Ανέκαθεν η πολιτική μας τάξη, με τις εκτροπές της, τα άπρεπα ηθικά της φερσίματα, την κοινωνική αδικία και την διασπάθιση του δημοσίου χρήματος
ήταν στην πυρά. Και πρώτη έσυρε πάντα το χορό, στην κριτική και τον δημοκρατικό της έλεγχο, η σατιρική αποτίμηση των γεγονότων, που με όπλα την ευφυία και το ακατάλυτο χιούμορ της αγέρωχης ελληνικής ψυχής, είχε μακράν πολύ καλύτερα αποτελέσματα, από τα δικαστήρια και της περιβόητες εξεταστικές επιτροπές των ημερών μας.
Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος

Η σάτιρα ήταν αυτή που διαπόμπευε στην παλιά Αθήνα τους επίορκους πολιτικούς και τους ξευτέλιζε δημοσίως, απομειώνοντας στο ναδίρ το ηθικό τους κύρος και οδηγώντας τους αναγκαστικά, στην πολιτική αποστρατεία.
Μια αντίδραση της κοινωνίας, που αποθεώθηκε στην Αθήνα, του 19-ου και του 20-ου αιώνα με τον Σουρή, τον Σκώκο και άλλους μεγάλους μας σατιρικούς ποιητές, ήρε την καταγωγή της στην αρχαία Αθήνα, με τους σπουδαίους μας κωμωδιογράφους Αριστοφάνη και άλλους, που στηλίτευαν «δολοφονικά» τους ανήθικους και επιλήσμονες του δημοσίου συμφέροντος πολιτικούς, για να φθάσει στις μέρες μας, με τις μεγάλες επιθεωρήσεις και άλλα εμπνευσμένα σατιρικά θεατρικά νούμερα, όπως του οξυδερκούς Λάκη Λαζόπουλου, που ασκούν ασκούν καυστική δημόσια κριτική και διερμηνεύουν το πληγωμένο ηθικά δημόσιο αίσθημα.
Χωρίς βεβαίως να απολησμονήσουμε την μεγάλη ακμή και άνθηση που η γνώρισε η σατιρική οπερέτα στο λυκαυγές του 20-ου αιώνα, με κεντρικό αντικείμενο την εθνική τότε διελκυστίνδα – διχασμό, μεταξύ των Βενιζελικών και των Κωνστατινικών. Μουσικά επιθεωρησιακά σατιρικά νούμερα, όπως «Της αμύνης τα παιδιά» έκανα θραύση κείνα τα αλγεινά χρόνια του διχασμού στην Αθήνα και διέτρεχαν συνάμα και συγκλόνιζαν, όλο τον εθνικό κορμό και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Στην Αθήνα του 19-ου αιώνα, τα ηνία και τα πρωτεία της λατρεμένης μας σάτιρας, τα είχε σαφώς ο μεγάλος μας σατιρικός ποιητής Γιώργος Σουρής, που εξέδιδε την περίφημη σατιρική του εφημερίδα τους «Ρωμηούς» και δονούσε με την κοφτερή και οξυδερκή πένα του, τις καρδιές των Αθηναίων, αφού μέσα από το ευφυές χιούμορ του, μπορούσε να μαστιγώνει αλύπητα τους, έκθεσμους πολιτικούς και δημόσιους λειτουργούς και να εκφράζει την ηθική αποστροφή του λαϊκού αισθήματος, για την έκπτωση των δημοσίων ηθών. Ο Σουρής παράλληλα με την έκδοση των πολύφρενων σατιρικών «ρωμηών» του, διοργάνωνε και εσπερίδες και φιλολογικά σαλόνια, με την πνευματική αφρόκρεμα τότε της αθηναϊκής κοινωνίας και έδινε και από αυτές τις παράλληλες – αλλά συνάμα ισχυρές – κοινωνικές του επάλξεις, τον τόνο της σατιρικής του κριτικής. Ένα από τα χαρακτηριστικά θεματικά του αντικείμενα στα τέλη του 19-ου αιώνα, ήταν η ακραία αντιπαράθεση και πολιτική πόλωση, μεταξύ των «αιωνίων» πολιτικών αντιπάλων της εποχής Χαρίλαου Τρικούπη και Θεόδωρου Δηλιγάννη. Ο εύτολμος κοινωνικός μας μεταρρυθμιστής τότε Χαρίλαος Τρικούπης, εξέφραζε το νέο και μεταρρυθμιστικό ρεύμα, που διέτρεχε την ελληνική κοινωνία – πλαισιούμενος από νέους, επιστήμονες, διανοούμενους, ακμάζοντες εμπόρους και την ανερχόμενη αστική τάξη – και απεκαλείτο περιπαιχτικά «Ελιά». Και ο Θόδωρος Δεληγιάννης, εξέφραζε το συντηρητικό πολιτικό κατεστημένο της εποχής, τα παλιά πολιτικά τζάκια και τις παρωχημένες λογικές του ρουσφετιού και των πελατειακών σχέσεων – πλαισιούμενος από παραδοσιακές πολιτικές οικογένειες, οικονομικούς παράγοντες, τραπεζίτες, στρατιωτικούς, τον υψηλής ιεραρχίας κλήρο κ.α – και απεκαλείτο περιπαιχτικά «Κορδόνι». Μάλιστα λέγεται ότι το επίθετο αυτό στο κόμμα του και στον ίδιο «Κορδόναρος», είχε αποδοθεί, διότι επισκεπτόμενος κάποτε την ιδιαίτερη πατρίδα του την Γορτυνία και μιλώντας στους υποψήφιους βουλευτές του, τους είχε πεί τι αμίμητο «θέλω να εκλεγείτε όλοι σας στη σειρά – κορδόνι» !!! Για την ιστορία αναφέρουμε, ότι ώ της ειρωνείας, η αδελφή του Χαριλάου Τρικούπη Σοφία, μια λαμπρή γυναίκα, αστή της εποχής, είχε ερωτευτεί σφόδρα τον μεγάλο αντίπαλο του αδελφού της Θόδωρο Δεληγιάννη. Εμπνευσμένος μάλιστα από αυτόν τον φλογερό έρωτα ο μεγάλος μας συγγραφέας και δημοσιογράφος Φρέντυ Γερμανός, έγραψε το 1985, το επιτυχημένο ιστορικό του μυθιστόρημα «Γυναίκα από βελούδο» !
Δεν θα μπορούσαν λοιπόν να διαφύγουν από την σάτιρα του Σουρή, οι αιώνιοι αντίπαλοι Τρικούπης και Δεληγιάννης – για τους οποίους με άπειρες δόσεις χιούμορ έγραφε σε ένα ποίημα του:
Παλεύουνε τα κόμματα μουγκρίζουν τα θηρία,
Βελάζουνε τα πρόβατα και πάνε εδώ και εκεί,
το ένα κόμμα βγάζει δυο, τα δυο βγάζουν τρία
και αρχινά τα μέτρημα και η αριθμητική,
Μετρά και ο Χαρίλαος, μετρά και ο Δεληγιάννης,
Μετρούν κι οι δυο στα δάχτυλα και χάσκουν σαν χαζοί,
Κι ο Παπαμιχαλόπουλος, ο φοβερός τσοπάνης
Βρίσκει πως έχει πιο πολλά και από τους δυο μαζί.
Μετρώ κι εγώ μαζί με αυτούς κι η κεφαλή μου σπάζει
Μα τίποτ΄ από το μέτρημα δεν ημπορώ να βγάλω
Και η Πατρίς τους αριθμούς ακούει και κυττάζει
Και δίνει πέντε του ενός και δέκα εις τον άλλο !
Αλλά και ο μεγάλος μας και ευαίσθητος ποιητής Ιωάννης Πολέμης, που έγραφε στην ιστορική εφημερίδα εποχής το «Άστυ», με το ψευδώνυμο «Γκεριέ», στηλίτευε και αυτός με την πνευματώδη και οξυδερκή πένα τους, μέσα από στίχους, τους ποικιλώνυμους «μασκαράδες» που ελυμαίνοντο το δημόσιο βίο, πολιτικούς και άλλους και δεν άφηναν τον τόπο, να αναπνεύσει και να βρεί το δρόμο του προς την ευημερία. Την ευκαιρία του την έδινε η περίοδος του καρναβαλιού, αλλά η σπινθηροβόλος πένα του, στηλίτευε τους «μασκαράδες» του δημοσίου βίου κάθε μέρας και εποχής.
Έγραφε έτσι :
Χίλιοι μύριοι μασκαράδες μές τους δρόμους τριγυρνούν
Και μπροστά στο Κομιτάτο καμαρώνουν και περνούν
Με λαχτάρα και με βία για να πάρουν τα βραβεία.
Κι εγώ είπα με το νού μου σαν τους είδα μια φορά:
Αν αρχίσουν να βραβεύουν τον καθένα μασκαρά
Θε να πάρουν δίχως βία όλ΄οι Έλληνες βραβεία!
Αλλά από την βάσανο της κοφτερής σάτιρας τω ποιητών μας, έρχονταν τώρα να περάσουν και οι μεγαλόσχημοι τραπεζικοί της εποχής, που με ενορχηστρωμένες ραδιουργίες, απομυζούσαν μέσω των καταστημάτων τους τα λεφτά του κοσμάκη. Έτσι τον Φεβρουάριο του 1899, είναι δημοσιευμένοι επίσης στο «Άστυ», με ψευδώνυμο ορισμένοι στίχοι, που στηλιτεύουν τα καμώματα των τραπεζιτών.
Γράφουν με το λεπταίσθητο χιούμορ τους :
Και λέγει ο πρωθυπουργός μαζί με άλλους φίλους :
«Η πίστις μας απέκτησε και άλλους πάλιν στύλους.
Πολλαί ομάδες τρώγονται για τας επιχειρήσεις…
Ω ναι Ελλάς, προώρησται να ζήσης και θα ζήσης».
Κι ο Δηληγιάννης απαντά : «Να μου κοπεί το χέρι.
Αν όλ΄ αυτό το πατιρντί στο Έθνος μας συμφέρει.
Κανένα ο Πρωθυπουργός δεν πράττει εν σοφία …
το παν πλεκτάνη καθαρά και μηχανορραφία !»
Τώρα όμως την τιμητική τους, να περάσουν από την λεπίδα της σάτιρας, είχαν και μεγάλα κοινωνικά και πολιτισμικά γεγονότα, που προσφέρονταν με τις διαστάσεις τους για σάτιρα και κριτική. Έτσι επ΄ αφορμή της θεμελιώσεως της Εθνικής Βιβλιοθήκης, στην οδό Πανεπιστημίου και κατόπιν της μεγάλης δωρεάς για την ανέγερσή της, από τους εθνικούς μας ευεργέτες αδελφούς Βαλιάνους, ο Σουρής άδραξε την ευκαιρία και σκάρωσε τους σατιρικούς του στίχους στο «Άστυ» :
Ενώ δε σκόνης νέφη υψώνονται βιαίως
Ο λίθος κατετέθη ο ακρογωνιαίος
Και της βιβλιοθήκης των αδελφών Βαλλιάνων
Εν μέσω εγκωμίων και ύμνων και παιάνων,
Εφ ώ χαράν μεγάλην εχάρη ο καθείς,
Οι αναγνώσται όλοι και οι φιλομαθείς.
Κι άμα κτισθή θα τρέξη και ο Γιάννης και ο Κώστας
Και θα γεμίση όλη από φιλαναγνώστας,
Πλήν πεποιθώς ΄στων νέων Ρωμηών τας κεφαλάς,
Στην φιλομάθειά των και την ανατροφή των,
Πιστεύω πως και ταύτης τας βίβλους τας πολλάς
Θα τας σουφρώσουν όλας χωρίς επιστροφήν.
Κι ίσως κι αυτή να μείνει χωρίς σοφα κιουτάπια,
Χρυσή Βιβλιοθήκη με αδειανά ντουλάπια,
Καθώς και το Μουσείο γη Μαδιάμ εφάνη
Καθώς θ΄ αδειάσουν όλα με τρόπο και αγάλια
Και τότε πια θ΄ αρχίσουν να κλαίνε οι Βαλλιάνοι
Γιατί τα χρήματά τους, δεν τάφαγαν στραγάλια.
Έτσι αποτυπώνονταν η σάτιρα για την πολιτική μας τάξη και τα μείζονα κοινωνικά μας γεγονότα στην παλιά Αθήνα, διερμηνεύοντας το δημόσιο αίσθημα, για τους λογής – λογής πολιτικούς και δημόσιους λειτουργούς, που εμφανίζονταν επιλήσμονες του καθήκοντος τους, αλλά και προσφέροντας συνάμα, άφθονες μερίδες γέλιου, στον διψασμένο για χιούμορ και δημόσια κριτική αθηναϊκό λαό !
*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι M.Sc Δ/χος Μηχανικός Ε.Μ.Π., Αν. Γραμματέας Πολιτισμού ΠΑΣΟΚ
www.panosavramopoulos.blogspot.gr
