Συχνά στην ελληνική μυθολογία, οι άνθρωποι μπερδεύουν τον Άδη με τον θεό του θανάτου
Αν και ο Άδης κυβερνά τον Κάτω Κόσμο και διαχειρίζεται τις ψυχές, δεν προκαλεί ο ίδιος το τέλος της ζωής. Αντίθετα, η πραγματική προσωποποίηση της οριστικής αυτής κατάληξης είναι μια αρχέγονη θεότητα: ο Θάνατος.
Απο το https://arxaiaellinika.gr/archives/theos-thanatos-mithologia
Παρόλο που δεν πρωταγωνιστεί στους περισσότερους γνωστούς μύθους, ο Θάνατος ανήκει στην πρώτη γενιά των θεών. Όπως πολλά αρχέγονα όντα, αντιπροσωπεύει κυρίως μια έννοια παρά μια φυσική μορφή. Ωστόσο, η δική του περίπτωση παρουσιάζει μοναδικό ενδιαφέρον.
Η Σκοτεινή Καταγωγή και η Οικογένεια
Ο Θάνατος γεννήθηκε από τη Νύχτα (Νυξ) και το Έρεβος (το απόλυτο σκοτάδι). Αποτελεί μέλος μιας ισχυρής οικογένειας που προσωποποιεί τις πιο σκοτεινές και αναπόφευκτες πτυχές της ύπαρξης.
Συγκεκριμένα, τα αδέρφια του περιλαμβάνουν την Έριδα (θεά της φιλονικίας), τη Νέμεση (θεά της θείας δίκης), την Απάτη και τον Χάροντα, τον βαρκάρη του Κάτω Κόσμου. Επιπλέον, έχει δίδυμο αδερφό τον Ύπνο, την αρχέγονη θεότητα του ύπνου.
Αξίζει να σημειωθεί η τεράστια διαφορά ανάμεσα στον Θάνατο και τις αδερφές του, τις Κήρες. Ενώ οι Κήρες ενσάρκωναν τον βίαιο, αιμοδιψή θάνατο της μάχης και τις ασθένειες, ο Θάνατος έφερνε ένα γρήγορο και ανώδυνο τέλος, γνωστός για το απαλό του άγγιγμα που έμοιαζε με αυτό του αδερφού του, του Ύπνου.

Από τον “Σκοτεινό Θεριστή” στον Όμορφο Νέο
Ιστορικά, η εμφάνιση του Θανάτου στην τέχνη πέρασε από διάφορα στάδια. Στις πρώιμες απεικονίσεις, οι καλλιτέχνες τον παρουσίαζαν ως έναν φτερωτό άνδρα με σκοτεινό μανδύα, ο οποίος συχνά κρατούσε ένα δρεπάνι. Αναμφίβολα, αυτή η εικόνα θυμίζει τον σύγχρονο «Σκοτεινό Θεριστή» (Grim Reaper) ή έναν έκπτωτο άγγελο.
Καθώς όμως περνούσαν τα χρόνια, η αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων για τη μετάβαση στα Ηλύσια Πεδία έγινε πιο ελπιδοφόρα. Κατά συνέπεια, άλλαξε και η μορφή του. Στις μεταγενέστερες εποχές, τον απεικόνιζαν ως έναν εξαιρετικά όμορφο, φτερωτό νέο (παρόμοιο με τον Έρωτα) να κρατά έναν ανεστραμμένο πυρσό, συμβολίζοντας τη ζωή που έσβησε. Άλλες φορές, εμφανίζεται ως ένα γαλήνιο βρέφος που κοιμάται στην αγκαλιά της μητέρας του, της Νύχτας.
Όταν οι Θνητοί Ξεγέλασαν (Προσωρινά) τον Θάνατο
Παρόλο που το τέλος θεωρείται αναπόφευκτο, ορισμένοι θνητοί κατάφεραν να ξεγελάσουν τον Θάνατο, έστω και για λίγο.
- Ο Βασιλιάς Σίσυφος: Ο Δίας διέταξε τον Θάνατο να αλυσοδέσει τον πανούργο βασιλιά Σίσυφο στον Κάτω Κόσμο. Όταν συναντήθηκαν, ο Σίσυφος του ζήτησε να του δείξει πώς λειτουργούν οι αλυσίδες. Ο Θάνατος, δείχνοντας συμπόνια και έλεος, δέχτηκε. Τότε ο βασιλιάς άρπαξε την ευκαιρία, τον παγίδευσε στα δεσμά του και δραπέτευσε. Εξαιτίας αυτού, κανένας άνθρωπος στη γη δεν μπορούσε πια να πεθάνει. Αυτό εξόργισε τον θεό Άρη, αφού οι πόλεμοί του δεν είχαν νόημα χωρίς νεκρούς, με αποτέλεσμα να επέμβει ο ίδιος, να ελευθερώσει τον Θάνατο και να παραδώσει τον Σίσυφο.
- Ο Ήρωας Ηρακλής: Ο Θάνατος συγκρούστηκε σωματικά με τον Ηρακλή, όταν ο ήρωας πάλεψε μαζί του για να σώσει την πριγκίπισσα Άλκηστη από τον Κάτω Κόσμο, αναγκάζοντας τον θεό να υποχωρήσει.

Το Ιερό Καθήκον: Η Ιστορία του Σαρπηδόνα
Κατά τη διάρκεια του Τρωικού Πολέμου, ο Θάνατος ανέλαβε μια ιερή αποστολή. Ο ημίθεος Σαρπηδόνας, γιος του Δία, έπεσε νεκρός από τα χέρια του Πατρόκλου. Ο Δίας, μην αντέχοντας να δει το σώμα του γιου του να βεβηλώνεται στο πεδίο της μάχης, έδωσε μια ρητή εντολή στον Απόλλωνα.
Ο Απόλλωνας καθάρισε το σώμα και το παρέδωσε στον Ύπνο και τον Θάνατο. Εκείνοι, με τη σειρά τους, μετέφεραν τον πεσόντα ήρωα στην πατρίδα του, τη Λυκία, για να λάβει τις τιμές που του άξιζαν. Ο Θάνατος εκτέλεσε την αποστολή όχι από φόβο προς τον Δία, αλλά επειδή η απόδοση τιμών στους νεκρούς αποτελούσε το ιερό και απαράβατο καθήκον του.
Μια Παρεξηγημένη Θεότητα
Οι άνθρωποι τείνουν να δαιμονοποιούν οτιδήποτε σχετίζεται με το τέλος της ζωής, εξαιτίας του αρχέγονου φόβου για το άγνωστο. Έτσι, πολλοί θεωρούν τον Θάνατο —καθώς και τον Άδη— ως κακές οντότητες, συγκρίνοντάς τους λανθασμένα με τον χριστιανικό διάβολο.
Εντούτοις, ο Θάνατος απείχε πολύ από το να είναι κακός. Εκτελούσε τα καθήκοντά του με απόλυτη αμεροληψία, αντιμετωπίζοντας ισότιμα θεούς και ανθρώπους. Στα μάτια του, η ζωή δεν επιδεχόταν διαπραγματεύσεις, γι’ αυτό και συχνά συγκέντρωνε το μίσος όλων. Παρά ταύτα, δεν προσέφερε πόνο, αλλά το αναγκαίο κλείσιμο ενός κύκλου. Χωρίς αυτόν και τις αντίστοιχες θεότητες, η φυσική ισορροπία μεταξύ ζωής και θανάτου θα κατέρρεε.
Ο Θάνατος στα Αρχαία Ελληνικά Κείμενα
Η τρομερή αλλά και άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ύπνο φύση του Θανάτου, αποτυπώνεται με μοναδικό τρόπο στη «Θεογονία» του Ησιόδου. Ο αρχαίος ποιητής περιγράφει τα σκοτεινά δώματα όπου κατοικούν οι γιοι της Νύχτας, τονίζοντας τον απόλυτο διαχωρισμό τους από το φως του ήλιου:
«ένθα δέ Νυκτός παιδες ερεμνης οικία ναίουσιν, Ύπνος καί Θάνατος, δεινοί θεοί· ουδέ ποτ᾽ αυτούς Ηέλιος φαέθων επιδέρκεται ακτίνεσσιν…» (Ησίοδος, Θεογονία, στ. 758-760)
Μετάφραση: Εκεί κατοικούν τα παιδιά της σκοτεινής Νύχτας, ο Ύπνος και ο Θάνατος, οι φοβεροί θεοί. Ποτέ ο λαμπερός Ήλιος δεν τους κοιτάζει με τις αχτίδες του.
Μέσα από αυτούς τους στίχους, κατανοούμε πώς οι αρχαίοι Έλληνες έβλεπαν τον Θάνατο: όχι ως ένα κακόβουλο τέρας, αλλά ως έναν «δεινό» (τρομερό, σεβάσμιο) θεό του σκοταδιού, που αποτελούσε την άλλη όψη του γαλήνιου Ύπνου.
