Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Στὸ Μέγα-Γιαλό

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

Πῶς ἐκλείσθη μοναχός του, ὁ ἔρμος, ὁ καλόγερος τοῦ Ἁϊ-Δημητριοῦ, μὲ τέτοιον καιρόν, ὁλομόναχος, εἰς τὸ μοναστηράκι;

Κάτω ἐβρυχᾶτο ἄγριος ὁ βορρᾶς, ὀργώνων τὰ κύματα, θολὰ καὶ ἀνταριασμένα, πλήττοντα μανιωδῶς τοὺς βράχους. Ἡ λευκὴ ἀδελφή του, παρθένα ἀπάτητη ἐπάνω εἰς τὰ βουνά, ἅπλωνε τὰ ἀτελείωτα σινδόνια της. Ἐκεῖνος τὰ ἔσφιγγε μὲ τὸ φύσημά του, καὶ ὁ ἥλιος δὲν τὰ ἐστέγνωνε μὲ τὰς ἀκτῖνάς του. Ἐπάνω εἰς τὴν ράχιν, σύρριζα εἰς τὸν κρημνόν, ἦτο κτισμένον τὸ παλαιόν, μισοφαγωμένον ἀπὸ τὸν βορρᾶν, μαυρισμένον ἀπὸ τὰς καταιγίδας, μοναστηράκι. Μισῆς ὥρας δρόμος μὲ πολὺν κόπον καὶ ἆσθμα, ἤρκει διὰ νὰ ἀναβῇ κανεὶς ἀπὸ τὴν ἄμμον κάτω τοῦ αἰγιαλοῦ εἰς τὴν μικρὰν κορυφὴν ἐπάνω.

Κάτω ἡπλώνετο ὁ Μέγας Γιαλός, μὲ τὴν μακρὰν ἀτελείωτον πλατεῖαν λωρίδα τῆς ἄμμου καὶ τῶν χαλίκων του, μὲ τὴν βαθεῖαν γαλανὴν καὶ πρασινίζουσαν θάλασσάν του. Ἐδῶθεν κ᾿ ἐκεῖθεν δύο μικροὶ κάβοι μὲ κρημνώδεις καὶ ἀποτόμους προεξοχὰς τῶν βράχων ὡροθετοῦσαν τὸν Μέγαν Γιαλόν, χωρὶς νὰ τὸν φράττωσι, χωρὶς νὰ σχηματίζωσι μικρὰν καμπύλην, χωρὶς ν᾿ ἀποτελῶσιν ὅρμον ἢ μικρὰν ἀγκάλην. Ὁ Μέγας Γιαλὸς ἦτο ὅλος ἀνοικτὸς εἰς τὸν κὺρ Βορηᾶν, τὸν αὐθέντην του. Ὅσον καὶ ἂν παρακαλέσῃ τις μὲ τραγούδια τὸν κὺρ Βορηᾶν νὰ μετριάσῃ τὸ ἄγριον φύσημά του, ὁ σκληρὸς δὲν εἶναι φιλόμουσος, καὶ δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τραγούδια. Καὶ ὅσον καὶ ἂν ἐπεθύμει τις νὰ ὀνομάσῃ τὸν Μέγα Γιαλὸν ὅρμον, ὁ Μέγας Γιαλὸς ἦτο ἀναπεπταμένη θάλασσα, ἦτο ἀδελφὸς τοῦ πελάγους, καὶ ἦτο ἁπλοῦς σταθμὸς τοῦ σκληροῦ Βορηᾶ, τοῦ αὐθέντου του.

Ἔκλινεν ὀλίγον τι πρὸς τὸν Καικίαν, τὸν Γραῖον ἄνεμον, ὡς νὰ ἐπροκάλει δι᾿ ἀκκισμάτων τὰς θωπείας τοῦ καθ᾿ αὑτὸ Βορρᾶ, τοῦ αὐθέντου του. Ὑπῆρχε βωβὴ καὶ φοβερὰ συμμαχία μεταξὺ τοῦ αἰγιαλοῦ καὶ τοῦ ἀνέμου. Ὅσα πλοῖα δὲν ἤρκει μόνη ἡ πνοή του ν᾿ ἀνατρέψῃ εἰς τὸ πέλαγος, τὰ παρέπεμπε πρὸς τὸν ὑποτελῆ του. Ἐκεῖ ἐθραύοντο ἀσφαλῶς ἐπάνω εἰς τοὺς βράχους. Μία ὕφαλος βαθεῖα, κρυμμένη κάπου ἀντικρὺ εἰς τὸ πέλαγος, ἡ ὁποία μὲ τὸ ἀνάστημά της δὲν ἔφθανε τὰς τρόπιδας τῶν μικρῶν πλοίων, ἐτέντωνε τὸν λαιμόν, ὕψωνε τὴν κεφαλήν, κ᾿ ἔβλεπε μακρόθεν μὲ πικρὰν ζήλειαν τὰς καταστροφάς, τὰς ὁποίας ἐπροξενοῦσαν συχνὰ οἱ δύο ἀκρινοὶ ὄρθιοι καὶ ὀδοντωτοὶ βράχοι τοῦ κάβου, εἰς τοὺς ἐλεεινοὺς φελλοὺς τοὺς ὁποίους ἡ ριψοκίνδυνος φιλοπαιγμοσύνη τῶν ἀνθρώπων ἐτόλμα ν᾿ ἀπολύῃ εἰς τὸ πέλαγος. Φιλοπαιγμοσύνη ἀνοήτων παιδίων πρὸς πολύπειρον καὶ πονηρὸν γέροντα.

Ἔρημα γιαλόξυλα, λεῖα, ἀσπρουδερὰ καὶ σαπρά, λείψανα παλαιῶν ἀγνώστων ναυαγίων, πλανώμενα ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ εἰς τὸν ἀφρὸν ἢ κείμενα κάπου εἰς τὸν πάτον, τὰ ἔρριπτε τὸ πέλαγος, ἐπάνω εἰς τὴν ἄμμον· ἔκειντο διεσπαρμένα ἐκεῖ, διηγούμενα ἀφώνους ἱστορίας συμφορῶν καὶ πνιγμῶν καὶ ὀλέθρου. Τὴν ἡμέραν εὕρισκον οἱ βοσκοὶ πρόχειρα καυσόξυλα σωρευμένα εἰς τὴν ἄμμον καὶ τὴν νύκτα ἀγρίευεν ὁ βορρᾶς καὶ τὰ κύματα, ραγδαῖα, ἀλλεπάλληλα, ἀκούραστα, κατεκάλυπτον ὅλην τὴν ἄμμον, καὶ ἔτρωγαν ― ἔτρωγαν τὸν κρημνὸν καθ᾿ ὅλον τὸ μῆκος τοῦ αἰγιαλοῦ, καὶ ἡ γῆ ἐσμικρύνετο καὶ ἡ θάλασσα ἐμεγάλωνε. Καὶ ὅσον ἐπερνοῦσαν οἱ χρόνοι, καὶ ἐπανήρχοντο οἱ χειμῶνες, τόσον ὁ μέγας κρημνὸς ἐγίνετο κατωφερέστερος, καὶ τὸ κῦμα ὑπέσκαπτε τοὺς πόδας του, παντοῦ ὅπου δὲν ἔφτανε νὰ φάγῃ τὸ μέτωπον καὶ τὰς ὀφρῦς του.

*
* *

Τὴν φαμίλια τοῦ Φλασκογιάννη, τοῦ αἰγοβοσκοῦ, τὴν εἶχε κλείσῃ τὸ χιόνι μέσα εἰς τὴν σπηλιὰν τῆς Πλανταροῦς, δίπλα εἰς τὸ μέγα πεῦκον τοῦ Ἀσπρογένους παραπέρα ἀπὸ τὴν βρύσιν τοῦ Καπλάνη. Καὶ δὲν ἦτον μόνος αὐτὸς καὶ ἡ γυνή του καὶ οἱ δύο υἱοί του, ἀλλὰ καὶ ἡ κόρη του ἡ Χρυσὼ μὲ τὸν ἄνδρα της, καὶ ὁ κουμπάρος του ὁ Δημήτρης ὁ Καψογιώργης μὲ τὴν γυναῖκά του τὴν Δελχαρώ, τὸ ὅλον τρεῖς φαμίλιες. Εἶχαν ἔλθῃ, ὁ κουμπάρος του ὁ Καψογιώργης φαμιλικῶς, καθὼς καὶ ὁ γαμβρός του ὁ Λευθέρης ὁ Σιταδερὸς μὲ τὴν νεαρὰν γυναῖκά του, νὰ κάμουν Χριστούγεννα εἰς τὸ καλύβι τοῦ Φλασκογιάννη. Οἱ δύο ποιμένες δὲν εἶχαν ἐκκλησίαν, πλησίον εἰς τὰ μανδριά των, διὰ νὰ ὑπάγουν νὰ λειτουργηθοῦν τὰ Χριστούγεννα. Τοῦ Φλασκογιάννη τὸ καλύβι εὑρίσκετο πλησίον εἰς τὸ μοναστηράκι τοῦ Ἁγίου Δημητρίου. Ἐκεῖ ἐπῆγαν, τὰ Χριστούγεννα, κ᾿ ἐλειτουργήθησαν. Ὕστερον, προτοῦ νὰ γυρίσουν πίσω εἰς τὸ καλύβι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο μισὴν ὥραν μακρύτερα πρὸς τὰ μεσόγεια, ἐπῆγαν εἰς τὸ μανδρίον τοῦ συγγενοῦς των καὶ τὸ ἔστρωσαν ἐκεῖ. Οἱ δύο ποιμένες εἶχον ἀφήσει τὰς ἀμνάδας καὶ τὰ πρόβατά των εἰς τὴν ἐπιστασίαν τῶν δύο παραγυιῶν ὁποὺ εἶχαν, εἰς τὸ κατάμερον* τὸ ἰδικόν των. Ἡ στάνη τοῦ Φλασκογιάννη ἔκειτο ὄχι μακρὰν τοῦ μοναστηρίου, εἰς ἀπόστασιν μιλίου, ὁποὺ νὰ βλέπῃς ἄνθρωπον καὶ νὰ διακρίνῃς τὸ φῦλον. Τόσον ἀπεῖχε μόνον.

Ἡ στάνη ἦτο πολὺ καλὴ καὶ ἄνετος. Κατὰ τὸ ἥμισυ ἀπετελεῖτο ἀπὸ τὴν Σπηλιὰν τῆς Πλανταροῦς, ἥτις θὰ ἦτο καλὴ καὶ διὰ πρόβατα ἀκόμη, πολὺ περισσότερον δι᾿ αἶγας. Κατὰ τὸ ἄλλο ἥμισυ ἐσκιάζετο ἀπὸ τὸν μέγαν πεῦκον τ᾿ Ἀσπρογένη, καὶ ἀντικρύζετο ἀπὸ δύο πλατάνους, οἵτινες ὅμως εἶχον φυλλορροήσει ἤδη, καὶ ἵσταντο γυμνοὶ καὶ μελαγχολικοὶ ὡς νὰ ἐφθόνουν τὴν θαλερότητα τοῦ ἀγήρω γείτονός των. Ὁλόγυρα εἰς τὸν μέγαν πεῦκον, καὶ ἐντεῦθεν τῶν κορμῶν τῶν δύο πλατάνων, παρὰ τὴν ρίζαν τῶν ὁποίων ἔρρεε μὲ φαιδρὸν ψίθυρον τὸ κρυσταλλῶδες ρυάκιον τὸ ἀναβλύζον ἀπὸ τὴν βρύσιν τοῦ Καπλάνη, ὑψηλὸς φράκτης θεμελιωμένος μὲ ὀρθὰ παλούκια, ξυλοδεμένος ὁριζοντίως μὲ μακρὸν εὐλύγιστον ζῶσμα ἀπὸ λυγαριὰν καὶ τοιχογεμισμένος ἀπὸ νεοδρεπεῖς πυκνὰς τρικοκκιάς*, ἐσημείωνε τὰ σύνορα τῆς στάνης.

Αἱ τρεῖς οἰκογένειαι εἶχαν ἔλθει ἀπὸ τὸ μοναστηράκι.

(Ἀνολοκλήρωτο)
(1934)
http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/429-04-79-sto-mega-gialo-1934

ΔΗΜΟΦΙΛΗ