Η Μυθογραφική Εξέλιξη: Η Γενεαλογία στη «Βιβλιοθήκη» του Απολλοδώρου
Κατά τους ελληνιστικούς και αυτοκρατορικούς χρόνους, η προσπάθεια ταξινόμησης της δαιδαλώδους ελληνικής μυθολογίας οδήγησε στη συγγραφή συστηματικών εγχειριδίων. Το κορυφαίο σωζόμενο δείγμα αυτής της κατηγορίας είναι η Βιβλιοθήκη του Ψευδο-Απολλοδώρου (1ος/2ος αιώνας μ.Χ.). Η λογοτεχνική πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι η διδακτική ποίηση του Ησιόδου, αλλά η εδραίωση στέρεων γενεαλογικών γραμμών.
Απο το arxaiaellinika.gr
Στο πρώτο βιβλίο (ενότητα 1.7.2), η ιστορία της Πανδώρας εντάσσεται οργανικά στο ευρύτερο γενεαλογικό δέντρο της μετα-τιτανικής εποχής. Το αρχαίο κείμενο αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Προμηθέως δέ παις Δευκαλίων εγένετο. ουτος βασιλεύων των περί τήν Φθίαν τόπων γαμει Πύρραν τήν Επιμηθέως καί Πανδώρας, ήν έπλασαν θεοί πρώτην γυναικα. επεί δέ αφανίσαι Ζεύς τό χαλκουν ηθέλησε γένος, υποθεμένου Προμηθέως Δευκαλίων τεκτηνάμενος λάρνακα, καί τά επιτήδεια ενθέμενος, εις ταύτην μετά Πύρρας εισέβη. Ζεύς δέ πολύν υετόν απ’ ουρανου χέας τά πλειστα μέρη της Ελλάδος κατέκλυσεν […] Δευκαλίων δέ εν τη λάρνακι διά της θαλάσσης φερόμενος ημέρας εννέα καί νύκτας ίσας τω Παρνασω προσίσχει […] Ζεύς δέ πέμψας Ερμην πρός αυτόν επέτρεψεν αιρεισθαι ό τι βούλεται: ο δέ αιρειται ανθρώπους αυτω γενέσθαι. καί Διός ειπόντος υπέρ κεφαλης έβαλλεν αίρων λίθους, καί ούς μέν έβαλε Δευκαλίων, άνδρες εγένοντο, ούς δέ Πύρρα, γυναικες.»
Η μυθογραφική οπτική του Απολλοδώρου παρέχει τρία θεμελιώδη συμπεράσματα :
- Κατοχύρωση της Πρωτιάς: Επιβεβαιώνεται ρητά η ιδιότητα της Πανδώρας ως της «πρώτης γυναίκας» (πρώτην γυναικα) που πλάστηκε από τους θεούς.
- Μητριαρχική Συνέχεια: Η Πανδώρα δεν παραμένει απλώς ο φορέας του κακού. Μέσω του γάμου της με τον Επιμηθέα, γεννά την Πύρρα.
- Ο Κατακλυσμός και η Αναδημιουργία: Η Πύρρα παντρεύεται τον Δευκαλίωνα (γιο του Προμηθέα). Όταν ο Δίας αποφασίζει να αφανίσει το διεφθαρμένο «χάλκινο γένος» προκαλώντας κατακλυσμό, το ζεύγος επιβιώνει μέσα σε μια λάρνακα, καταφεύγοντας στον Παρνασσό. Εκεί, ρίχνοντας πέτρες (λίθους/λαας) πίσω από την πλάτη τους, αναδημιουργούν το ανθρώπινο γένος, δικαιολογώντας και ετυμολογικά τη λέξη λαός.
Υπό το πρίσμα της Βιβλιοθήκης, η Πανδώρα αποκαθαίρεται εν μέρει από το ησιόδειο ανάθεμα. Αφαιρείται η αναφορά στον πίθο και την παρακοή, και η ίδια μετατρέπεται σε έναν απαραίτητο «γενεαλογικό κόμβο» (matriarch). Χωρίς την Πανδώρα, δεν θα υπήρχε η Πύρρα, και κατά συνέπεια δεν θα διασφαλιζόταν η συνέχεια του ανθρώπινου είδους μετά την καταστροφή. Η γυναικεία ύπαρξη δεν αποτελεί πλέον μόνο πηγή καταστροφής, αλλά εγγύηση της βιολογικής διαιώνισης.

Η Ανατροπή του Μοτίβου: Ο Μύθος του Βαβρίου (Μύθος 58)
Η πλαστικότητα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας επιτρέπει τη συνύπαρξη αποκλινουσών παραδόσεων, οι οποίες συχνά μεταβάλλουν τα ίδια τα συστατικά στοιχεία της αφήγησης. Ενώ ο Ησίοδος παγίωσε την εικόνα ενός γυναικείου προσώπου που απελευθερώνει τα δεινά, ο Βάβριος—παροιμιογράφος και μυθογράφος του 2ου αιώνα μ.Χ.—στον 58ο μύθο του, προσφέρει μια ριζικά διαφορετική δομική ερμηνεία.
Το κείμενο του Βαβρίου (Μύθος 58: Περί Ελπίδος) αντιστρέφει τόσο το περιεχόμενο του πίθου, όσο και το φύλο του δράστη:
«Ζεύς εν πίθω τά χρηστά πάντα συλλέξας
έθηκεν αυτόν πωμάσας παρ’ ανθρώπω.
ο δ’ ακρατής άνθρωπος ειδέναι σπεύδων
τί ποτ’ ην εν αυτω, καί τό πωμα κινήσας,
διηκ’ απελθειν αυτά πρός θεων οίκους,
κακει πέτεσθαι της τε γης άνω φεύγειν.
μόνη δ’ έμεινεν ελπίς, ήν κατειλήφει
τεθέν τό πωμα, τοιγάρ ελπίς ανθρώποις
μόνη σύνεστι, των πεφευγότων ήμας
αγαθων έκαστον εγγυωμένη δώσειν.»
(Ο Δίας, συγκεντρώνοντας όλα τα χρήσιμα/καλά πράγματα μέσα σε ένα πιθάρι, το τοποθέτησε κλεισμένο με καπάκι δίπλα στον άνθρωπο. Αλλά ο ακρατής άνθρωπος, βιάζοντας να μάθει τι επιτέλους βρισκόταν μέσα του, και αφού μετακίνησε το καπάκι, τα άφησε να φύγουν προς τις κατοικίες των θεών, πετώντας ψηλά μακριά από τη γη. Μόνο η Ελπίδα έμεινε, την οποία πρόλαβε να κρατήσει το καπάκι που ξαναμπήκε. Γι’ αυτόν τον λόγο η Ελπίδα είναι η μόνη που συντροφεύει τους ανθρώπους, δίνοντας την υπόσχεση ότι θα μας επιστρέψει καθένα από τα αγαθά που μας ξέφυγαν).
Η ανάλυση αυτού του κειμένου οδηγεί σε εξαιρετικά συμπεράσματα. Στον Βάβριο, ο αυτουργός δεν είναι πλέον η Πανδώρα, ούτε αναφέρεται πουθενά η γυναικεία φύση. Ο δράστης είναι γενικευμένα ο «άνθρωπος» (μάλλον εννοιολογικά ως ανδρική παρουσία – ο ακρατής άνθρωπος), του οποίου το κύριο γνώρισμα είναι η έλλειψη αυτοκυριαρχίας (ακράτεια) και η περιέργεια. Ακόμη πιο καθοριστική είναι η μεταβολή του περιεχομένου: ο πίθος δεν περιείχε ασθένειες ή συμφορές, αλλά αντίθετα «τά χρηστά πάντα» (όλα τα αγαθά και χρήσιμα πράγματα).
Το άνοιγμα του πίθου οδήγησε στη φυγή των αγαθών πίσω στον Όλυμπο, καθιστώντας τα απρόσιτα στη γήινη σφαίρα. Υπό αυτό το πρίσμα, η παρουσία της Ελπίδας (Ελπίς) στον πάτο του αγγείου είναι απολύτως λογική και παρηγορητική: λειτουργεί ως η μνήμη και η διαρκής προσδοκία της επιστροφής αυτών των θείων δώρων που χάθηκαν εξαιτίας της ανθρώπινης παρορμητικότητας. Η μετατόπιση αυτή αποφορτίζει την αφήγηση από τον μισογυνισμό του ησιόδειου προτύπου. Η αποτυχία παρουσιάζεται πλέον ως ένα καθολικό οντολογικό ελάττωμα του ανθρώπινου είδους, απαλλάσσοντας τη γυναίκα από το αρχέγονο ανάθεμα.
Το Μεταφραστικό Σφάλμα: Από τον «Πίθο» στην «Πυξίδα» του Εράσμου
Μία από τις πλέον κρίσιμες παραμέτρους για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο μύθος της Πανδώρας επιβίωσε και αφομοιώθηκε στη νεωτερικότητα, αφορά ένα γλωσσολογικό και μεταφραστικό ατύχημα που αλλοίωσε τη μορφολογία και τον συμβολισμό του πυρήνα του.
Στο κείμενο του Ησιόδου γίνεται σαφής λόγος για «πίθο» (πίθου μέγα πωμ᾽ αφελουσα / πωμα πίθοιο). Ο πίθος στην ελληνική αρχαιότητα ήταν ένα μεγάλο, ογκώδες, συνήθως θαμμένο στο έδαφος πήλινο αποθηκευτικό δοχείο (πιθάρι), το οποίο προοριζόταν για τη φύλαξη των βασικών αγαθών επιβίωσης ενός αγροτικού νοικοκυριού: σιτηρά, κρασί, λάδι. Το μέγεθός του υποδηλώνει ότι η αφαίρεση του καπακιού (πώμα) απαιτούσε σημαντική φυσική προσπάθεια. Η χρήση της συγκεκριμένης λέξης από τον Ησίοδο συνέδεε τη συμφορά με την ίδια την καρδιά της αγροτικής οικονομίας, καθιστώντας την πράξη της Πανδώρας μια συλλογική καταστροφή. Επιπλέον, όπως η Πανδώρα ήταν φτιαγμένη από πηλό, έτσι και ο πίθος από πηλό δημιουργούσε μια δομική αναλογία μεταξύ της γυναίκας και του δοχείου.
Ωστόσο, τον 16ο αιώνα, κατά τη μετάφραση του ησιόδειου έργου στα λατινικά, ο κορυφαίος ουμανιστής φιλόλογος της Αναγέννησης Έρασμος (Erasmus of Rotterdam) υπέπεσε σε ένα μνημειώδες μεταφραστικό σφάλμα. Ο Έρασμος απέδωσε την ελληνική λέξη πίθος με τη λατινική pyxis (πυξίς). Η πυξίδα ήταν ένα μικρό, φορητό, κυλινδρικό κουτί, το οποίο χρησιμοποιούνταν συνήθως για τη φύλαξη κοσμημάτων ή καλλυντικών.
Το μεταφραστικό αυτό ολίσθημα παγιώθηκε έκτοτε στη δυτική κουλτούρα και γλωσσολογία. Η έκφραση «Το Κουτί της Πανδώρας» (Pandora’s Box) ενσωματώθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες, αντικαθιστώντας οριστικά το αρχαίο «πιθάρι». Αυτή η μορφολογική μετατόπιση από ένα τεράστιο, ακίνητο αγροτικό σκεύος σε ένα μικρό, προσωπικό αντικείμενο αλλοίωσε ριζικά τον αλληγορικό χαρακτήρα του μύθου. Η καταστροφή υποβιβάστηκε από ένα γεγονός κοσμικής ανατροπής σε ένα τροπάριο «γυναικείας οικιακής περιέργειας», προσαρμόζοντας τον μύθο στα αισθητικά πρότυπα και τις κοινωνικές συμβάσεις της Αναγέννησης.

Συμπεράσματα
Η ανάλυση και η ερμηνευτική αντιπαραβολή του συνόλου των αρχαιοελληνικών κειμένων καταδεικνύουν την τεράστια ιδεολογική και γραμματειακή διαστρωμάτωση της μορφής της Πανδώρας. Από την πρώτη της εμφάνιση στη Θεογονία, όπου λειτουργεί ως ένα παθητικό αλλά θανατηφόρο θεϊκό όπλο-παγίδα (καλόν κακόν) απέναντι στην κλοπή της φωτιάς από τον Προμηθέα , έως την περίτεχνη ψυχολογική και κοινωνική της σκιαγράφηση στα Έργα καί Ημέραι ως φορέα του καταστροφικού πίθου , η Πανδώρα συμπυκνώνει την αγωνία της αρχαϊκής ελληνικής σκέψης να κατανοήσει την ύπαρξη του πόνου, τον αναπόδραστο κανόνα της σκληρής εργασίας και το διαχρονικό παράδοξο της ελπίδας.
Η ενσωμάτωσή της στα συστηματικά μυθογραφικά εγχειρίδια του Απολλοδώρου της εξασφάλισε τη θέση της γενάρχου, μεταβάλλοντας τον ρόλο της από πηγή καθολικής καταστροφής σε αναπόσπαστο κρίκο που οδήγησε την ανθρωπότητα στην αναγέννηση μετά τον Κατακλυσμό. Ταυτόχρονα, η επιβλητική της παρουσία στο βάθρο της Αθηνάς Παρθένου εντός του Παρθενώνα, όπως καταγράφεται από τον Παυσανία , αποδεικνύει ότι η μορφή της—ένα σύνθετο αμάλγαμα θείου σχεδίου, απείθαρχης γήινης ύλης και έμφυτου δόλου—λειτούργησε ως κεντρικός πυλώνας της κρατικής αθηναϊκής ιδεολογίας, συμβολίζοντας την αναγκαιότητα υποταγής της φύσης στον ορθολογισμό.
Τέλος, λογοτεχνικές ανατροπές όπως ο Μύθος 58 του Βαβρίου και τα φαινόμενα μεταφραστικών παραδρομών, με αποκορύφωμα την «πυξίδα» του Εράσμου , πιστοποιούν ότι η αρχαία ελληνική μυθολογία δεν συγκροτεί ένα μονολιθικό, άκαμπτο δόγμα. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ένα εξαιρετικά πλαστικό αφηγηματικό σύστημα, μέσω του οποίου η κάθε ιστορική περίοδος αναδιατυπώνει τις θέσεις της γύρω από την ανθρώπινη περιέργεια, τη γυναικεία φύση και την αέναη πάλη μεταξύ της προνοητικότητας και της καταστροφής.
