Ελληνιστική Ποίηση: Ο Καλλίμαχος και το Αισθητικό Μανιφέστο
Κατά την Ελληνιστική περίοδο, η θρησκευτική λατρεία απέκτησε έντονα λογιοτατικά, φιλολογικά και μετα-λογοτεχνικά χαρακτηριστικά. Ο ύψιστος εκφραστής αυτής της τάσης ήταν ο Καλλίμαχος (3ος αι. π.Χ.), διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. Ο Ύμνος στον Απόλλωνα του Καλλίμαχου δεν είναι απλώς ένας λειτουργικός ύμνος, αλλά το απόλυτο μανιφέστο της καλλιμαχικής αισθητικής.
Απο το arxaiaellinika.gr
Ο ύμνος ανοίγει περιγράφοντας την επιφάνεια (epiphany) του θεού και τη συμμετοχή του ίδιου του ποιητή στο φεστιβάλ των Καρνείων της πατρίδας του, της Κυρήνης (της οποίας ο ιδρυτής, Βάττος, είχε καθοδηγηθεί από τον Απόλλωνα). Μέσω του ύμνου, ο ποιητής ενισχύει την αστική συνοχή της κοινότητας κατά τη βασιλεία του Μάγα, γεφυρώνοντας το παρόν των νέων της πόλης με το δοξασμένο παρελθόν των αποίκων.
Το κλείσιμο του ποιήματος (στίχοι 105-113) αποτελεί ορόσημο της λογοτεχνικής κριτικής. Ένα προσωποποιημένο δαιμόνιο, ο Φθόνος (Envy), πλησιάζει τον Απόλλωνα και ψιθυρίζει στο αυτί του υποτιμητικά σχόλια για τον ποιητή, δηλώνοντας: «Δεν θαυμάζω τον ποιητή που δεν παράγει ποίηση τεράστια και ατέλειωτη σαν τη θάλασσα» (αναφερόμενος εμμέσως στο έπος τύπου Ομήρου ή στους επιγόνους των κυκλικών επών). Ο Απόλλων κλωτσάει βίαια τον Φθόνο μακριά και εκφωνεί την περίφημη μεταφορά: Ο μέγας ποταμός (Ασσυριακός ποταμός / Ευφράτης) κουβαλά άφθονο νερό, αλλά είναι γεμάτος λάσπη, σκουπίδια και βρωμιά. Αντίθετα, οι μέλισσες (το αρχαίο σύμβολο της ποιητικής έμπνευσης) δεν πίνουν από τον λασπωμένο ποταμό, αλλά μεταφέρουν αποκλειστικά τις σταγόνες από μια μικρή, παρθένα και κρυστάλλινη πηγή βουνού. Ο Απόλλων καθίσταται έτσι το σύμβολο του «εκλεπτυσμένου» (delicate), λεπτοδουλεμένου και θεωρητικά άρτιου αλεξανδρινού ποιήματος, μετατρέποντας το θεϊκό «Φοίβος» (αγνός) σε συνώνυμο της ποιητικής καθαρότητας.
Γεωγραφία Λατρείας: Ιερά, Μαντεία και Πανελλήνιοι Αγώνες
Η δημόσια λατρεία του Απόλλωνα διαμόρφωσε τον εορταστικό κύκλο των ελληνικών πόλεων, λειτουργώντας ως σταθεροποιητικός παράγοντας της κοινωνίας. Ο παρακάτω πίνακας συνοψίζει τις κυριότερες εορτές και τα λατρευτικά τους χαρακτηριστικά:
| Ονομασία Εορτής / Αγώνων | Τόπος Διεξαγωγής | Τελετουργικά Χαρακτηριστικά & Σημασία |
| Πύθια(Pythian Games) | Δελφοί | Ο δεύτερος σημαντικότερος Πανελλήνιος θεσμός μετά τα Ολύμπια (κάθε 4 χρόνια). Αρχικά μόνο μουσικοί αγώνες. Από το 582 π.Χ. προστέθηκαν γυμνοί αθλητικοί (πάλη, στάδιον) και ιππικοί αγώνες (χωρίς όμως τα τέθριππα), με έπαθλο το δάφνινο στεφάνι. |
| Θαργήλια(Thargelia) | Αθήνα, Ιωνικές πόλεις | Γιορτάζονταν την 6η & 7η του Θαργηλιώνος (Μάιος). Αγροτική γιορτή των πρώτων καρπών (προσφορά του «θάργηλου» άρτου). Περιλάμβανε το τελετουργικό των «Φαρμακών» (δύο αποδιοπομπαίων τράγων) για την κάθαρση της πόλης από το μίασμα και τη νόσο. |
| Κάρνεια(Carneia) | Σπάρτη, Σικυώνα, Κυρήνη | Η σπουδαιότερη δωρική γιορτή (προς τιμήν του Απόλλωνα Καρνείου). Ενίσχυε τη στρατιωτική και κοινωνική συνοχή των αποίκων. Συνδεόταν με τον μύθο του μάντη Κάρνου ή με έναν γιο του Δία και της Ευρώπης. |
| Πυανέψια / Δαφνηφόρια | Αθήνα / Θήβα & Τέμπη | Φθινοπωρινή εορτή όπου τα παιδιά (που είχαν εν ζωή γονείς) κρατούσαν την «Ειρεσιώνη» (ένα κλαδί ελιάς ή δάφνης τυλιγμένο με μαλλί και καρπούς) τραγουδώντας, για την αποτροπή της σιτοδείας (αφιερωμένη στον Απόλλωνα). |
| Υακίνθια(Hyacinthia) | Αμύκλες Λακωνίας | Διττή εορτή: Το πρώτο μέρος ήταν πένθιμο (θρήνος για τον θάνατο του εραστή του θεού, Υάκινθου, από δίσκο). Το δεύτερο ήταν χαρούμενο, γιορτάζοντας την αναγέννηση της φύσης. |
Οι ιεροί τόποι του θεού εκτείνονταν από τη Δήλο (όπου βρισκόταν και το περίφημο Άνδηρο των Λεόντων, δώρο των Ναξίων ) έως τα Δίδυμα (στην ακτή της Ανατολίας, διοικούμενο από τους ιερείς Βραγχίδες), την Κλάρο (ιδρυμένο από τη μάντισσα Μαντώ), και τις Άβες. Σε όλα τα μαντεία η λειτουργία ενείχε το στοιχείο της έκστασης, όπως η μασήση δαφνών ή η πόση ιερών υδάτων, σε απόλυτη αντιδιαστολή με τη δωδωναία μαντεία του Δία.

Τα ερείπια του Ναού του Απόλλωνα στο μαντείο των Δελφών, λουσμένα στο φως του ήλιου.
Μουσικολογικά Τεκμήρια: Οι Δελφικοί Ύμνοι
Πέραν των λογοτεχνικών κειμένων, ο Απόλλων Μουσαγέτης μάς άφησε ίσως την πολυτιμότερη κληρονομιά όσον αφορά την ακουστική αντίληψη του αρχαίου κόσμου: τους Δελφικούς Ύμνους. Το 1893, κατά τη διάρκεια των ανασκαφών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής υπό τον Θεόφιλο Ομόλ (Théophile Homolle), ανακαλύφθηκαν εντοιχισμένα θραύσματα στον νότιο εξωτερικό τοίχο του Θησαυρού των Αθηναίων στους Δελφούς.
Τα μαρμάρινα αυτά θραύσματα έφεραν εγχάρακτους αρχαιοελληνικούς στίχους συνοδευόμενους από περίπλοκα σύμβολα μουσικής σημειογραφίας. Ο φιλόλογος Henri Weil αποκατέστησε το κείμενο και ο αρχαιολόγος Théodore Reinach μετέγραψε τη μουσική στο σύγχρονο πεντάγραμμο. Αποτελούνται από δύο ύμνους προς τον Απόλλωνα που συντέθηκαν για την εορτή της Αθηναϊκής Πυθαίδας (μια ιερή πομπή από την Αθήνα στους Δελφούς). Ο Πρώτος Δελφικός Ύμνος χρονολογείται το 138 π.Χ. (συντεθειμένος από τον Αθήναιο, γιο του Αθήναιου) και χρησιμοποιεί αλφαβητική «φωνητική» σημειογραφία. Ο Δεύτερος, χρονολογούμενος το 128 π.Χ., γράφτηκε από τον Λιμήνιο (γιο του Θοίνου) και χρησιμοποιεί «ενόργανη» σημειογραφία.
Αν και το επιτύμβιο του Σείκιλου είναι το αρχαιότερο πλήρες άσμα, οι Δελφικοί Ύμνοι αποτελούν τα αρχαιότερα σωζόμενα δείγματα μουσικής παγκοσμίως (με καταγεγραμμένο συνθέτη) επαρκούς έκτασης. Οι στίχοι τους (υποστηριζόμενοι από κιθάρα και πλαγίαυλο) καλούν τις Μούσες του Ελικώνα να εξυμνήσουν τον «χρυσομάλλη Φοίβο», περιγράφουν τη σφαγή του Πύθωνα και επαινούν τον θεό που προστάτευσε το μαντείο από την εισβολή των βαρβάρων (Γαλατών), προσφέροντας μια ζωντανή, ηχητική εικόνα της δόξας του στις υστεροελληνιστικές δεκαετίες.
Μυστικισμός, Υπερβόρειοι και Πυθαγόρεια Φιλοσοφία
Ο πλέον μεταφυσικός και αινιγματικός κύκλος της απολλώνιας παρουσίας εμπλέκει τον μυθικό λαό των Υπερβορείων. Όπως καταγράφουν αναλυτικά ο Ηρόδοτος (στο 4ο βιβλίο των Ιστοριών του), ο Πίνδαρος, ο Αλκαίος, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης και ο Παυσανίας, οι Υπερβόρειοι κατώκουν στα απώτατα βόρεια όρια του κόσμου (πιθανώς συμβολίζοντας από τη Σκυθία και τη Βρετανία έως τη Σιβηρία). Η χώρα τους βρισκόταν «πέρα από τον Βορέα» (πέρα από τις ριπές του ψυχρού βοριά, στα Ριπαία Όρη), απολαμβάνοντας μια αιώνια, ηλιόλουστη άνοιξη και διπλή ετήσια συγκομιδή.
Οι κάτοικοι αυτοί θεωρούνταν ο πλέον αγνός, δίκαιος και εκλεκτός λαός του Απόλλωνα. Κατά την παράδοση (όπως τη διέσωσε ο Διόδωρος), η Λητώ καταγόταν από τους Υπερβόρειους. Ο Απόλλων περνούσε τους χειμερινούς μήνες (όταν εγκατέλειπε τους Δελφούς, αφήνοντας το μαντείο στη δικαιοδοσία του Διονύσου) πετώντας με το άρμα του (ή επάνω σε φτερωτούς κύκνους) στη χώρα τους. Οι ίδιοι οι Υπερβόρειοι διατηρούσαν συνεχή τελετουργική σχέση με την Ελλάδα, στέλνοντας ιερά αφιερώματα (πακεταρισμένα σε στάχυα σιταριού) στο ιερό νησί της Δήλου. Ένας μυθικός ιερέας αυτού του λαού, ο Άβαρις ο Υπερβόρειος (περιγραφόμενος συχνά ως σαμάνος της Ευρασίας), ταξίδεψε στην Ελλάδα επιβαίνοντας (σύμφωνα με τον μύθο) πάνω σε ένα μαγικό ιπτάμενο βέλος του Απόλλωνα, εκτελώντας θαυματουργές ιάσεις και τελετουργικούς καθαρμούς.
Ο Πυθαγόρας ως «Υπερβόρειος Απόλλων»
Η μορφή του Υπερβόρειου Απόλλωνα ενσωματώθηκε βαθιά στον πρώιμο ελληνικό μυστικισμό και, ειδικότερα, στον Πυθαγορισμό. Ο φιλόσοφος Πυθαγόρας (6ος αι. π.Χ.), ο ιδρυτής των μαθηματικών αναλογιών και της θεωρίας περί μουσικής αρμονίας των ουρανίων σφαιρών, ταυτίστηκε στενότατα με τον θεό. Σύμφωνα με μαρτυρίες που διέσωσε ο Αριστοτέλης, οι πολίτες του Κρότωνα θεωρούσαν τον Πυθαγόρα ενσάρκωση ή εκδήλωση του ίδιου του «Υπερβόρειου Απόλλωνα». Προς επιβεβαίωση της θεϊκής του ταυτότητας, λέγεται ότι ο Πυθαγόρας αποκάλυψε στον Άβαρι (σε μια μυθική συνάντηση που οι μεταγενέστεροι συγγραφείς, όπως ο Ιάμβλιχος, κατέγραψαν εξονυχιστικά) ότι διέθετε έναν «χρυσό μηρό» (αδιαμφισβήτητο σημάδι θεότητας).
Οι Πυθαγόρειοι υιοθέτησαν πλήρως την απολλώνια αντίληψη περί ψυχικής υγείας, θεωρώντας ότι, όπως η ιατρική καθαίρει το σώμα, έτσι και η αρμονία της μουσικής (της λύρας) λειτουργεί ως κάθαρση για την ψυχή. Ένα διάσημο ανέκδοτο αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας σταμάτησε μια ομάδα μεθυσμένων νεαρών από το να βιάσουν μια γυναίκα, απλώς και μόνο τραγουδώντας έναν ιερό ρυθμό (σπονδείους) που κατεύνασε άμεσα τα πάθη τους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της αριθμοσοφικής θεολογίας (η οποία μετεξελίχθηκε στον Νεοπλατωνισμό των ρωμαϊκών χρόνων), το ίδιο το όνομα του Απόλλωνα επαναπροσδιορίστηκε ετυμολογικά. Όπως σημειώνουν μεταγενέστεροι συγγραφείς (και κυρίως ο Πλούταρχος), η λέξη αναλύθηκε ως σύνθετο του στερητικού «α» και του «πολλά» (Α-πολλών, “Not of many”). Υπό αυτήν τη φιλοσοφική θεώρηση, ο Απόλλων συμβολίζει την πρωταρχική Μονάδα, το Απόλυτο Ένα. Η Μονάδα γεννά τη δυαδικότητα, αλλά η ίδια παραμένει αδιαίρετη, φωτεινή και υπερβατική, σε πλήρη αντιδιαστολή με τον κόσμο της ύλης, της σήψης και της πολλαπλότητας, ο οποίος ταυτίζεται με τον Πλούτωνα (το “πλήθος” ή τα “πολλά”).

Φιλοσοφική Θεολογία: Το «Ε» εν Δελφοίς του Πλουτάρχου
Κατά τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, οι αρχαίοι μύθοι υποβλήθηκαν σε συστηματική αλληγορική και θεολογική ανάλυση. Ο Πλούταρχος (1ος – 2ος αιώνας μ.Χ.), ένας από τους κορυφαίους διανοητές της αρχαιότητας που υπηρέτησε ως αρχιερέας του μαντείου των Δελφών, αφιέρωσε μέρος του έργου του («Ηθικά» / Moralia) στη διερεύνηση της βαθύτερης απολλώνιας φύσης.
Στον διάλογό του Περί του Ει του εν Δελφοις (“The E at Delphi”), ο Πλούταρχος πραγματεύεται το νόημα ενός μυστηριώδους ξύλινου (και μετέπειτα χρυσού) γράμματος «Ε» που βρισκόταν αφιερωμένο μέσα στον ναό του Απόλλωνα. Επτά διαφορετικοί συνομιλητές καταθέτουν τις προτάσεις τους (γεφυρώνοντας τις παραδοσιακές θρησκευτικές αντιλήψεις με τον Σωκρατικό και Πλατωνικό σκεπτικισμό):
- Ήταν αφιέρωμα των Επτά Σοφών, οι οποίοι (αφού έδιωξαν τον Κλεόβουλο και τον Περίανδρο ως τύραννους) ήθελαν να δείξουν ότι οι πραγματικοί Σοφοί είναι «Πέντε» (καθώς το Ε είναι το πέμπτο γράμμα του αλφαβήτου).
- Το Ε είναι το δεύτερο φωνήεν, και ο Ήλιος είναι ο δεύτερος πλανήτης—εξισώνοντας έτσι τον Απόλλωνα με τον Ήλιο.
- Το Ε σημαίνει «Εάν» (Ει), υποδηλώνοντας την υποθετική μορφή («αν θα πετύχω;») με την οποία οι ικέτες υπέβαλλαν τα ερωτήματά τους στην Πυθία.
- Το «Ει» εκφράζει την ευχή («είθε») προς τον θεό.
- Είναι το θεμελιώδες συνδετικό μόριο της αριστοτελικής και στωικής λογικής στον συλλογισμό.
Ωστόσο, η ύψιστη, μεσοπλατωνικής έμπνευσης εξήγηση (την οποία ασπάζεται ο ίδιος ο Πλούταρχος) είναι ότι το γράμμα διαβάζεται ως το ρήμα «Ει» («Είσαι» / Thou Art). Είναι η απάντηση και ο χαιρετισμός του ανθρώπου προς τον Θεό. Ενώ ο Απόλλων καλωσορίζει τον επισκέπτη του ναού με το διάσημο δελφικό παράγγελμα «Γνώθι Σαυτόν» (Γνώρισε τον εαυτό σου – δηλαδή, αντιλήψου τη θνητή, φθαρτή σου φύση), ο άνθρωπος απαντά στον θεό λέγοντάς του «Είσαι».Αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι μόνο ο Απόλλων, ως το Υπέρτατο Ον, το Αγαθόν (The Good) και η πρωταρχική αιτία του Σύμπαντος, κατέχει το αληθινό, άχρονο, αμετάβλητο «Είναι». Οι μικρότερες θεότητες και οι δαίμονες λειτουργούν απλώς ως μεσολαβητές (όπως παρατηρείται στο Περί των εκλελοιπότων χρηστηρίων), αλλά ο Απόλλων στέκει απολύτως ταυτισμένος με τον ένα, Δημιουργό Θεό.

Συμπερασματικές Θεωρήσεις
Η συστηματική επισκόπηση του αρχαίου κειμενικού σώματος (από τα έπη και τους λυρικούς ποιητές, έως την τραγωδία, την ελληνιστική λογοτεχνική κριτική και τη φιλοσοφία) καταδεικνύει την αξεπέραστη βαρύτητα της μορφής του Απόλλωνα στη θεμελίωση του δυτικού πολιτισμικού παραδείγματος.
Ο Απόλλων δεν υπήρξε ποτέ ένας μονοδιάστατος, εύκολα προσεγγίσιμος θεός. Είναι ο κάτοχος του αργυρού τόξου που αφανίζει τους αλαζόνες (Ιλιάδα) και επιβάλλει τη δικαιοσύνη (Οδύσσεια), αλλά είναι και ο θεράπων, ο καθαρτής του μιάσματος που γεφυρώνει το αίμα της εκδίκησης με την αστική νομιμότητα (Ορέστεια Αισχύλου). Προκαλεί τον απόλυτο ανθρώπινο πόνο, γεννώντας υπαρξιακά ερωτήματα για την ηθική του Σύμπαντος (Σοφοκλής, Ευριπίδης) , την ίδια στιγμή που οργανώνει τον κοινωνικό βίο της πόλης μέσω των φεστιβάλ (Πύθια, Κάρνεια, Θαργήλια).
Το μαντείο του στους Δελφούς, πλαισιωμένο από τον μύθο του Πύθωνα και το δελφίνι των Κρητών, υπήρξε το διπλωματικό, ηθικό και διανοητικό κέντρο του αρχαίου κόσμου. Ο λυρικός του λόγος (Πίνδαρος, Βακχυλίδης, Δελφικοί Ύμνοι) κωδικοποίησε τον ρυθμό της ελληνικής γλώσσας , ενώ ο ελληνιστικός ποιητικός λόγος (Καλλίμαχος) τον κατέστησε σύμβολο της απόλυτης λογοτεχνικής αισθητικής και καθαρότητας. Τελικώς, στα χέρια των Πυθαγορείων και των Πλατωνικών (Πλούταρχος), απογυμνώθηκε από τα αρχαϊκά του όπλα και μετουσιώθηκε στην Υπερβατική Μονάδα (Α-πολλών) και στο αιώνιο Φως. Η οντολογία του Απόλλωνα ταυτίζεται ιστορικά με τη διαρκή αγωνία και τον διαρκή αγώνα του ανθρώπου να επιβάλει τον Λόγο και την Αρμονία πάνω στο χάος και τη φθορά του φυσικού σύμπαντος.
