Γραμμένο πριν ακριβώς 100 χρόνια: Κηδεια Σκύλου του Παύλου Νιρβάνα

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ἀπό τό ἀρχεῖο τῆς «Ἑστίας», 20 Μαΐου 1924

Ἀκολούθησα χθές τήν ἐκφοράν ἑνός φιλικοῦ μου σκύλου. Τόν ἀγαποῦσα τόν Ἕκτορα τό ὄνομα τοῦ Ὁμηρικοῦ ἥρωος δέν γνωρίζω διατί προτιμᾶται ἰδιαιτέρως ἀπό τά συμπαθητικά αὐτά τετράποδα –διά τήν καλωσύνην του, τήν ὑπερηφάνειάν του καί τήν φιλοσοφικήν του ἰδιοσυγκρασίαν. Εὐτυχῶς, εὑρῆκεν ἕνα θάνατον εἰρηνικόν καί ἀνώδυνον. Δέν ἔφαγε φόλαν, ὅπως τόσοι ἀδελφοί του, οὔτε τόν ἔκοψαν οἱ τροχοί τοῦ αὐτοκινήτου, ὅπως κόβουν τόσους ἀνθρώπους. Ἀπέθανεν ἀπό γεροντικόν μαρασμόν. Τό λάδι του ἐτελείωσε καί μέ τήν τελευταίαν του σταγόνα ἔσβυσεν ἡ ζωή του.

Ἐζηλεύσαμεν τό τέλος του καί τόν ἐφέραμεν εἰς τήν τελευταίαν του κατοικίαν μέ τήν εὐλάβειαν, ποῦ ὀφείλει κανείς εἰς ὅλα τά πλάσματα, ποῦ δέν ἔκαμαν τό κακόν εἰς τήν μικράν των ζωήν καί ὑπῆρξαν πιστοί καί ἀφωσιωμένοι σύντροφοι. Ἕνας λάκος ἐσκάφη εἰς μίαν γωνίαν τοῦ κήπου καί τό χῶμα ἐκάλυψεν, ἐλαφρόν, ἕνα νεκρόν, δικαιούμενον εἰς κάθε καλόν ἐπιτύμβιον…

Ὑποθέτω, ὅτι δέν ἐπράξαμεν τίποτε ὑπερβολικόν καί ἀνάρμοστον. Ἕνας παλαιός ὅμως ζωόφιλος Κεφαλλήν, τοῦ ὁποίου τήν ἱστορίαν μοῦ διηγήθη ἀγαπητός μου συμπολίτης του, εἶχε κάμει κάτι περισσότερον –κάτι ἐξωφρενικώτερον θά ἦτο ἡ κυριολεξία– διά τόν ἀγαπητόν του σκύλον. Μέσα εἰς τήν παραζάλην τοῦ πένθους του, ἠθέλησε νά ἀποδώσῃ εἰς τόν νεκρόν τοῦ ζώου θρησκευτικάς τιμάς. Καί ἐκάλεσε τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας του.

-Παπᾶ μου –τοῦ εἶπε μέ ὅλην τήν σοβαρότητα πενθοῦντος ἀνθρώπου– θέλω νά μοῦ θάψῃς τό σκυλί μου.

Ὁ πτωχός παπᾶς ἔμεινεν ἐνεός.

-Ὁ Θεός νά σέ συγχωρήσῃ, παιδί μου! τοῦ εἶπε. Γίνονται ποτέ αὐτά τά πράματα; Οὔτε ὁ ἀφωρεσμένος ὁ Λασκαρᾶτος δέν θἄβγαζε ἀπό τό στόμα του τέτοιο λόγο!

Ὁ κύριος ὅμως τοῦ σκύλου ἐπέμεινε.

-Τί σέ μέλει ἐσένα παπᾶ μου. Ἐγώ παίρνω τήν ἁμαρτία ἀπάνω μου. Τί ἄνθρωπος τάχα, τί σκύλος; Ὅλοι πλάσματα τοῦ Θεοῦ εἴμαστε. Καί ἴσως ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἔχουμε περισσότερες ἁμαρτίες ἀπό ἕνα ἀθῶο ζῶο. Καί ἔχουμε, νά τό ξέρῃς, μά τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Κ’ ἐγώ παπᾶ μου καί τοῦ λόγου σου, μέ ὅλη σου τήν παπαδοσύνη! Ὁ παπᾶς χωρίς νά ἀρνηθῇ τό γεγονός, δέν ἐδέχθη ὁπωσδήποτε νά ρίψῃ τά «ἅγια τοῖς κυσί». Ἀλλά ὁ παράδοξος Κεφαλλήν –Φωκᾶς τό ὄνομά του– δέν ἀπηλπίσθη. Εὑρῆκε κἄποιον πτωχόν καλόγηρον, ἀπό τούς ὀνομαζομένους «ἀναγνώστας», τοῦ ἐπανέλαβε τήν θεωρίαν του, ἀνέλαβε καί πάλιν ὁλόκληρον τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, τόν ἐκαλοπλήρωσε καί τόν ἔπεισε.

-Μά πῶς θά τά πῶ τά τροπάρια; τοῦ εἶπε. Ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία ἔγινε γιά τούς ἀνθρώπους. Δέν ἔγινε γιά τά σκυλιά. Πρέπει νά τά ἀλλάξουμε.

-Ἐγώ σοῦ τά ἀλλάζω! τόν καθησύχασεν ὁ ἀπαρηγόρητος ἄνθρωπος. Ἔγνοια σου! Θά σοῦ κανοναρχῶ ἐγώ καί θά ψέλνῃς τοῦ λόγου σου…

Ὁ παράδοξος ἄνθρωπος ἐκάλεσε τούς φίλους του εἰς τήν ἐκφοράν, προετοίμασεν ὅλα τά σχετικά καί, εἰς τήν ὁρισθεῖσαν ὥραν, ἔγινε, μετά φανῶν καί λαμπάδων, ἡ περιεργοτέρα κηδεία, τήν ὁποίαν εἶδε ποτέ ἡ Κεφαλληνία. Ἐμπρός ὁ καλόγερος, ἀποπίσω του ὁ κύριος τοῦ σκύλου, πενθηφορῶν καί κρατῶν τό ἀνθοστολισμένον φέρετρον καί κατόπιν οἱ τιμῶντες τήν μνήμην τοῦ νεκροῦ. Καί ὁ καλόγηρος ἔψαλλε:

«Ἀνάπαυσον, Κύριε, τήν ψυχήν τοῦ σκύλου σου!»

Ὅταν ἐναπετέθη ὁ νεκρός εἰς τό χεῖλος τοῦ τάφου του, ὁ καλόγηρος ἐστράφη πρός τόν κύριον τοῦ σκύλου καί τοῦ ἐζήτησε μίαν τελευταίαν ὁδηγίαν.

-Θά ποῦμε καί τόν «τελευταῖον ἀσπασμόν», τέκνον μου;

-Θά τόν πῇς βέβαια! Ἀμέ πῶς; Ἔτσι θά πάῃ ὁ μακαρίτης;

Ὁ πτωχός καλόγηρος ἐπῆρε μίαν ἀναπνοήν καί ἐτερέτισε. «Δεῦτε τόν τελευταῖον ἀσπασμόν.»

Ὁ κύριος τοῦ σκύλου ἔσκυψεν εὐλαβῶς καί ἀπέθεσε τόν τελευταῖον ἀσπασμόν ἐπί τοῦ μετώπου τοῦ ἀγαπημένου του πλάσματος. Ὅταν ἐγύρισεν ὅμως νά κυττάξῃ πίσω του, δέν εἶδε πλέον κανένα ἀπό τούς φίλους του. Μετά τήν τρομεράν πρόσκλησιν, ἄνοιξεν ἡ γῆ καί τούς κατέπιε ζωντανούς, πρίν καταπιῇ τόν νεκρόν τοῦ σκύλου.

Ἀλλά αὐτά συνέβησαν, ὅπως εἴπαμεν, εἰς τήν Κεφαλληνίαν, ὅπου καί ἡ τρέλλα ἀκόμη –ὅπως ὑποστηρίζει ὁ ἀγαπητός μου φίλος κ. Μπάμπης Ἄννινος– ἔχει ἐξαιρετικάς ὡραιότητας.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ