Αν και το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας κινήθηκε σε θρησκευτικό πλαίσιο
περιλαμβάνοντας αναφορές στη νηστεία και κορανικά αποσπάσματα, το περιεχόμενο γρήγορα απέκτησε πολιτικό χαρακτήρα.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η επιλογή του κ. Τράμπα να χρησιμοποιήσει τον όρο «Μουσουλμάνοι Τούρκοι», παρακάμπτοντας τον θρησκευτικό προσδιορισμό της Μουσουλμανικής Μειονότητας όπως αυτός προβλέπεται από τις διεθνείς συνθήκες. Η διατύπωση αυτή ερμηνεύεται ως πλήρης ταύτιση με τη ρητορική και τις αναθεωρητικές θέσεις της Τουρκίας.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι αναφορές του ψευδομουφτή στην εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα της Θράκης
Σε αυτό το πλαίσιο, χαρακτήρισε τη συμμετοχή μαθητών σε έθιμα όπως τα κάλαντα ως «αφομοιωτική πρακτική», θέση που στοχοποιεί δράσεις διαπολιτισμικής επαφής και επιχειρεί να ορθώσει διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων. Παράλληλα, η ρητορική περί κινδύνου απώλειας της «ταυτότητας» και απομάκρυνσης από τις «ρίζες» αποδίδεται ως προσπάθεια καλλιέργειας αισθήματος απειλής και φόβου.
Στο κλείσιμο του διαγγέλματος, η ευχή για το Ραμαζάνι απευθύνθηκε ειδικά στον «ισλαμικό και τουρκικό κόσμο»
επιλογή που ενισχύει την εικόνα πολιτικής στόχευσης και απομάκρυνσης από τον ρόλο μιας θρησκευτικής ηγεσίαςπου απευθύνεται στο σύνολο της τοπικής κοινωνίας.
Όπως αναφέρει το rodopipress.gr, το μήνυμα του Μουσταφά Τράμπα ξεπερνά τα όρια ενός θρησκευτικού κηρύγματος και εγείρει ζητήματα κοινωνικής συνοχής στη Θράκη. Η αμφισβήτηση πρακτικών συνύπαρξης και η πολιτικοποίηση της θρησκευτικής ρητορικής ενδέχεται να επιτείνουν τον διχασμό, σε μια περιοχή όπου η ειρηνική συμβίωση αποτελεί διαχρονικό ζητούμενο.
