Από το καθεστώς της ελληνικής συστοιχίας Patriot στη Σαουδική Αραβία, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν πρόκειται για άτυπη ή προσωρινή αποστολή
αλλά για διακρατικά ρυθμισμένη παρουσία ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.
Η αποστολή βασίστηκε σε Συμφωνία Διευθέτησης Καθεστώτος Ενόπλων Δυνάμεων που υπογράφηκε στο Ριάντ στις 20 Απριλίου 2021, και κυρώθηκε αργότερα από τη Βουλή με τον Ν. 5118/2024.
Σκοπός της, όπως προκύπτει από τα επίσημα ελληνικά κείμενα, είναι η παραμονή ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στο σαουδαραβικό έδαφος για την υποστήριξη της αμυντικής ικανότητας του Βασιλείου, ενώ το ΥΠΕΘΑ είχε ήδη από το 2021 δηλώσει ότι η αποστολή της πυροβολαρχίας Patriot είναι η ενίσχυση της αεράμυνας και της αντιπυραυλικής προστασίας της Σαουδικής Αραβίας και ειδικά των κρίσιμων ενεργειακών υποδομών της.
Το ίδιο νομικό πλαίσιο δείχνει και κάτι ακόμη σημαντικό: η ελληνική δύναμη δεν “χάνεται” νομικά μέσα στις σαουδαραβικές ένοπλες δυνάμεις.
Η κυρωμένη Διευθέτηση προβλέπει ότι το ελληνικό προσωπικό μπορεί να φέρει στολές και όπλα κατά την άσκηση των επίσημων καθηκόντων του
ότι έχει ελευθερία κίνησης σύμφωνα με διαδικασίες που ορίζει το σαουδαραβικό Υπουργείο Άμυνας, αλλά επίσης ότι για πειθαρχικά θέματα αρμόδια είναι η Ελληνική Δημοκρατία, ενώ η Ελλάδα διατηρεί αποκλειστική ποινική δικαιοδοσία σε σημαντικό μέρος των υποθέσεων που αφορούν το προσωπικό της.
Στην εισηγητική έκθεση μάλιστα αναφέρεται ρητά ότι μπορεί να υπάρξει δαπάνη εις βάρος του ελληνικού προϋπολογισμού σε περίπτωση ευθύνης της Ελλάδας ως κράτους αποστολής για ζημία που θα προκαλέσει το ελληνικό προσωπικό σε τρίτους.
Αυτά είναι πολύ ισχυρά νομικά στοιχεία ότι η δράση της μονάδας δεν είναι απλώς “σαουδαραβική πράξη με ελληνικό εξοπλισμό”, αλλά παραμένει και ελληνική κρατική δράση.
Ως προς το σημερινό περιστατικό, το Reuters και ο ίδιος ο υπουργός Άμυνας επιβεβαιώνουν ότι η αναχαίτιση έγινε από Patriot που χειρίζεται ελληνικό προσωπικό και ότι αναχαιτίστηκαν δύο ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι με στόχο σαουδαραβικά διυλιστήρια. Το Reuters προσθέτει ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που ελληνικό προσωπικό χειρίστηκε επιχειρησιακά το σύστημα σε αναχαίτιση.
Άρα δεν μιλάμε πλέον μόνο για «παρουσία» ή «αποστολή φύλαξης», αλλά για πραγματική επιχειρησιακή χρήση βίας από ελληνικά κρατικά όργανα.
Τώρα, στο ερώτημα τι είναι το jus ad bellum: είναι ο κλάδος του διεθνούς δικαίου που ρυθμίζει πότε ένα κράτος μπορεί νόμιμα να χρησιμοποιήσει ένοπλη βία. Ο βασικός κανόνας είναι η απαγόρευση της απειλής ή χρήσης βίας του άρθρου 2(4) του Χάρτη του ΟΗΕ. Η κύρια εξαίρεση είναι το άρθρο 51, που αναγνωρίζει το εγγενές δικαίωμα ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας όταν δεχθεί ένοπλη επίθεση ένα κράτος-μέλος του ΟΗΕ.
Αυτό είναι το πεδίο του jus ad bellum
Είναι διαφορετικό από το jus in bello, που αφορά το πώς διεξάγεται ένας πόλεμος αφού ξεκινήσει.
Άρα, όταν λέμε ότι υπάρχει «έμμεση εμπλοκή», το ακριβέστερο νομικά θα ήταν: υπάρχει περιορισμένη αμυντική/επιχειρησιακή συμμετοχή της Ελλάδας στη σύγκρουση. Δεν είναι τεχνικός όρος του jus ad bellum η «έμμεση εμπλοκή». Η ουσία όμως στηρίζεται σε συγκεκριμένες διατάξεις.
Πρώτον, στα Άρθρα 4 και 6 των κανόνων περί κρατικής ευθύνης της Διεθνούς Επιτροπής Δικαίου: η συμπεριφορά κρατικών οργάνων αποδίδεται στο κράτος, ενώ ειδικοί κανόνες υπάρχουν και όταν ένα όργανο τίθεται στη διάθεση άλλου κράτους.
Δεύτερον, στο άρθρο 51 του Χάρτη: αν η Σαουδική Αραβία δέχεται ένοπλη επίθεση και η Ελλάδα ενεργεί με τη συναίνεσή της για την άμυνά της, τότε η ελληνική χρήση βίας μπορεί να ενταχθεί στο σχήμα της συλλογικής αυτοάμυνας.
Τρίτον, στο δίκαιο της ουδετερότητας: ουδέτερο κράτος είναι εκείνο που δεν συμμετέχει και τηρεί αμεροληψία· όταν όμως οι ένοπλες δυνάμεις του αναχαιτίζουν πυραύλους ενός εμπολέμου υπέρ άλλου κράτους, η θέση της αυστηρής ουδετερότητας παύει να περιγράφει ακριβώς την πραγματικότητα.
Η τελική διατύπωση, λοιπόν, θα ήταν η εξής:
Η Ελλάδα δεν έχει καταστεί πλήρες εμπολέμο μέρος στον πόλεμο Ιράν–ΗΠΑ/Ισραήλ, αλλά με την αναχαίτιση ιρανικών πυραύλων από ελληνικό προσωπικό υπέρ της αεράμυνας της Σαουδικής Αραβίας έχει περάσει από τη θέση της απλής παρουσίας σε μια μορφή περιορισμένης αμυντικής συμμετοχής.
Αυτό μπορεί να είναι νομικά δικαιολογημένο ως συλλογική άμυνα, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα με το «καμία εμπλοκή». Και γι’ αυτό η κυβερνητική φράση «είναι μόνο αμυντική ενέργεια» είναι μισή αλήθεια: σωστή ως προς τον χαρακτήρα της πράξης, όχι πλήρης ως προς τη νομικοπολιτική της σημασία.
