Το ινδικό ελαφρύ μαχητικό LCA Tejas Mk1A βρέθηκε στο επίκεντρο ενδιαφέροντος ενός ακόμη ευρωπαϊκού εταίρου, αυτή τη φορά από τη Μεσόγειο
Κατά τη διάρκεια πρόσφατης επίσκεψης υψηλού επιπέδου στο Νέο Δελχί, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας, Νίκος Δένδιας, ενημερώθηκε εκτενώς για το εγχώριας σχεδίασης μαχητικό της Ινδίας, στο πλαίσιο επαφών που εντάσσονται στη γενικότερη εμβάθυνση των διμερών αμυντικών σχέσεων.
Η παρουσίαση των δυνατοτήτων του Tejas Mk1A δεν πέρασε απαρατήρητη, καθώς πραγματοποιήθηκε σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία βρίσκεται σε φάση εκτεταμένου εκσυγχρονισμού, υπό το βάρος των αυξημένων περιφερειακών εντάσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ενημέρωση, αν και δεν συνοδεύτηκε από επίσημες ανακοινώσεις, άνοιξε έναν κύκλο συζητήσεων για το κατά πόσο το ινδικό μαχητικό θα μπορούσε, έστω θεωρητικά, να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό συνεργασίας.
Το τέλος εποχής των F-4 Phantom και το αναδυόμενο κενό
Το F-4 Phantom II, ένα από τα πιο εμβληματικά αεροσκάφη του Ψυχρού Πολέμου, εξακολουθεί να υπηρετεί σε περιορισμένο ρόλο στην ελληνική αεροπορία. Μέσα από προγράμματα εκσυγχρονισμού όπως το Peace Icarus 2000, τα ελληνικά Phantom απέκτησαν σύγχρονα ραντάρ, αναβαθμισμένα αεροηλεκτρονικά και δυνατότητες χρήσης όπλων ακριβείας, διατηρώντας επιχειρησιακή αξία κυρίως σε αποστολές κρούσης και αποτροπής.
Ωστόσο, η ηλικία του τύπου και το αυξανόμενο κόστος συντήρησης καθιστούν την απόσυρσή του αναπόφευκτη. Η σταδιακή έξοδος των Phantom δημιουργεί ένα επιχειρησιακό κενό, το οποίο δεν καλύπτεται αυτόματα από τα Rafale, τα αναβαθμισμένα F-16 Viper ή τα μελλοντικά F-35. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσίαση του Tejas Mk1A πυροδότησε εικασίες για το αν η Ινδία επιχειρεί να τοποθετήσει το αεροσκάφος ως μια πιθανή, έστω συμπληρωματική, λύση.
Δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι: Phantom και Tejas
Παρά το ενδιαφέρον, η σύγκριση μεταξύ του Tejas Mk1A και του F-4 Phantom II αποκαλύπτει ότι πρόκειται για αεροσκάφη εντελώς διαφορετικής φιλοσοφίας. Το Phantom είναι ένα βαρύ, δικινητήριο μαχητικό, με μέγιστο βάρος απογείωσης που ξεπερνά τους 28 τόνους, σχεδιασμένο για αποστολές μεγάλης εμβέλειας, ισχυρής κρούσης και αναχαίτισης σε ένα διαφορετικό στρατηγικό περιβάλλον.
Αντίθετα, το Tejas Mk1A είναι ένα καθαρόαιμο ελαφρύ μαχητικό. Με βάρος άδειου περίπου 6,5 τόνους και μέγιστο βάρος απογείωσης κοντά στους 13,5 τόνους, προσφέρει υψηλή ευελιξία, χαμηλότερο κόστος χρήσης και σύγχρονα αεροηλεκτρονικά, αλλά με σαφώς μικρότερο ωφέλιμο φορτίο και περιορισμένη εμβέλεια σε σύγκριση με το Phantom. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για άμεση αντικατάσταση, αλλά για μια εντελώς διαφορετική επιχειρησιακή προσέγγιση.
Γιατί το Tejas μπορεί να έχει θέση στη συζήτηση
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το Tejas αντικαθιστά το Phantom, αλλά αν μπορεί να καλύψει διαφορετικές ανάγκες στο πλαίσιο ενός «μείγματος υψηλού-χαμηλού». Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία ήδη κινείται προς αυτή τη λογική, με Rafale και F-35 στην κορυφή των δυνατοτήτων και F-16 σε ρόλο ραχοκοκαλιάς.
Σε αυτό το σχήμα, το Tejas Mk1A θα μπορούσε θεωρητικά να λειτουργήσει ως μια οικονομικά αποδοτική πλατφόρμα μεγάλου αριθμού, με χαμηλές απαιτήσεις συντήρησης και ταχεία διαθεσιμότητα, απελευθερώνοντας πολύτιμους πόρους για τα ακριβότερα stealth μέσα. Επιπλέον, οι φιλοδοξίες της Ινδίας στον τομέα των αμυντικών εξαγωγών συνοδεύονται συχνά από προτάσεις μεταφοράς τεχνολογίας και βιομηχανικής συνεργασίας, στοιχεία που ευθυγραμμίζονται με την ελληνική επιδίωξη ενίσχυσης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Περισσότερο πολιτικό μήνυμα παρά άμεση προμήθεια
Η συνάντηση του Νίκου Δένδια με Ινδούς αξιωματούχους άμυνας εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σύσφιξης των ελληνοϊνδικών σχέσεων, που περιλαμβάνει κοινές ναυτικές ασκήσεις, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και κοινές ανησυχίεςγια τη σταθερότητα σε κρίσιμες θαλάσσιες περιοχές.
Σε αυτή τη φάση, δεν υπάρχει καμία ένδειξη άμεσης συμφωνίας ή πρόθεσης προμήθειας του Tejas Mk1A από την Ελλάδα. Η ενημέρωση, ωστόσο, λειτουργεί ως άνοιγμα διαύλου: για μελλοντικό διάλογο, για συνεργασία σε επίπεδο εκπαίδευσης ή τεχνολογίας και, ενδεχομένως, για ειδικά προσαρμοσμένες λύσεις στο μέλλον. Το μήνυμα είναι σαφές: η Ελλάδα κοιτάζει μπροστά, εξετάζει εναλλακτικές και επενδύει σε στρατηγικές σχέσεις που ξεπερνούν τα στενά όρια μιας απλής αγοράς οπλικών συστημάτων.
