φτιαχτώ (γέλια). Μετά απ’ τον «Δρόμο», η καριέρα μου εκτινάχθηκε! Δεν υπήρχε συνθέτης που να μη μου ζητήσει συνεργασία!

Το «Θαλασσινό Τριφύλλι» έγινε με τον Λίνο Κόκοτο, τον αγαπημένο μου Λίνο, σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη. Θυμάμαι, όσο τραγουδούσα με το αναλόγιο μπροστά μου, το μάτι μου είχε πάρει έναν κύριο που καθόταν ακίνητος στις κονσόλες και παρακολουθούσε την εγγραφή. Κάνω να τον προσπεράσω και μου δίνει το χέρι του: «Κορίτσι μου, τα είπες πολύ ωραία τα τραγούδια». «Ευχαριστώ» απαντώ εγώ και τρέχω να με ακούσω, από την κονσόλα πλέον. Ο Πατσιφάς βλέπει την κίνησή μου, με πλησιάζει: «Τι λέγατε, τι λέγατε;». «Ποιος είναι ο κύριος αυτός;» ρωτάω εγώ. «Μη χειρότερα, ο Οδυσσέας Ελύτης είναι! Δεν τον ξέρεις;». «Όχι» απαντώ. «Χριστός και Παναγία!». Να πάρει η ευχή, δεν είχαμε τα κινητά τότε, αλλιώς σίγουρα θα είχα σήμερα μια φωτογραφία με τον Ελύτη που τον τραγούδησα!

Είπα τραγούδια των Γιώργου Κριμιζάκη-Σώτιας Τσώτου («Αγαπιόμασταν, Χριστέ μου, αγαπιόμασταν»), του Πιτσιλαδή, του Αργύρη Κουνάδη, κάναμε τα «Μονά-ζυγά», έναν πολύ ωραίο δίσκο με τον Μητσάκη. Ποτέ δεν μπήκα στη λογική του σταρ, απλώς απολάμβανα τα πράγματα όπως έρχονταν, στη ροή τους. Το 1970 ανεβάσαμε τον «Δρόμο» του Πλέσσα και του Λευτέρη στο θέατρο της Παξινού. Κάποιες μέρες εμείς και κάποιες η Παξινού με τον Μινωτή, που δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία, γεγονός που εξώθησε τον Μινωτή να πει σε ραδιοφωνική εκπομπή ότι οι Έλληνες προτιμάνε πλέον τα μπουζούκια και όχι κάτι καλό! Μέσα στην παράστασή μας, όμως, υπήρχαν και κομμάτια σαν το «Μίλα μου για τη λευτεριά», που, εν μέσω χούντας, συγκέντρωναν τον πολύ κόσμο. Δεν κατάλαβα εγώ χούντα, τραγουδούσα τότε, κέρδιζα χρήματα, είχα την αναγνώριση ενός κόσμου που δεν τον ήξερα. Δεν αναμείχθηκα ποτέ σε τίποτα, τη δουλειά μου κοίταζα. Μια φορά, που τραγουδούσα στην Αθηναία, είπα το «Μίλα μου για τη λευτεριά». Κάνω να φύγω για ν’ ανέβει ο Πουλόπουλος κι έρχεται και με πιάνει ο Ασλανίδης, ο Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού της Επταετίας, ο «κάθε πόλη και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο»: «Αυτό δεν θα το ξαναπείς!». «Ποιο; Το “Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες;”». «Ξέρεις εσύ!». Συνεχίζω: «Το “Μίλα μου για τη λευτεριά;”». «Αυτό». «Ακούστε, εγώ είμαι τραγουδίστρια και τραγουδώ ό,τι μου δίνουν. Δεν θα ήθελα όμως να ενοχλήσω κανέναν». Και τότε μου απάντησε: «Επειδή είσαι ή πολύ καλή ή πολύ έξυπνη, λέγε ό,τι θέλεις!». Το άφησα, δεν το ξανάπα.

Με τη Lyra τα θαλάσσωσα. Έφυγα όμως στην Αμερική, πήγα Καναδά, παντρεύτηκα, έκανα τον δεύτερο γιο μου. Όταν κάποια στιγμή τηλεφωνήθηκα με τον Πατσιφά, «ποιος είναι;» ρωτάει. «Η Ρένα». «Αγάπη μου», μου κάνει αυτός, «γιατί μου ‘φυγες; Έπρεπε να έχουμε κάνει ακόμη έναν δίσκο». Μα, δεν ήμουν εγώ ποτέ επαγγελματίας τραγουδίστρια που κυνηγούσε τα πράγματα, μόνα τους έρχονταν. Γνώρισα τον δεύτερο άντρα μου στο Μόντρεαλ το ’74, τα φτιάξαμε και τον παντρεύτηκα το ’77. Αποφάσισα να μείνω εκεί, ανακόπτοντας μόνη μου στην ουσία την καριέρα μου. Μου έλειπε από μικρή η έννοια της οικογένειας, γι’ αυτό ίσως. Ήταν ένας άνθρωπος πανέξυπνος, ευκατάστατος επιχειρηματίας, καμία σχέση με τα καλλιτεχνικά. Κι εγώ πηγαινοερχόμουν Ελλάδα, έβλεπα τον πρώτο μου γιο, αλλά δισκογραφική δραστηριότητα δεν είχα. Έζησα πολύ ωραία χρόνια στον Καναδά.Αν δεν πέθαινε αυτός ο άνθρωπος, ακόμη θα ήμουν μαζί του, παρόλο που το 1983 του είπα «δεν αντέχω άλλο», πήρα το παιδί μου και γύρισα στην Ελλάδα. Δεν ήταν ότι δεν άντεχα τον ίδιο, αλλά τον Καναδά. Αν μπορούσε να κάνει εδώ όσα είχε κάνει εκεί για μένα, δεν θα τον άφηνα τότε.

«Χαρούμενη ζωή» είναι η φράση που θα ταίριαζε στα πρώτα χρόνια μου στο τραγούδι. Κι αν κάνω μια ανασκόπηση της πορείας μου, θα έλεγα πως δεν την είδα ποτέ επαγγελματικά. Εισπράττω ακόμη αγάπη από τον κόσμο, γιατί δεν εμφανίζομαι και συχνά, ούτε δίνω συνεντεύξεις. Σ’ εσένα δίνω τώρα γιατί ένα κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου που μπήκε σε μια συλλογή τραγουδιών μου πάντα θα μου φέρνει δάκρυα. Δεν μου αρέσει να γίνομαι μαϊντανός. Κάποτε μου είχαν τηλεφωνήσει έξι φορές για να πάω σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή. Την τελευταία, τους είπα: «Αν μου απαντήσετε σε τρία ερωτήματά μου, εγώ αύριο θα είμαι εκεί. Πρώτον, τραγουδάω κάπου για να το στηρίξω; Δεύτερον, έβγαλα καινούργιο δίσκο που χρειάζεται προμοτάρισμα; Τρίτον, θα πληρωθώ που θα ‘ρθω;». «Έχετε δίκιο» απάντησαν και δεν με ξαναπήραν. Θεωρώ την απουσία σημαντικότερη της παρουσίας, απ’ το να μην έχεις τίποτα να πεις. Έκανα πέντε πράγματα, ας μην τα κάνω σκόνη. Γι’ αυτό και το όνομά μου έχει διατηρηθεί εκεί που είναι.

Σήμερα μου αρέσουν η Γιώτα Νέγκα, ο Ορφέας Περίδης, ο Παντελής Θαλασσινός, η Λιζέτα Καλημέρη. Η Μελίνα Κανά μου άρεσε πάντα, πάρα πολύ! Ο Σωκράτης Μάλαμας, επίσης, οι Κατσιμιχαίοι και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, που είμαστε και φίλοι. Η Γλυκερία εξακολουθεί να μου αρέσει.”

ΔΗΜΟΦΙΛΗ