Το Πάσχα στα Μετέωρα και η μάχη της Καλαμπάκας (1859)

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η Μεγάλη Παρασκευή
«Το πρωί άκουσα τον ήχο του ωρολογίου. Η θέα από εδώ ήταν συγκλονιστική. Στο βάθος του ορίζοντα, προς τα νότια του βράχου, απλώνεται η θεσσαλική πεδιάδα και διακρίνεται το κάστρο της Τρίκκης στο λόφο.
Αριστερά, περιχυμένο από τις ακτίνες του ήλιου, είναι το βλαχολιβαδικό ύψωμα. Στα δεξιά φαίνονται, σαν ζωγραφιά, τα βουνά των Αγράφων, οι κορυφογραμμές της Πίνδου, ο ελικοειδής Πηνειός και οι Σταγοί (Καλαμπάκα), με τις πολλές μουριές και πιο κοντά οι μαύρες πλαγιές των Μετεώρων».

Έτσι περιγράφει ο Ρώσος περιηγητής Porf. Yspenskij (σε μετάφραση του Δημήτρη Δημητρίου, που δημοσιεύεται στον τελευταίο, 57ο τόμο του «Θεσσαλικού Ημερολογίου») το πώς βίωσε ο ίδιος τη Μεγάλη Εβδομάδα σ’ έναν τόπο με έντονη θρησκευτική «ταυτότητα». Ο περιηγητής αναφέρεται στη Μεγάλη Παρασκευή και συνεχίζει λέγοντας πως, πίσω από τη μονή, στη βορειοδυτική πλευρά της, όχι και τόσο μακριά από την είσοδο, στη χαράδρα, ανάμεσα σε δύο πλαγιές του λόφου Κουκουλάς, φαίνεται, στο άνοιγμα μιας σπηλιάς, ένα λιθάρι που μοιάζει με λιοντάρι καθισμένο στα πίσω πόδια του και με γερμένο το κεφάλι.

Το μέγεθός του είναι τόσο μεγάλο, ώστε, συγκρινόμενο με τα αθηναϊκά μαρμάρινα λιοντάρια, τα οποία μεταφέρθηκαν κάποτε στη Βενετία, τα τελευταία να φαίνονται σαν λιονταράκια. Ο συνοδός του, μάλιστα, περιέγραψε παραστατικά αυτό το ομοίωμα του βασιλιά των ζώων: «Από τη θέση που στέκεται σε κοιτάζει με τέτοιο βλέμμα και, ενώ θα ήθελες να το χαϊδέψεις, τρομάζεις κιόλας».

«Λίγο πιο πέρα από τη σπηλιά του «λιονταριού», στην πλαγιά του Κουκουλά που δεν ονοματίζεται, υπάρχει ένας στενός γκρεμός, ο οποίος σού προξενεί δέος. Όμως, αν κοιτάξεις με προσοχή, θα χαμογελάσεις παρατηρώντας στη βάση του γκρεμού μία σκάλα από βασάλτη που μοιάζει με ανεστραμμένο χωνί, πάνω στο οποίο κάθεται ένα πουλί. Στην απέναντι πλευρά του γκρεμού, υψώνεται, ξέχωρα, μία στενόμακρη πλαγιά του Κουκουλά, η οποία στέφεται από την Μονή της Αγίας Τριάδας», γράφει ο Ρώσος περιηγητής.

Και συνεχίζει: «Η πλαγιά αυτή μοιάζει με μπαταρισμένο πλοίο χωρίς κατάρτια. Από εκεί είδε ξανά τον ‘πέτρινο μοναχό’ σαν να προσκυνούσε, με λυγισμένα τα γόνατά του, μπροστά από τον λόφο των Αγίων Αποστόλων. Κάποια στιγμή τον είδαν οι μοναχοί της Αγίας Τριάδας και μετά από τους τυπικούς χαιρετισμούς, τον προσκάλεσαν να επισκεφθεί τη μοναστική πολιτεία τους. Τούς υποσχέθηκε ότι θα τούς επισκεφθεί. Οι μοναχοί της Αγίας Τριάδας τράβηξαν επάνω, με το σχοινί, το δίχτυ που ήταν κατεβασμένο στον γκρεμό, και την κρεμασμένη σκάλα και αποσύρθηκαν στα κελιά τους. Αυτός, όμως, παρέμεινε στην ίδια θέση θαυμάζοντας το θέαμα των μετεωρίτικων βράχων και τη χάρη των μονών. Με την πρώτη ματιά πρόβαλλαν, σε μικρή απόσταση, «πυραμίδες», «οβελίσκοι», «κίονες», πλαγιές, σπηλιές, βάραθρα, αιωρούμενα πράσινα δέντρα, «ασπροπέτρινοι άνθρωποι» στους θάμνους, ένας πέτρινος «μοναχός» στο «κενό», «ιεροί πολίτες» στις πλαγιές των βράχων, που ήταν καλυμμένοι μερικοί από βασάλτη».

Ο Ρώσος περιηγητής περιγράφει, επίσης, με γλαφυρά «χρώματα» τον τρόπο που βίωσε το Μεγάλο Σάββατο. «Χθες πέρασα πολύ όμορφα», γράφει. «Η φύση γαλήνευε την ψυχή του, με τις θαυμαστές εικόνες της, αλλά σήμερα τον στεναχώρησε κάποιος άνθρωπος.

Μετά τη μεσημβρινή λειτουργία, βγαίνοντας από το καθολικό, ζήτησε άδεια από τον ηγούμενο για να συλλειτουργήσει, με αυτόν και με τους αδελφούς μοναχούς, στην πρωινή και μεσημβρινή λειτουργία της επόμενης ημέρας. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να τού δώσει την άδεια, λέγοντάς του, ψυχρά, ότι χωρίς την έγγραφη άδεια του Οικουμενικού Πατριάρχη δεν επιτρέπεται σε κανέναν να λειτουργήσει σε πατριαρχικό και σταυροπηγιακό μοναστήρι. Μάταια του είπε ότι στο Άγιο Όρος, όπου οι εκεί αδελφοί είναι αρκετά φιλόξενοι και ο γέροντάς τους, και τα μοναστήρια είναι επίσης σταυροπηγιακά, τού επέτρεψαν να λειτουργεί νύχτα και μέρα, κι ας μην είχε έγγραφη άδεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Όμως, ο ηγούμενος ήταν αμετάπειστος. Στεναχωρήθηκε αρκετά, όχι τόσο για την αυστηρή τυπολατρία που αψηφούσε την αδελφική αγάπη, όσο για τη δική του παράλειψη στο θέμα της άδειας, την οποία θα μπορούσε να λάβει από τον οικουμενικό πατριάρχη Κύριλλο, όταν τον συνάντησε. Τελικά, δεν άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί από αυτήν την κατάσταση. Προσευχήθηκε στο Θεό και ζήτησε τη βοήθειά του για το ιερό έργο του. Ησύχασε και άρχισε να κρατά σημειώσεις από τον κώδικα τον οποίο του είχε δώσει ο επίσκοπος της Τρίκκης», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Θεσσαλικό Ημερολόγιο.

«Η θύρα στο αρχονταρίκι ήταν διάπλατα ανοιχτή για να βλέπουν οι μοναχοί που πηγαινοέρχονταν με τι ασχολούνταν. Πραγματικά, αυτοί κοιτούσαν συχνά μέσα και τον παρακολουθούσαν. Ενώ διάβαζε ή έγραφε, άρχισε να σκέφτεται μήπως οι αδελφοί στη μοναστική πολιτεία τον υποψιάζονταν ως μεταμφιεσμένο κατάσκοπο, επειδή έτυχε τότε να επισκέπτεται την ελεύθερη Ελλάδα ο Ρώσος πρίγκιπας Κωνσταντίνος Νικολάεβιτς και ίσως κι αυτή η αφορμή να έμπαινε ως εμπόδιο για να ιερουργήσει. Τις σκέψεις αυτές τις θεώρησε αστείες και δεν τις πήρε στα σοβαρά» προστίθεται.

Το πρωινό της Κυριακής της Ανάστασης τον Κυρίου

«Η νύχτα ήταν ήρεμη και ζεστή. Στις 11 η ώρα ακούστηκαν τα χτυπήματα και οι ήχοι από το τοκ, το μπίλο, το κλέπαλο και την καμπάνα, που καλούσαν τους μονάχους να ετοιμαστούν για τη λειτουργία. Το τοκ- αναφέρει ο περιηγητής- ήταν φτιαγμένο από ξεραμένο δέντρο, σε μορφή στενόμακρης σανίδας, με στρογγυλό περιτύλιγμα στο κέντρο. Αυτό χτυπούσαν πρώτα-πρώτα.

Κάποιος το κρατούσε από το κέντρο στο περιτύλιγμα με την παλάμη του αριστερού χεριού του και με το άλλο χέρι το χτυπούσε με το ξύλινο σφυράκι, στην αρχή αργά, βγάζοντας τρεις απαλούς ήχους: τακ, τακ, τακ. Μετά τα χτυπήματα αυτά συνέχιζαν πιο γρήγορα, μία φορά σιγά και μία δυνατά, με ρυθμό, και στο τέλος τα χτυπήματα γίνονταν με τόση συχνότητα και μαστοριά που του φαίνονταν σαν να ήταν μελωδικά χτυπήματα τύμπανου. Αυτός άκουγε, με μεγάλη ευχαρίστηση, τους ήχους αυτούς και, παίζοντας τη γλώσσα του, προσπαθούσε να μιμηθεί τους ήχους κάπως έτσι: τακ τακά, τακά τακ, τακά τακ, τάκα, τάκα τακ.

Οι ήχοι αυτοί του θύμισαν το γρήγορο και ρυθμικό τρέξιμο των ελαφιών, στους Ψαλμούς, τα οποία σπεύδουν να πάνε για να πιουν το νερό της ζωής- οι ψυχές, τα ελάφια, που περιμένουν τη σωτηρία στις πύλες του Θεού, δηλαδή στις εκκλησίες», αναφέρει το σχετικό απόσπασμα του Θεσσαλικού Ημερολογίου.

Και συνεχίζει: «Από αυτόν τον παραλληλισμό τού γεννήθηκε μία σκέψη. Το τοκ κατασκευάσθηκε για να καλεί τους πιστούς για προσκύνημα, ενώ τα γρήγορα χτυπήματα σ’ αυτό σημαίνουν την προσπάθεια των πιστών να ακούσουν τα λόγια του Θεού και τις προσευχές. Μετά τα χτυπήματα του τοκ ακούστηκαν βαθείς και κομμένοι ήχοι του ταλάντου: του! του! του! τουτά, τουτά, τουτά, του! του! του!

Οι ήχοι αυτοί προέρχονταν από τα χτυπήματα ενός ξύλινου σφυριού πάνω σε μία ξερή και μακριά σανίδα, η οποία κρεμόταν με σχοινιά από το καμπαναριό. Αυτό το τάλαντο, όπως υπέθεσε, ήταν τοποθετημένο εκεί για να ξυπνά τους ράθυμους μονάχους τις νυχτερινές ώρες και να τους παρακινεί να πηγαίνουν στην εκκλησία, ακολουθώντας τα ίχνη των πιστών θεϊκών ελαφιών. Όταν σταμάτησε να χτυπά το τάλαντο, ακούστηκε το σήμαντρο, φτιαγμένο από σίδερο, όχι ιδιαίτερα χοντρό, σε μορφή ημικυκλίου. Κάποιος, χτυπώντας το με το σφυράκι του, έβγαζε λεπτούς και απαλούς «προτρεπτικούς» ήχους: ντιν, ντιν, ντιν, ντιν, ντιν… Τι νόημα είχαν αυτοί οι ήχοι; Μάλλον ότι όλοι στέκονταν στο ναό του Κυρίου και, με απόλυτη ησυχία και ανάταση της ψυχής τους, περιμένοντας την έναρξη της θείας Λειτουργίας».

keimeno meteora
Χριστόδουλος Χατζηπέτρος

Η μάχη της Καλαμπάκας το 1854

Πριν από το μεσημέρι, τον επισκέφθηκε ο ηγούμενος. Εξήλθαν από το αρχονταρίκι και πήγαν στο νότιο άκρο της πλαγιάς, πίσω από το καθολικό της μονής. Από εκεί φαίνονταν καλά οι Σταγοί (Καλαμπάκα) και ο Σαλαμπριάς (Πηνειός) με το λιγοστό νερό του. Ο ηγούμενος του έδειξε τη θέση όπου έγινε η μάχη των Ελλήνων με τις τουρκοαραβικές ορδές, τον Απρίλιο του 1854, και άρχισε να τού διηγείται τα γεγονότα ως αυτόπτης μάρτυρας, ως εξής:

«Εννιά χιλιάδες Έλληνες, κάτω από τις οδηγίες του καπετάνιου Χριστόδουλου Χατζηπέτρου, έλεγχαν τους Σταγούς με τους παρακείμενους κήπους και δύο νερόμυλους δίπλα στον Πηνειό. Οι Άραβες πήραν θέση απέναντι από την πόλη, στην αριστερή όχθη του ποταμού, σε τρία ξεχωριστά υψώματα, δίπλα από αυτά. Και οι δύο αντίπαλοι είχαν χαρακώματα. Οι Έλληνες δεν είχαν κανόνια, ενώ οι εχθροί τους, για τρεις συνεχόμενες μέρες, σφυροκοπούσαν με τα κανόνια τους Σταγούς, χωρίς όμως να προκαλούν σημαντικές ζημιές. Όλοι οι κάτοικοι των Σταγών εγκατέλειψαν την πόλη τους με τα υπάρχοντά τους και κρύφτηκαν, άλλοι στα μοναστήρια των Μετεώρων και άλλοι στις ευρύχωρες σπηλιές, ανάμεσα στις πλαγιές της Μονής του Βαρλαάμ και της Μονής του Ρουσάνου.

Μετά τον τριήμερο κανονιοβολισμό και κάποιους πυροβολισμούς από τον εχθρό, ο καπετάνιος Χριστόδουλος αποφάσισε να βγει σε μία ανοιχτή μάχη με τον εχθρό, ο οποίος ήταν διπλάσιος, σχεδόν, σε δύναμη. Αντιλαμβανόμενος ότι έπρεπε να χωρίσει τις δυνάμεις του, συγκέντρωσε πάνω από τον μισό στρατό του στο νερόμυλο που ήταν απέναντι από την λαξευτή πλαγιά της Πίνδου. Με τον τρόπο αυτό απέκοψε την επικοινωνία του εχθρού με τα Τρίκαλα, από τα οποία αυτός εφοδιαζόταν με έμψυχο υλικό. Ο αρχηγός των Τουρκοαράβων, βλέποντας αυτό, απεφάσισε να βγάλει τους Έλληνες από τις θέσεις τους, οι οποίοι καλύπτονταν από τις μουριές. Όλες, όμως, οι επιθέσεις του αποκρούσθηκαν από τους Έλληνες, με αποτέλεσμα ο εχθρός να μην μετράει στις γραμμές του πολλούς θαρραλέους μαχητές. Η αποτυχία και η πείνα ανάγκασαν τους Άραβες στρατιώτες να υποχωρήσουν πίσω από το ποτάμι, το οποίο εκείνη την περίοδο είχε πολύ νερό.

Η υποχώρησή τους, η οποία έμοιαζε με τρεχάλα, ενθουσίασε τους Έλληνες, οι οποίοι, βγάζοντας τα σπαθιά τους, άρχισαν να επιτίθενται, ενωμένοι και κραυγάζοντες, στους εχθρούς οι οποίοι, στον πανικό τους, εγκατέλειψαν έξι κανόνια και πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Οι γραμμές των Μουσουλμάνων διασπάστηκαν. Μέσα στο φόβο και στον πανικό τους, έτρεχαν να βρουν προστασία και σωτηρία πίσω από το ποτάμι. Επειδή, όμως, οι Έλληνες τους ακολουθούσαν κατά πόδας, δεν σώθηκαν πολλοί από αυτούς. Πολλοί σκοτώθηκαν και άλλοι, οι περισσότεροι, πνίγηκαν στο ποτάμι. Όμως, στη συνέχεια, οι νικητές δεν κυνήγησαν τους ηττημένους και προτίμησαν να γλεντήσουν τη νίκη τους, αφού χωρίσθηκαν σε διάφορα τμήματα.

Ο επίσκοπος των Σταγών Κύριλλος, ο οποίος ευλόγησε νωρίτερα τα όπλα των Ελλήνων για τη μάχη και τέλεσε, αργότερα, δοξολογία για την ανάπαυση των ψυχών εκείνων που έχασαν τη ζωή τους στη μάχη, εξορίσθηκε από τους Τούρκους, αργότερα, στον Άθωνα όπου ζει μέχρι σήμερα [1859]. Όταν οι Έλληνες τελείωσαν τα επινίκια γλέντια τους, ξεκίνησαν για την Τρίκκη. Τους σταμάτησαν, όμως, οι Γάλλοι και οι Άγγλοι διαμεσολαβητές και μετά από λίγες ημέρες επέστρεψαν στην ελεύθερη Ελλάδα».

istorikathemata.com/2018/04/1859.html

ΔΗΜΟΦΙΛΗ