Πασχαλινά διηγήματα
ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
Μέ ειχε καλέσει ο γενναιος φίλος μου, ο κύρ Στέφανος Μ., εις τήν οικίαν του τήν ημέραν του Πάσχα, διά νά συμφάγωμεν τήν ώραν του προγεύματος περί τάς δέκα, από συγκατάβασιν καί ευσπλαγχνίαν, διά νά κάμω κ᾿ εγώ μετά τόσα χρόνια *** Πάσχα οικιακόν, έρημος καί ξένος στά ξένα. Εύχαρι καί θαλπερόν ητο τό εσωτερικόν της εστίας του, αφου διηλθον τήν ευρειαν αυλήν, μέ τήν διάπλατον πύλην, καί τούς σταύλους των αλόγων, καί τήν πρασινάδαν, καί τάς γάστρας των ανθέων. Η οικογένειά του, η γραια Μαρία η συμβία του, αφελής καί αρχαϊκή, ο υιός του, αμόρφωτος καί άπλαστος καλός αμαξηλάτης, κι ο αδελφός του, στιβαρός, γεροντοπαλλήκαρον, τραχύς καί φιλαλήθης. Τέλος η κόρη του η Ρηνούλα, τελεία αντιπρόσωπος της νέας γενεας, κεντήτρια, ζωγραφίνα καί θεατρίνα. Πλήν όμως κι αυτή αφελής καί απλη εις τήν *** καί τούς τρόπους: Ειχε μίαν παιδίσκην επτά ετων, τήν Μαρίαν, πάντοτε μειδιωσαν καί ανοικτόκαρδον, καί έν χαριτωμένον ξενικόν πλάσμα, τήν Τοτώ, ξανθήν, γαλανόμορφον, καί αγγελοθωρουσαν. Η μικρά κόρη, δέν ηξεύρω ακριβως πως, ειχε πέσει εις τάς χειράς της, καί απετέλει μέρος της οικογενείας. Φαίνεται ότι κάποια ξένη Γαλλίς, παιδαγωγός ή διδασκάλισσα εις πλουσίαν οικίαν, ειχεν εμπέσει εις τά δίκτυα κανενός †επιχειρητου† καί ειχε συλλάβει τό μαγικόν τουτο χρυσόψαρον της δεξαμενης, διά νά πλεύση εις τό πέλαγος του αγνώστου, εάν δέν έμελλε ποτέ νά †πτεροφυήση† εις τόν αιθέρα του αχανους. Ειτα τήν φερέοικον μητέρα, οπού δέν ειχε κτίσει τήν φωλεάν της ποτέ, τήν επηραν άλλαι πνοαί καί τήν μετεκόμισαν, τίς οιδε που, εις άλλα κλίματα ― ευρε θέσιν καλυτέραν αλλου, κ᾿ εταξίδευσε, κ᾿ ενεπιστεύθη τό έμψυχον κειμήλιον αυτό εις τάς χειρας της Ρηνούλας, ήτις αφου τήν ειχεν εγκαταλίπει κι αυτήν ο πλανήτης, όστις τήν εστεφανώθη, ανέθρεψε τό τέκνον της, κ᾿ έμεινε ζωντοχηρουσα, κ᾿ εδέχθη ως έρμαιον τό ξένον βρέφος αυτό, ίσως επειδή ησθάνετο μικρόν θησαυρόν φιλοστοργίας εις τά στήθη της.
http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/402-04-52-tragoydia-toy-8eoy-1912
Πόση ειναι η δύναμις της επιρροης, καί άν η Ρηνούλα ειχε γοητείαν καί όμμα επιβάλλον διά ν᾿ ανατρέφη παιδία, τό ησθάνθην τήν ημέραν εκείνην του Πάσχα, όταν η μικρά Τοτώ, ηλικίας τότε τριάντα μηνων περίπου, ήρχισεν αίφνης νά κλαυθμυρίζη εκει πού τήν ειχαν βάλει νά φάγη, διά μίαν μικράν παράλειψιν. Η Ρηνούλα εστράφη πρός τήν μικράν καί της ειπεν απλως μέ τόν τρόπον καί μέ τό βλέμμα πού αυτή ήξευρε:
― Faut pas pleurer! [φω πά πλερέ]. Δέν πρέπει νά κλαις.
Κ᾽ η μικρά ελούφαξεν ως εκ θαύματος.
*
* *
Όταν απεφάγαμεν, κ᾿ εσυγκρούσαμεν τά κόκκιν᾿ αυγά, κ᾿ είχαμεν κενώσει τά τρία τέταρτα της χιλιάρικης ―ητο ωραιον ρετσινατο, όλον άρωμα καί πτησις καί αφρός― αφου έψαλεν ο γέρων Φίλιππος τό Χριστός ανέστη (ο κύρ Στέφανος δέν ήξευρεν άλλο νά ψάλη ειμή τό, ψήσου γίδα ψήσου καί ροδοκοκκινίσου), ηθέλησα κ᾿ εγώ νά είπω τό Αναστάσεως ημέρα, τό αλλέγρο, τόν πρωτον δηλ. ειρμόν του Κανόνος της ημέρας, όχι τό τελευταιον τό δοξαστικόν, τό αργόν. Μόλις ήνοιξα τό στόμα μου κ᾿ επρόφερα:
Αναστάσεως ημέρα,
λαμπρυνθωμεν λαοί·
Πάσχα Κυρίου Πάσχα…
η μικρά Τοτώ, βλέπουσα ατενως πρός με, αφηκεν ακράτητον επιφώνημα χαρας, κ᾿ έλαμψε τό προσωπάκι της, τά ματάκια της, τό στόμα της, τά μάγουλά της, όλα εμόρφασαν κ᾿ εμειδίασαν άρρητον μειδίαμα αγαλλιάσεως. Τό πραγμα μου επροξένησεν αίσθησιν. Φαίνεται τω όντι ότι έχουν άφατον άρωμα καί κάλλος μαρτυρούμενον «εκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων», αυτά τά εμπνευσμένα άσματα της αγίας Εκκλησίας μας.
Συγχρόνως η Μαρία, μέ παιδικήν χαράν κι αυτή, ανέκραξεν:
― Αυτά δέν ειναι τροπάρια πού ψέλνετε, κύριε.
―Αλλά τί ειναι κορίτσι μου; ηρώτησα.
― Αυτά ειναι σάν γλυκά-γλυκά τραγουδάκια.
*
* *
Τουτο μου ενθύμισε μίαν άλλην μικράν κορασίδα, τήν Κούλαν (Αγγελικήν) του φίλου μου Νικόλα του Μπούκη. Απλους μανάβης, ή οπωροπώλης, ητον ο άνθρωπος, αλλ᾿ ειχε λάβει θεόθεν διά τήν φιλοξενίαν του τήν ευλογίαν του Αβραάμ. Η μικρά οικία ητο ξενών διά τούς φίλους καί τούς διαβατικούς, διά τούς εκλεκτούς καί τούς τυχόντας. Ειχεν απολύσει η λειτουργία μετά τήν παννυχίδα εις τό παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου καί τήν ώραν του αντιδώρου, η γυνή του Μπούκη του φίλου μου, ακολουθουμένη από τήν μικράν κόρην της, τήν Αγγελικούλαν, μ᾿ επλησίασεν εις τό στασίδι, διά νά μου υπομνήση, ως συνήθως, ότι έπρεπε νά υπάγω εις τό γευμα. Τότε η μικρά παιδίσκη (ητο ώς εννέα ετων, ροδίνη καί καστανή, καί τήν ειχαν υιοθετήσει από τό Βρεφοκομειον, ως άτεκνον οπού ητο τό ανδρόγυνον· αλλ᾿ αυτή τό ηγνόει), μ᾿ εχαιρέτισε καί μου λέγει:
―Εσύ, μπαρμπ᾿ Αλέξανδρε, ψέλνεις τά τραγούδια του Θεου.
*
* *
Τραγούδια του Θεου! Έκτοτε η μικρά μέ ήκουε νά ψάλλω συνεχως «Τραγούδια του Θεου», εις τόν πενιχρόν νυκτερινόν ναίσκον, όπου εσύχναζε τακτικά μέ τήν μητέρα της. Εκοιματο μές στό στασίδι, εις τόν γυναικωνίτην, τήν ώρα των αποστίχων, εξύπνα μετά δύο ώρας εις τόν Πολυέλεον, κ᾿ έκτοτε δέν ήθελε νά κοιμηθη πλέον. Ητο μία μετά τά μεσάνυχτα. Εκείνην τήν ημέραν ητο 8η Σεπτεμβρίου, ειχα ψάλει τό «Χαιρε σεμνή μητερ καί δούλη Χριστου του Θεου». Μετά έξ ημέρας μέ ήκουσεν η μικρά νά ψάλλω τό «Αγαλλιάσθω τά δρυμου ξύλα σύμπαντα». Καί τήν ημέραν του Θεολόγου έψαλα τό «Φίλε μυστικέ, Χριστου επιστήθιε». Καί του Αγίου Δημητρίου έμελψα τό «Δευρο Μάρτυς Χριστου πρός ημας». Καί των Εισοδίων έψαλα τό «Διανέμοις των χαρισμάτων». Καί του Αγίου Νικολάου έψαλα «Τήν Ζωοδόχον πηγήν τήν αέναον», καί «Της Εκκλησίας τά άνθη περιιπτάμενος». Καί τά Χριστούγεννα έψαλα τό «Θεός ών ειρήνης». Καί του Αγίου Βασιλείου τό «Δευτε του Δεσπότου τά ένδοξα Χριστου ονομαστήρια», καί τό «Σου τήν φωνήν έδει παρειναι, Βασίλειε». Καί των Φώτων έψαλα τό «Ιησους ο ζωης αρχηγός». Καί της Υπαπαντης έψαλα τό «Χέρσον αβυσσοτόκον». Καί του Ευαγγελισμου τό «Ως εμψύχω Θεου κιβωτω». Καί του Αγίου Γεωργίου τό «Ανέτειλε τό έαρ», καί της Αναλήψεως τό «Θείω καλυφθείς». Καί της Πεντηκοστης τό «Παράδοξα σήμερον». Καί των Αγίων Αποστόλων έψαλα τό «Σέ τήν υπερένδοξον νύμφην», καί τό «Ο Χριστοκήρυξ Σταυρου καύχημα φέρων, σύ τήν πολυέραστον θείαν αγάπησιν». Καί της Μεταμορφώσεως έψαλα τό «Πρό του Σταυρου σου, Κύριε, όρος ουρανόν εμιμειτο». Καί εις τήν μνήμην της Παναγίας έψαλα τά θεσπέσια εκεινα κελαδήματα, τό «Πεποικιλμένη» καί τό «Νενίκηνται», καί τό «Συνέστειλε χορός των Αποστόλων, τό Θεοδόχον σωμα σου· εις ουρανίους θαλάμους πρός τόν υιόν εκφοιτωσα». Κ᾿ εις τήν Αποτομήν του Προδρόμου έψαλα τό «Φρίττουσι πάθη των βροτων», καί τόσα άλλα. Κ᾿ η μικρά κόρη τά ησθάνετο, καί τά επόθει καί τά εχαρακτήριζε, μέ αγγελικόν αίσθημα, ως «τραγούδια του Θεου».
*
* *
Έκτοτε απουσίασα από τάς Αθήνας. Ειχα ενθυμηθη τούς πτωχούς οικείους, εις τήν μικράν πατρίδα μου, μακράν της οποίας ειχα ζήσει, εκ μικρων διαλειμμάτων, υπέρ τό ήμισυ της ζωης μου. Όταν τέλος μέ ειχον βαρυνθη κ᾿ εκει, ετόλμησα, μετά τρία έτη νά επανέλθω εις τήν πρωτεύουσαν, μέ τήν αμυδράν ελπίδα ότι δέν θά εγενόμην καί πάλιν βαρετός εις τούς φίλους μου.
Αφου εκρύβην επί εβδομάδα εις ταπεινόν τινα ξενωνα, επηγα λάθρα μίαν πρωίαν νά ανταμώσω τόν φίλον μου Νικόλαν τόν Μπούκην. Φευ! τί έμαθα; Η μικρά Κούλα, ήτις ηγε τώρα τό ενδέκατον έτος της ηλικίας της, ητον άρρωστη βαριά! Ειχε δέκα ημέρας στό κρεβάτι, κι ο ιατρός ειπεν ότι ητο κακός πυρετός, ίσως τυφοειδους φύσεως.
Επηγα κατ᾿ ευθειαν από τό οπωροπωλειον, όπως μέ προέτρεψεν ο Νικόλας, διά νά βοηθήσω μέ λόγια καί ενθαρρύνω τήν μητέρα. Η πτωχή, ήτις τήν ηγάπα ως νά ητο γέννημα των σπλάγχνων της, ίσως καί περισσότερον, εχάρη άμα μέ ειδεν, ειτα μου έδειξε τήν κλίνην. Η μικρά Κούλα ητο ισχνή, κάτωχρος, πυρέσσουσα, κ᾿ έκειτο σχεδόν αναίσθητος επί της κλίνης. Ειπα εις τήν μητέρα τά συνήθη λόγια της παρηγορίας καί της ενθαρρύνσεως, έμεινα δύο ώρας εκει, ειτα επανηλθα πάλιν τό δειλινόν, καί τήν νύκτα, καί τήν άλλην πρωίαν. Η Κούλα έβαινε χειρότερα. Ειτα, τήν τρίτην ημέραν, εφάνη νά ειχε βελτιωθη κάπως, καί ησθάνετο. Η μητέρα της μου ειπε νά πλησιάσω καί νά της ομιλήσω.
― Περαστικά, Κούλα. Δέν έχεις τίποτα, κορίτσι μου.
―Ά! μπάρμπ᾿ Αλέξανδρε, εψέλλισεν ασθενως. Πότε θά μου πης πάλι τά θεια… τραγούδια;
―Όποτε θέλεις, Κούλα μου. Άμα γίνη αγρυπνία εις τόν Άγιον Ελισσαιον νά έλθης, νά σου τά πω.
― Νά μου τά πης. Μά θά τ᾿ ακούσω;
―Άμα προσέχης, θά τ᾿ ακούσης…
― Ώχ!
Εστέναξεν, έκλεισε τά όμματα, καί δέν μου ωμίλησε πλέον. Εφαίνετο ότι ειχε πολύ κουρασθη (έφερεν ασθενως τήν ισχνήν χειρα πρός τό ους ενω εψέλλιζε. Φαίνεται ότι ειχε πάθει βαρυηκοίαν ένεκα της νόσου). Της έφεραν χρισμα, έλαιον από τήν κανδήλαν. Αυτή ανέλαβε πρός στιγμήν τάς αισθήσεις της, κ᾿ εψιθύρισε:
― Μοσχοβολα η ψυχή μου. Λάδι, γαλήνη, ηρεμία. Θά πλέψω καλά.
*
* *
Μετά τρεις ημέρας τήν προεπέμπομεν εις τόν τάφον. Οι επαγγελματικοί ιερεις κ᾿ οι ψάλται έψαλλον τά κατά συνθήκην, από τήν «Άμωμον οδόν» έως τόν «Τελευταιον ασπασμόν». Μόνος ο παπα-Νικόλας απ᾿ τόν Αι-Γιάννη του Αγρου, ο Ναξιώτης, εφαίνετο ότι έκανε χωριστήν ακολουθίαν, εμορμύριζε μέσα του, καί τά όμματά του εφαίνοντο δακρυσμένα.
― Τί μουρμουρίζεις, παπά; του ειπα, από τό όπισθεν του στασιδίου, όπου ειχεν ακουμβήσει.
― Λέγω τήν ακολουθίαν των Νηπίων μέσα μου, ειπεν ο παπα-Νικόλας. Εις αυτό τό άκακον αρμόζει η κηδεία των νηπίων.
Τωόντι κ᾿ εγώ, μέ όλον τόν πόνον καί τά δάκρυά μου, ειχα αναλογισθη εκείνην τήν στιγμήν τήν ακολουθίαν των Νηπίων. Καί ακουσίως έλεγα μέσα μου τά τραγούδια του Θεου: «Των του κόσμου ηδέων αναρπασθέν άγευστον» καί «ως καθαρόν, Δέσποτα, στρουθίον πρός καλιάς επουρανίους έσωσας» καί «του Αβραάμ, εν κόλποις, εν τόποις ανέσεως, ένθα τό ύδωρ εστί τό ζων, τάξαι σε Χριστός ο δι᾿ ημας νηπιάσας» καί «οις αριθμοις τό πλάσμα σου, νήπιον φοιτησαν τανυν πρός σέ».
Καί αντί του «Δευτε τελευταιον», «Ώ τίς μή θρηνήσει, τέκνον μου, ότι βρέφος άωρον εκ μητρικων αγκαλων νυν, ώσπερ στρουθίον τάχος επέτασας». Καί ακροτελεύτιον, ύστερον από τόσα καί τόσα τραγούδια του Θεου, τά οποια πρό τριων ημερων ειχε προφητεύσει ότι δέν θά ηδύνατο νά τ᾿ ακούση, τό: «Άλγος τω Αδάμ εχρημάτισεν, η του ξύλου απόγευσις πάλαι εν Εδέμ, ότε όφις ιόν εξηρεύξατο». Αλλά τά ήκουε τάχα η αγνή ψυχή, άν ο άγγελός της της επέτρεπε νά περιίπταται εκει γύρω;
(1912)
a>
