Προοίμιο
Η 1η Μαίου 1941, υπήρξε η πρώτη μέρα μετά την εγκατάσταση (30/4/1941) της (πρώτης) Κατοχικής «Κυβέρνησης» του στρατηγού Τσολάκογλου στις 30/4/1941. Μία μέρα μετά, στις 2 Μαίου 1941, στο άρθρο 1 του υπ’ αριθμ. 1 Νομοθετικού Διατάγματος, (ΦΕΚ 151/2-5-1941), «Η Κυβέρνησις ως κυρίαρχος, αντλούσα την δύναμιν αυτής εκ του Ελληνικού Λαού, και τη θελήσει των ενόπλων δυνάμεων της χώρας», περιγράφει τις «αρμοδιότητές» της, δηλαδή την εξής μία : «Παρέχει εις εαυτήν το δικαίωμα εκδόσεως διαταγμάτων, συντακτικού και νομοθετικού χαρακτήρος και περιεχομένου». Μέχρι το τέλος της Κατοχής, θα υπάρξουν δύο ακόμα «Κυβερνήσεις», αυτές του Κ. Λογοθετόπουλου και Ι. Ράλλη.
Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Οι «Κυβερνήσεις» αυτές, θα αποτελέσουν την κορωνίδα του Δωσολογικού φαινομένου, ακριβώς διότι αποτελεί εκδήλωση του φαινομένου στο ύπατο πολιτικό επίπεδο.
Όμως ποιο είναι το περιεχόμενο της έννοιας «Δωσιλογισμός» και «Δωσίλογος»; Αυτό είναι το προς διερεύνηση θέμα του παρόντος άρθρου.
Ο Γεώργιος Παπανδρέου, στην (ανοικτή) ομιλία του στην Αθήνα αμέσως μόλις εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα η πρώτη μεταπελευθερωτική Κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον ίδιο, στις 18 Οκτωβρίου 1944, είπε, αναφερόμενος στους κάθε είδους δωσιλόγους στη διάρκεια της Κατοχής, ότι θα λογοδοτήσουν. Τι είναι αυτό που είπε; Είναι η αυτονόητη υποχρέωση της λογοδοσίας όσων ασκούν κρατική ή/και δημόσια εξουσία, που δεν ισχύει μονάχα σε «έκτακτες περιστάσεις», αλλά, αποτελεί διαρκή υποχρέωση ως Θεμέλιος Λίθος της Δημοκρατίας, που χωρίς αυτήν, μετατρέπεται σε μαριονέτα στα χέρια εκείνων που έχουν συμφέρον μα και τη Δύναμη να επιβάλλουν τη Μη-Λογοδοσία.
Είπε λοιπόν ο Γ. Παπανδρέου ανάμεσα σε άλλα : «Αλλά τό Κράτος του Δικαίου δέν ημπορει νά θεμελιωθη διά τό μέλλον εάν δέν έχη συντελεσθη η ηθική κάθαρσις του παρελθόντος… Τό Εθνικόν Συμβόλαιον του Λιβάνου επαγγέλλεται τήν επιβολήν σκληρων κυρώσεων κατά των προδοτων της Πατρίδος καί των εκμεταλλευτων της δυστυχίας του Λαου μας… Εμπνευστής των ποινων θά ειναι η συνείδησις του Έθνους… Εις τήν Ελλάδα υπηρξε καθολική η πίστις πρός τήν συμμαχικήν υπόθεσιν καί ελάχιστα τά περιστατικά της προδοτικης συνεργασίας μέ τόν εχθρόν. Αλλ’ ακριβως δι’ αυτό, διότι ευρίσκοντο εις πλήρη αντίθεσιν πρός τό καθολικόν αίσθημα του Λαου, θά πρέπει νά υποστουν αυστηράν καταδίκην. Η εκκαθάρισις των ευθυνων του παρελθόντος θά ικανοποιήση τό καθολικόν Εθνικόν καί Ηθικόν αίτημα, θά εξυγιάνη τήν ατμόσφαιραν, θά εξατμίση τήν δικαίαν αγανάκτησιν του Λαου καί θά θεμελιώση ασφαλέστερον τό μέλλον της Εθνικης μας Αναγεννήσεως». (Από Ιωάννη Γ. Καταπόδη, Τέσσερις αιωνες διπλωματικης δραστηριότητος στόν ευρωπαϊκό χωρο 1648 – 1959, εκδ. Επτάλοφος ΑΒΕΕ, Αθήνα 1996, εις : http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/papandreou_logos. html)
Η εξόριστη Ελληνική Κυβέρνηση είχε καταστήσει σαφές, ότι δεν επρόκειτο να αναγνωρίσει καμία συνεργασία με τον Κατακτητή
και πως όταν θα έρχονταν η ώρα της Απελευθέρωσης της Πατρίδας, θα έρχονταν και η ώρα της λογοδοσίας και τιμωρίας των δωσίλογων. Μάλιστα, οι προειδοποιήσεις αυτές, δεν απευθύνονταν μόνο στις Κατοχικές «Κυβερνήσεις» των Αθηνών, αλλά και στους απλούς πολίτες, όπως π.χ., όσους έσπευδαν να καταταγούν στα Τάγματα Ασφαλείας τους οποίους καλούσε να αποχωρήσουν από αυτά.
Ο δωσιλογισμός, ως φαινόμενο, συγκροτείται εντός της Κατεχόμενης Χώρας «ιεραρχικά» και διαφοροποιείται ταυτόχρονα ως προς το πεδίο δράσης του, π.χ., «δωσιλογισμός» των ασκούντων καθήκοντα Κατοχικής «κυβέρνησης», ο «ένοπλος δωσιλογισμός» (π.χ., των Ταγμάτων Ασφαλείας), ο δωσιλογισμός εκείνων που είχαν οικονομικές και εμπορικές δοσοληψίες με τον Κατακτητή και ασκούσαν την δραστηριότητά τους για όφελος του Κατακτητή ή/και την ασκούσαν επί ζημία του Ελληνικού Λαού και του συνεχιζόμενου στο εσωτερικό και εξωτερικού αγώνα της Ελλάδας και των Συμμάχων της κατά του Άξονα, οι αισχροκερδίσαντες (μαυραγορίτες) και εκείνοι οι δημόσιοι ή δημοτικοί λειτουργοί, που εκμεταλλευόμενοι την οικτρή οικονομική κατάσταση του Λαού, πλούτισαν και άρπαξαν έναντι πινακίου φακής ιδιωτικές περιουσίες ή λεηλάτησαν δημόσιο χρήμα και περιουσία είτε μόνοι τους είτε σε συνεργασία με τον εχθρό, οι δημόσιοι και δημοτικοί λειτουργοί, οι οποίοι άσκησαν το λειτούργημά τους κατά τρόπο καταπιεστικό για το λαό ή/και εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους για κάθε λογής μικροανταλλάγματα, τα οποία όμως για τα δεδομένα της Κατοχής ήταν σημαντικά, κ.λπ.
Δυστυχώς, όμως η «ηθική κάθαρσις του παρελθόντος» για την οποία έκανε λόγο ο Γ. Παπανδρέου ανωτέρω, δεν συνετελέσθη, όχι για πρώτη φορά μα ούτε και για τελευταία, για γεγονότα τα οποία θεωρούνται κρίσιμα προκειμένου να «θεμελιωθεί το Κράτος Δικαίου». Μένοντας στην υπό κρίση ιστορική περίοδο, το γεγονός αυτό οφείλεται κατά ένα μέρος, στο ότι η πλειονότητα των δωσιλόγων (ιδίως των ενόπλων και οικονομικών δωσιλόγων) ενσωματώθηκαν στο μεταπολεμικό κράτος των εθνικοφρόνων, για λόγους που έχουν να κάνουν τόσο με εσωτερικές εξελίξεις, με κυριότερη αυτή των Δεκεμβριανών του 1944 και του μετ’ ολίγον εκραγέντος εμφυλίου πολέμου, όσο όμως και με την πολύ ενωρίς αρξαμένη ψυχρότητα των σχέσεων μεταξύ Δύσης και ΕΣΣΔ.
Οι «Κουίσλινγκ»
«Δωσίλογοι» και «Κουίσλινγκ» χαρακτηρίζονται όσοι είχαν συνεργαστεί με τις Δυνάμεις Κατοχής, συχνά χωρίς διάκριση. Εν τούτοις, οι δύο όροι, δεν σημαίνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της «Εκδοτικής Αθηνών» (εν προκειμένω η βιβλιογραφική αναφορά γίνεται στην επανέκδοση «Παραπολιτικά Εκδόσεις ΑΕ», Τόμος 36), γίνεται διάκριση μεταξύ των όρων «δοσίλογοι» και «κουίσλινγκ». Αυτός ο τελευταίος όρος, «Κανονικά… θα ταίριαζε μόνο στην πολύ περιορισμένη κατηγορία δοσιλόγων, με συμπεριφορές κατά το «πρότυπο» του αρχηγού του νορβηγικού φασιστικού κόμματος, Βίντκουν Κουίσλινγκ (Vidkun Quisling). Η έναρξη της συνεργασίας του δεν αποτελούσε «ρεαλιστική» (ανιδιοτελή ή μη) αντίδραση ή προσαρμογή στο τετελεσμένο γεγονός της Κατοχής, αλλά προηγήθηκε χρονικά. Δηλαδή πριν από την εχθρική εισβολή ήλθε σε συνεννόηση, άρα συνεργάστηκε, με τον επίδοξο κατακτητή, με σκοπό να διευκολυνθεί η κατάληψη της χώρας του. Τέτοια σχέση όμως δεν έγινε γνωστή για κανέναν από τους επώνυμους Έλληνες συνεργάτες και ασφαλώς δεν υπήρξε για τους αξιωματούχους του πολιτικού ή στρατιωτικού δοσιλογισμού…» («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», ό.π., σελ. 44). Συμφωνώ με τη διάκριση αυτή.
Ο συμφώνως τω Νόμω δωσιλογισμός
Θεμελιώδες εδώ νομοθέτημα, αποτελεί η 6η Συντακτική Πράξη (Σ.Π.) που εκδόθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1945 (ΦΕΚ αρ. 12, Τεύχος Πρώτον, 20 Ιανουαρίου 1945), η οποία τροποποίησε την Συντακτική Πράξη (Σ.Π.) αριθμ. 1 της 6ης Νοεμβρίου 1944 (ΦΕΚ 12, Τεύχος Πρώτον, 6 Νοεμβρίου 1944), κυρίως το άρθρο 1 της τελευταίας, από το οποίο αφαιρείται το στοιχείο του δόλου (υπό την έννοια του προσπορισμού για τον συνεργασθέντα με τον εχθρό οιουδήποτε οφέλους) ως κριτηρίου χαρακτηρισμού μιας πράξεως ως δωσιλογικής (μερικές ακόμα τροποποιήσεις σε δύο, τρία άλλα άρθρα δεν μας απασχολούν εδώ -εκτός ίσως της υπογράμμισης πως με το άρθρο 27 της Σ.Π. 6 [άρθρο 28 της Σ.Π. 1] προβλέπεται η συλλογική οικογενειακή ευθύνη στο επίπεδο των οικονομικών κυρώσεων σε βάρος του δωσίλογου), αφαιρώντας το στοιχείο του «ιδίου οφέλους» ως προσδιοριστικού παράγοντα προκειμένου κάποια πράξη να θεωρηθεί δωσιλογική. Επίσης δεν τύγχαναν εφαρμογής στις δίκες των δωσίλογων οι περί ευθύνης υπουργών διατάξεις (άρθρο 7 της Σ.Π. 1 που επαναδιατυπώθηκε και στο άρθρο 6 της Σ.Π. 6). Υποθέτω, ως προς αυτό το τελευταίο, πως αυτό προβλέφθηκε όχι μονάχα εν όψει το γεγονότος ότι στην περίπτωση της Εσχάτης Προδοσίας δεν είναι δυνατόν τα μέλη των κυβερνήσεων να τυγχάνουν ποινικής ασυλίας, αλλά και εκ του γεγονότος, ότι οι Κατοχικές «Κυβερνήσεις», δεν αναγνωρίζονταν καν ως τέτοιες, ελλείψει νομιμοποιητικής βάσης.
Ο Γεώργιος Ράλλης, γιός του Κατοχικού «Πρωθυπουργού» Ι. Ράλλη που εξέδωσε στ 1947 το βιβλίο «Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου του» (Αθήναι, 1947), χαρακτηρίζει την Συντακτική Πράξη 6 δυνάμει της οποίας δικάστηκε και καταδικάστηκε ο πατέρας του, «Νομοθετικό τέρας» (σελ. 4). Ο Κ. Λογοθετόπουλος στο δικό του βιβλίο (Ιδού η Αλήθεια, Αθήναι, 1948, σελ. 163) αναφερόμενος στην παράνομη σύσταση και λειτουργία του δικαστηρίου που δίκασε τους δωσίλογους Κατοχικούς πρωθυπουργούς, γράφει «…δι’ ό και το δικαστήριον ευλόγως δημοσία προσωνομάσθη υπό των δικηγόρων κατά την υποστήριξιν των ενστάσεων «Πράνομον Συνέδριον»!»
Ενδιαφέρον επίσης έχει, πριν περάσουμε στον «κατάλογο» των δωσιλογικών ενεργειών κατά τον ανωτέρω Νόμο, να αναφερθούμε στην αιτιολογική αυτή έκθεση του τότε υπουργού δικαιοσύνης (Ν. Κολυβάς) προς το υπουργικό συμβούλιο που συνοδεύει τη Συντακτική Πράξη 6, στην οποία αιτιολογείται η (βλέπε ανωτέρω ΦΕΚ 12, Τεύχος Πρώτον, 20 Ιανουαρίου 1945) η αναγκαιότητα της παραπάνω τροποποίησης του άρθρου 1 της Συντακτικής Πράξης 1. Θα παρουσιάσουμε εκτενή αποσπάσματα της έκθεσης αυτής, διότι αρκετά από όσα αναφέρει, θα αποτελέσουν σημεία στα οποία θα εστιάσουμε στη συνέχεια της τοποθέτησής μας.
Αναφέρει ο Κολυβάς, ότι θεωρήθηκε απαραίτητο να απαλειφθεί η προϋπόθεση του δόλου προς καταλογισμό της ευθύνης που απορρέει από τη συνεργασία με τον εχθρό : «…μήπως αι Κυβερνήσεις της Ξένης Κατοχής ουδεμίαν έχουν ευθύνην εκ μόνου του γεγονότος ότι υπήρξαν Κυβερνήσεις της Ξένης Κατοχής δια συνεννοήσεως μετά του εχθρού, αλλ’ ότι προς καταλογισμόν της ευθύνης απαιτείται να αποδειχθή δόλος. Εάν το τελευταίον τούτον ήθελε γίνη δεκτόν θα διατρέχομεν τον κίνδυνον να απαλλαγούν πάσης ευθύνης αι Κυβερνήσεις Ξένης Κατοχής, εκ μόνου του γεγονότος ότι δεν αποδεικνύεται δόλος προς προδοσίαν της Πατρίδος. Εν τούτοις μόνον και μόνον το γεγονός ότι υπήρξαν Κυβερνήσεις της Ξένης Κατοχής δια συνεννοήσεως μετά του εχθρού της Πατρίδος δημιουργεί δι’ αυτάς βαρυτάτας ευθύνας… Και ότι μεν αι κυβερνήσεις της Ξένης Κατοχής δεν ήσαν Ελληνικαί Κυβερνήσεις, αλλά Κυβερνήσεις των κατακτητών, υπέχουσαι βαρυτάτας ευθύνας, δεν δύναται να υπάρξη αμφισβήτησις δια τους επομένους λόγους. 1) Κατά το άρθρον 43 του παραρτήματος της Συμβάσεως της Χάγης «περιελθούσης της νομίμου εξουσίας πράγματι εις τας χείρας του κατέχοντος την Χώραν, αυτός πλέον βαρύνεται να λάβη όλα τα μέτρα τα οποία έχει εις την διάθεσίν του προς τον σκοπόν του να αποκαταστήση και εξασφαλίση την τάξιν, και τη δημοσίαν ζωήν, σεβόμενος, εξαιρέσει απολύτου κωλύματος, τους ισχύοντας Νόμους». Εκ της διατάξεως ταύτης συνάγεται 1) Ότι πάσαι αι εξουσίαι περιέχονται εις τον κατακτητήν και ότι δεν υπάρχει εξουσία δυναμένη αυτοτελώς να ασκηθή παρ’ άλλων. Επομένως αι κυβερνήσεις της Ξένης Κατοχής δεν ήσκουν εξουσίαν ιδίω ονόματι… Εντεύθεν συνάγεται αβιάστως το συμπέρασμα, ότι οι αποτελέσαντες τας λεγομένας Ελληνικάς Κυβερνήσεις ήσαν τα κυριώτερα όργανα, δι ων ησκήθη η εξουσία του κατακτητού επί του Ελληνικού εδάφους. 2) Οι εκδιδόμενοι νόμοι παρά των Κυβερνήσεων της Ξένης Κατοχής δεν είναι νόμοι Ελληνικής Κυβερνήσεως, αλλά νόμοι της Κατοχής, όργανον της οποίας ήσαν αι εκάστοτε δήθεν Ελληνικαί Κυβερνήσεις. Αι Ελληνικαί Κυβερνήσεις, εκδίδουσαι νόμους ενήργουν ως όργανα της Ξένης Κατοχής, αφ’ ου ο διακατέχων την εξουσίαν δικαιούται να εκδίδη νόμους αφορώντας την δημοσίαν τάξιν και μόνον εν περιπτώσει απολύτου ανάγκης να εκδώση και άλλους νόμους, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα… 3) Είνε εις όλους γνωστόν, ότι αι Κυβερνήσεις της Ξένης Κατοχής δεν ήτο δυνατόν να υπάρξουν άνευ της συγκαταθέσεως των Γερμανών. Είναι γνωστόν εις πάντας τους Έλληνας, ότι οι αναλαμβάνοντες την Κυβέρνησιν, προήρχοντο εις προηγουμένας συνεννοήσεις μετά των Γερμανών… Είναι όμως φανερόν, ότι υπό την συγκατάθεσιν ταύτην των Γερμανών κρύπτεται ο πραγματικός διορισμός της Κυβερνήσεως. Ελευθερία άλλωστε προς εκδήλωσιν έστω και απλής γνώμης δεν υπήρχεν… Λέγεται ότι αι κυβερνήσεις της ξένης Κατοχής επεχείρησαν να κατοχυρωθούν όπισθεν της συγκαταθέσεως του πολιτικού κόσμου, όστις όμως αναλογιζόμενος τας ευθύνας του δεν ήθελε να εμφανισθή επί σκηνής. Δεν γνωρίζομεν αν τούτο είναι αληθές. Οσονδήποτε όμως και αν αι Κυβερνήσεις αύται εξησφάλισαν την συγκατάθεσιν του πολιτικού κόσμου παραμένει ανέπαφον το γεγονός, ότι ήσαν Κυβερνήσεις των Γερμανών, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Η ενδεχόμενη παρώθησις των πολιτευομένων προς ανάληψιν εξουσίας οιουδήποτε άλλου αξιώματος δεν μεταβάλλει ουδέ κατά κεραίαν την μορφήν των Κυβερνήσεων τούτων, ως Κυβερνήσεων των Γερμανών, ουδέ μετριάζει την ευθύνην αυτών… Ημπορούν βεβαίως αι Κυβερνήσεις αυταί να υποστηρίζουν, ότι το έπραξαν χάριν του καλού της Πατρίδος. Αλλά το συμφέρον της Πατρίδος, το οποίον επικαλούνται όλοι συνήθως οι τύραννοι, δεν έχει κανέν αντικειμενικόν κριτήριον. Δεν δύναται δε να θεωρηθή ως κριτήριον η υποκειμενική κρίσις… Είναι άλλωστε βέβαιον, ότι αι Κυβερνήσεις αυταί ουδεμίαν ηδύνατο να προσφέρουν υπηρεσίαν εις τους Έλληνας… Τα ραδιόφωνα της συμμαχικής Υφηλίου απεκάλουν τας Κυβερνήσεις αυτάς Κυβερνήσεις προδοτών και Κουίσλιγκ. Η Κυβέρνησις του Καίρου εστέρησεν τους συμμετασχόντας εις παρομοίας Κυβερνήσεις της Ελληνικής ιθαγενείας ως ανηγγέλθη δια του ραδιοφώνου. Οτι παρέμεινεν εις τας Κυβερνήσεις αυτάς ήτο η καθημερινή ρουσφετολογία και η προδοσία κατά της Πατρίδος. Αλλά δεν ήτο μόνον τούτο. Αι κυβερνήσεις αυταί παρείχον κάκιστον παράδειγμα εις τους πολίτας. Όταν οι πολίται έβλεπον, ότι Έλληνες οι οποίοι εθεωρούντο ως προσωπικότητες, ανελάμβανον να γίνουν όργανα των Γερμανών, δια τι τάχα οι άλλοι πολίται δεν θα έπρεπε και αυτοί να προσφέρουν τας υπηρεσίας των εις τους Γερμανούς, είτε από Γερμανοφιλίαν, όπως οι Κυβερνήται τω, είτε από ιδιοτέλειαν οικονομικήν; Δια ποίον λόγον πρέπει να ζητώμεν ευθύνας από τους συνεργασθέντας μετά των Γερμανών πολίτας, όταν οι Κυβερνήται έδιδον το παράδειγμα και τον τόνον της συνεργασίας; Μόνη συνεπώς η ανάληψις της Κυβερνήσεως αποτελεί τυπικόν αδίκημα χωρίς ουδεμίαν να απαιτείται απόδειξις δόλου. Αρκετόν είναι, ότι οι ιδιώται αυτοί συνεννοήθησαν μετά των Γερμανών και εδέχθησαν να γίνουν όργανα αυτών… Είμεθα υποχρεωμένοι ακόμη να πράξωμεν τούτο, δια να δώσωμεν τόσον εις τον πολιτισμένον κόσμον, όσον και εις τας επιγενομένας γενεάς, το παράδειγμα, ότι δεν δύναταί τις ατιμωρητί να προσφέρη τας υπηρεσίας του εις τους εχθρούς της Πατρίδος. Προς την αντίληψιν ταύτην συνετάχθησαν επιφανείς νομικοί και νομοδιδάσκαλοι…»
Η Συντακτική Πράξη 6 της 20ης Ιανουαρίου 1945 ανωτέρω, στο άρθρο 1 αυτής, απαριθμεί ποιοι διαρκούσης της Κατοχής, κατηγορούνται για «προδοτική συνεργασία με τον εχθρό» κατά την έννοια του Νόμου αυτού. Είναι, πρώτοι και καλύτεροι οι κατοχικοί «πρωθυπουργοί» και τα μέλη των «κυβερνήσεών» τους (υπουργοί-υφυπουργοί), όσοι κατείχαν δημόσια θέση(στρατιωτική, διοικητική, δικαστική ή άλλη) και έγιναν συνειδητά όργανα του εχθρού, ασκώντας πιεστικά το λειτούργημά τους και διευκολύνοντας το έργο της Κατοχής, όσοι ανέλαβαν υπηρεσία στις Αρχές Κατοχής και ενήργησαν κατά τρόπο πιεστικό για το λαό ή διευκόλυναν το έργο της Κατοχής, όσοι έγιναν συνειδητά όργανα του εχθρού προς διάδοση της προπαγάνδας του, (ιδιαίτερη επιβαρυντική περίπτωση αποτελεί η ιδιότητα του δράστη ως διευθυντού εφημερίδας ή περιοδικού), εξαίροντες το έργο του κατακτητή ή προκαλούντες την ηττοπάθεια στον Ελληνικό Λαό ή την περιφρόνηση του εθνικού ή συμμαχικού αγώνα, όσοι κατέδωκαν στον εχθρό έλληνες ή ξένους υπηκόους εργαζόμενους χάριν του Εθνικού ή Συμμαχικού αγώνος ή ενήργησαν στην ανακάλυψη ή σύλληψή τους, όσοι προέβησαν συμπράξεις βίας εν συμπράξει ή μη με τα όργανα των δυνάμεων Κατοχής σε βάρος Ελλήνων λόγω της δράσεώς τους κατά του εχθρού όσοι παρέσχαν συστηματικά στον εχθρό πληροφορίες για τις κινήσεις ατόμων ή οργανώσεων που εργάζονταν για τον Εθνικό ή Συμμαχικό αγώνα, όσοι παρεμπόδισαν με οποιοδήποτε μέσο τον Εθνικό ή Συμμαχικό αγώνα, όσοι σε συνεργασία και με τη βοήθεια του εχθρούέγιναν αρχηγοί ή οδηγοί κινήσεως που έτεινε στη προσβολή της ακεραιότητας της χώρας, όσοι εκμεταλλευθέντες την μετά του εχθρού οικονομική τους συνεργασίαπροκάλεσαν ζημία στον Ελληνικό Λαό ή Έλληνες Πολίτες ή υποβοήθησαν την πολεμική προσπάθεια του εχθρού ή αποκόμισαν ασυνήθη οικονομικά ωφελήματα, και όσοι συνεργασθέντες μετά του εχθρού ωφελήθηκαν ή εζημίωσαν τον συμμαχικό αγώνα ή Έλληνες πολίτες ή πολίτες Συμμαχικού Κράτους. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 της ίδιας Σ.Π., τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών και με ισόβια στέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων «επί Εθνική αναξιότητι», όποιος καίτοι δεν υπέπεσε σε αδίκημα του άρθρου 1, συνεργάστηκε εν τούτοις με τον εχθρό κατά τρόπο ανάξιο Έλληνος Πολίτου θίγοντα την Εθνική αξιοπρέπεια και διευκόλυνε έτσι το έργο της Κατοχής (στη Γαλλία, στα αντίστοιχα δικαστήρια δωσιλόγων, μετά τον Πόλεμο, 49.723 καταδικάστηκαν για «εθνική αναξιοπρέπεια», χωρίς όμως περαιτέρω ποινή, βλέπε : Νίκου Ζάικου : Σκληρή τιμωρία όσων συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, 27-2-2011, εις www.kathimerini.gr). Επίσης με το άρθρο, προβλέπεται πως ανεξάρτητα της ποινής που θα επιβληθεί στους κατηγορούμενους σύμφωνα με το άρθρο 1, «Η στέρησις των πολιτικών δικαιωμάτων επέρχεται αυτοδικαίως και εις περίπτωσιν απαλλαγής λόγω πλήρους συγχύσεως».
Εντός του 1945, στις 3 Σεπτεμβρίου του χρόνου αυτού, εκδίδεται και ο Αναγκαστικός Νόμος 533
(ΦΕΚ, Τεύχος Πρώτον, Αρ. φύλλου 224, 3-9-1945), «Περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως της Συντακτικής Πράξης αριθμ. 6, που επαναλαμβάνει όσα ανωτέρω εκθέσαμε στα πλαίσια αυτής της Συντακτικής Πράξης.
Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί, πως μετά τις πρώτες δίκες Δωσιλόγων, κυρίως όσων διετέλεσαν κατά τη Κατοχή μέλη των Κατοχικών «Κυβερνήσεων» ή υπηρέτησαν ως ανώτατοι και ανώτεροι κρατικοί και δημόσια γενικότερα λειτουργοί, αυτές, συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια, ενώ, μετά το ψήφισμα ΚΘ (ΦΕΚ 197, Τεύχος Πρώτον, 14-9-1947), «Περί αμνηστίας παραδιδομένων στασιαστών κλπ», με το οποίο παρέχονταν αμνηστία σε όσους είχαν λάβει τα όπλα εναντίον των κομμουνιστών, επιχειρήθηκε σε μεγάλο βαθμό, ένοπλες ομάδες που είχαν δράσει κατά την Κατοχή εναντίον των κομμουνιστών, να υπαχθούν τα μέλη τους στην παρεχόμενη αμνηστία με το παραπάνω Ψήφισμα, έστω και αν είχαν φανερά συνεργαστεί με τον Κατακτητή και εξοπλιστεί απ’ αυτόν. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΚΘ΄ Ψηφίσματος : «Όσοι εκ των στασιαστών Αρχηγών, οδηγών ή συστασιωτών ή άλλων ενόπλων στασιαστικώς ή εκνόμως δρώντων ή δρασάντων, παρουσιασθώσιν εντός ενός μηνός από της ισχύος του παρόντος αυτοβούλως εις την πλησιεστέραν Δικαστικήν, Στρατιωτικήν, Αστυνομικήν ή Διοικητικήν Αρχήν ή ελλείψει τούτων εις οιανδήποτε Αρχήν (Δημοσίαν, Δημοτικήν, Κοινοτικήν ή Εκκλησιαστικήν) και αφοπλισθώσιν, εφ’ όσον ωπλοφόρουν, αμνηστεύονται αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος δια τα παρ’ αυτών διαπραχθέντα μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος αδικήματα, εφ’ όσον ταύτα σχετίζονται οπωσδήποτε με την συμμοριακήν ή αντισυμμοριακήν δράσιν και απολύονται αμέσως υπό των εις ούς παρεδόθησαν έστω και αν διώκονται δια πράξιν μη αμνηστευομένην, χορηγουμένης αυτοίς σχετικής βεβαιώσεως παρά των αρχών τούτων…».
Ως προς το θέμα του «δόλου», ειδικώς σε ό,τι αφορά τους Κατοχικούς «πρωθυπουργούς», (αλλά και τα μέλη των Κατοχικών «Κυβερνήσεων»), δύο κουβέντες μονάχα, ή μάλλον, ας δούμε τι λέει επ’ αυτού ο ένας εξ αυτών. Γράφει ο Γ. Τσολάκογλου (Απομνημονεύματα, έκδοσις «Ακροπόλεως», Αθήναι, 1959, σελ. 246), αναφερόμενος στην εισηγητική έκθεση του Ν. Κολυβά, ανωτέρω : «Άλλωστε, εκφραζόμενος εις την εισηγητικήν του έκθεσιν της εν λόγω Συντακτικής Πράξεως, ότι ετροποίησε την υπ’ αριθ. 1 Συντακτικήν Πράξιν και καθώρισε αδίκημα τυπικόν -χωρίς να υπάρχη δόλος- ομολογεί ότι «εν εναντία περιπτώσει θα διετρέχαμεν τον κίνδυνον να τους ίδωμεν αθωουμένους, διότι δεν είνε δυνατόν ν’ αποδειχθή δόλος». Με άλλους λόγους, ήξερεν ότι ήμεθα αθώοι με τους κειμένους μέχρις Ιανουαρίου 1945 Νόμους και συνέταξε άλλον, που να μη απαιτήται δόλος δια να τιμωρηθούν οι πολιτικοί δοσίλογοι…» (Ίδια επιχερηματολογία και εις Γεώργιος Ι. Ράλλης : Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου του, Αθήναι, 1947, σελ. 75).
Αδυνατώ να αντιληφθώ πώς εκείνοι που αποφάσιζαν να συνεργαστούν με τον εχθρό σχηματίζοντες ή/και μετέχοντες σε Κατοχικές «Κυβερνήσεις» : [1] Αγνοούσαν ότι προσφέροντας βοήθεια στον Κατακτητή βοηθούσαν και στην αποτελεσματικότερη άσκηση του Κατοχικού του έργου και δεν διεξήγαν απλώς υπηρεσίες ανακουφιστικές στο Κατεχόμενο Έθνος και την Κατεχόμενη Πατρίδα, [2] Αγνοούσαν το τι σήμαινε για τη Χώρα και τον Λαό «αποτελεσματικότερη άσκηση του έργου του Κατακτητή, [3] Αγνοούσαν ότι η Κατοχική «Ελληνική Κυβέρνηση» δεν της επιτράπηκε να υπάρχει για να δρα εναντίον των συμφερόντων του Κατακτητή, [4] Αγνοούσαν πως δεν υπήρχε «κοινό συμφέρον» μεταξύ του Κατακτητή και της Κατεκτημένης Χώρας και του Λαού και [5] Αγνοούσαν ότι το Κάιρο και το Λονδίνο δεν αναγνώριζαν την νομιμότητα καμιάς Κατοχικής «Κυβέρνησης» και επομένως, ο τέτοιες «Κυβερνήσεις» είχαν κάνει την επιλογή τους ποιούς άφηναν και με ποιους πήγαιναν.
Όλα όμως τα ανωτέρω, αποτελούν μορφές ενσυνείδητων πράξεων και ενδεχομένως και κατά περίπτωση εκεί όπου μπορεί να αποδεχτεί παραλείψεων που περιέχουν το στοιχείο του δόλου, είτε άμεσου, είτε αναγκαίου είτε έστω ενδεχόμενου.
Μια προσωπική προσέγγιση της έννοιας του δωσιλογισμού
Πέραν του ανωτέρω «κατά τω νόμω» δωσιλογισμού, δηλαδή, ποιος θεωρείται «δωσίλογος» σύμφωνα με τον Νόμο, θα επιχειρήσω εδώ, να παρουσιάσω συνοπτικά το πώς εγώ αντιλαμβάνομαι το φαινόμενο. Ας πάρουμε ως αφετηρία πάλι την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της «Εκδοτικής Αθηνών» (ό.π.), στην οποία αναφέρεται ότι (σελ. 43) : «Ο όρος «δοσιλογισμός» (collaboration) υπό την έννοια της συνεργασίας ατόμων ή πληθυσμιακών ομάδων κατεχομένων χωρών με τον εχθρό πρωτοχρησιμοποιήθηκε τον Οκτώβριο 1940 από τον Γάλλο πρωθυπουργό (στρατάρχη και ήρωα του Βερντέν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) Φιλίπ Πεταίν (Philippe Petain), όταν ανήγγειλε την απόφασή του να δεχθεί τη γερμανική «προσφορά» συνεργασίας στη «νέα ευρωπαϊκή τάξη»…» (Στους Γάλλους λοιπόν οφείλεται η γέννηση του όρου).
Η λέξη, είναι ασφαλώς νεόκοπη. Εξ ου άλλωστε και το γεγονός, ότι κι εδώ, στην Ελλάδα, ο δωσιλογισμός, ως φαινόμενο, είναι συνδεδεμένο με την Κατοχή 1941-1944 και αναφέρεται σχεδόν αποκλειστικά για την περίοδο αυτή. Δεν είναι όμως καθόλου νεόκοπο το ιστορικό της περιεχόμενο.
Ο Δημήτρης Κουσουρής (Δίκες των Δοσιλόγων 1944-1949, εκδ. ΠΟΛΙΣ, Αθήνα, 2014, σελ.83-84), σημειώνει πως «…Σύμφωνα με τη Συναγωγή του Στέφανου Κουμανούδη, ο όρος είχε εισαχθεί στο νομικό λεξιλόγιο της χώρας από τη δεκαετία του 1840, και ως πολιτικός χαρακτηρισμός από τα τέλη του 19ου αιώνα, μετά την πτώχευση του 1893, για να χαρακτηρίσει όσους καλούνταν να δώσουν λόγο για τα πεπραγμένα τους ως κατόχων δημοσίου αξιώματος… Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από την κατοχική κυβέρνηση, για να χαρακτηρίσει τους υπουργούς της τελευταίας κυβέρνησης του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ωστόσο η χρήση της λέξης παρέμεινε μάλλον σπάνια. Το γεγονός ότι ο όρος εμπεριείχε τόσο το στίγμα της προδοσίας όσο και το τεκμήριο αθωότητας τον καθιστούσε κατάλληλο για χρήση τόσο από τους αντικομμουνιστές, που επιδίωκαν την απόδοση συντεταγμένης δικαιοσύνης και όχι εκδίκησης, όσο και από τους εαμικούς που επιδίωκαν την εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου και αρνούνταν την κατηγορία ότι στιγμάτιζαν συλλήβδην ως «προδότες» τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Η επικράτηση του όρου στην καθομιλουμένη μετά το φθινόπωρο του 1944, αντανακλά το ειδικό βάρος που αποκτούσε ο ρόλος της επίσημης δικαιοσύνης σε εκείνη τη μετάβαση από τον πόλεμο στην ειρήνη».
Συνεπώς, ειδικώς για ό,τι μας απασχολεί εδώ, ο «δωσιλογισμός» εννοιολογικά φορτίσθηκε ανάλογα με τον ποιόν έθετε κανείς στο στόχαστρο της κάνης του. Ήδη, μόλις δύο μήνες μετά την αναχώρηση των Γερμανών, ξεσπούν τον Δεκέμβριο του 1944, τα γνωστά γεγονότα, προεόρτια του εμφυλίου που θα ακολουθούσε σύντομα. Η εξέλιξη αυτή, έμελε να προσδώσει όχι μόνο επιχειρήματα μα και να επαναορίσει εκ μέρους όσων είχαν τέτοιο συμφέρον, την έννοια του «δωσιλογισμού» και κυρίως όχι μόνο να υποβαθμίσει μα και να δικαιολογήσει ακόμα κι αυτή τη συνεργασία με τον Κατακτητή. Ήταν «δωσίλογοι», όσοι στη διάρκεια της Κατοχής κυνηγούσαν Έλληνες μεν πλην όμως, όπως απέδειξαν (κατ’ αυτούς)βοι ΥΣΤΕΡΟΤΕΡΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ, απεργάζονταν νέα Κατοχή με την πρόσδεση της Χώρας στον Κομμουνισμό και τον γεωγραφικό της διαμελισμό της Χώρας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα άρχισαν οι Δίκες των Δωσιλόγων, με πρώτη και σπουδαιότερη αυτή των Κατοχικών Κυβερνήσεων, μέσα στους πρώτους μήνες του 1945. Έτσι, οι εξελίξεις αυτές, πρόσφεραν ένα πρώτης τάξεως επιχείρημα, στους υπόδικους δωσίλογους, να κατασκευάσουν τον δικό τους «εσωτερικό εχθρό της Πατρίδας», που δεν ήταν άλλο από το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, ή για να ακριβολογούμε, κυρίως αυτούς, μιας και, τούτο είναι σωστό, με αυτούς κυρίως οι ένοπλοι δωσίλογοι της Κατοχής (με αιχμή του δόρατος τα Τάγματα Ασφαλείας) είχαν «ανοιχτούς λογαριασμούς», και επομένως, τόσο το επίσημο Κράτος που τους δίωκε, όσο και οι ίδιοι, ουσιαστικά τον ίδιο «εχθρό» πολεμούσαν, με μια χρονική υστέρηση : το πρώτο, δηλαδή το απελεύθερο πια Κράτος μετά την Απελευθέρωση, οι ίδιοι δε, κατά την διάρκεια της Κατοχής. Έτσι, αυτή η σταδιακή σύγκλιση, πάνω σ’ αυτή τη βάση, όχι μόνο «ψυχικά» μα και ιδεολογικά έτεινε να «αδελφώσει» διώκτες και διωκόμενους εφόσον ανήκαν και οι δύο στην «Εθνικόφρονα Παράταξη» έχοντας να αντιμετωπίσουν τον κοινό «εχθρό του έθνους», το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ασφαλώς το ΚΚΕ, μα και άμβλυνε όλο και περισσότερο τη σημασία της συνεργασίας με τον Κατακτητή και της δράσης εναντίον όσων διατάρασσαν το Νόμο και τη Τάξη, (δηλαδή, οι αντάρτες), κατά τη διάρκεια της Κατοχής και μάλιστα, έχοντας προσφέρει και «εθνική υπηρεσία», αφού πριν καν το Ελληνικό Κράτος απαλλαγεί από τον Κατακτητή, αυτοί προλείαναν το έδαφος ήδη από την εποχή της Κατοχής, έτσι ώστε, με ασφάλεια να περιέρχονταν το Κράτος στις Εθνικόφρονες Δυνάμεις και να μην έπεφτε στα «νύχια των σλαβοκομμουνιστών και εαμοβουλγάρων συμμοριτών».
Ας σημειώσουμε από τώρα, πως δεν πρόκειται να αναφερθούμε στα εμφυλιακά γεγονότα, διότι ξεφεύγουν του σκοπού του άρθρου αυτού. Η αναφορά σ’ αυτά γίνεται απλώς για να δώσει το πλαίσιο εντός του οποίου λογοδότησαν οι δωσίλογοι.
Ποιος, συνεπώς, θα μπορούσε να είναι ένας ορισμός του Δωσιλογισμού;
Ίσως ένας σαν αυτόν : Η συνειδητή και με ελεύθερη βούληση ενεργητική συνεργασία με μια Δύναμη, η οποία επιδιώκει την επιβολή ή, εφόσον την έχει επιβάλει, την συνέχιση της Κατοχής σε μια Χώρα.
Στον παραπάνω ορισμό, θεωρώ ως αυτονόητη τη συνδρομή της «συνειδητής» και «ελεύθερης βούλησης» στη συνεργασία με τον εχθρό. Το ίδιο και την προϋπόθεση η συνεργασία να είναι ενεργητική, και όχι παθητική, αν και, έχοντας υπόψη μας την «παθητική στάση» εκείνων των πολιτικών που παρέμειναν στην Ελλάδα στη διάρκεια της Κατοχής, είναι, για μένα, πολύ συζητήσιμο, ειδικά γι΄ αυτούς, αν η σιωπή τους μπορούσε ή όχι να εκληφθεί ως μήνυμα αποδοχής της Κατοχής, ως τετελεσμένου γεγονότος, μη αντιμετωπίσιμου, άρα, μια στάση εξαιρετικά θετική, δηλαδή ενεργητική, για την Κατοχική Δύναμη. Όμως τέτοιου είδους αιτιάσεις, όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε νόμους που ορίζουν το περιεχόμενο αδικημάτων και εγκλημάτων, είναι πολύ επικίνδυνο, γενικευόμενες, να καταλήξουν σε κυνήγι μαγισσών κατά πάντων.
Ως προς τα λοιπά στοιχεία του ορισμού :
ΔΕΝ έχει σημασία, στα πλαίσια του εδώ υιοθετούμενου ορισμού, αν η Κατοχή επιβάλλεται από ένα συνασπισμό ή (ξεχωριστά) από μια Εσωτερική ή Εξωτερική Δύναμη, ή σε συνεργασία και των δύο, ούτε, στη τελευταία περίπτωση, από το αν οι Δυνάμεις αυτές μετέχουν της Κατοχής κατά τρόπο ισότιμο ή όχι ούτε από άποψη «μεριδίων» στη νομή της Κατεχόμενης Χώρας. Ή, για να το πω διαφορετικά : από τη στιγμή που μια Δύναμη επιβάλλει καθεστώς «Κατοχής» σε μια Χώρα, αυτή η Δύναμη, ανεξάρτητα αν είναι «Εσωτερική» ή «Εξωτερική» ή «Εσωτερική και Εξωτερική», ΑΠΟΞΕΝΩΝΕΤΑΙ τόσο από το Κράτος την εξουσία του οποίου κατέλαβε όσο και από τον Λαό χάριν του οποίου και υπέρ των συμφερόντων του οποίου υφίσταται και λειτουργεί το Κράτος, και επομένως, αποτελεί εξ ορισμού ΞΕΝΟ ΣΩΜΑ, ΕΧΘΡΟ ΤΟΥ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ.
ΔΕΝ έχει σημασία, για τον ορισμό μας, αν η Κατοχή αυτή, επιδιώκεται και επιβάλλεται με «πολεμικά» (ένοπλα) ή «οικονομικά» ή άλλα μέσα, σε καιρό (ένοπλου) πολέμου ή όχι. Τα μέσα προσδιορίζουν το είδος της Κατοχής, το εύρος και το βάθος της όχι όμως αναγκαίως και αυτήν ως γεγονός καθ’ αυτό, το οποίο είναι ορατό «δια γυμνού οφθαλμού» με την εγκαθίδρυση ενός Καθεστώτος-Μαριονέτας και Κυβέρνησης-Ανδρεικέλων που πιστοποιείται όχι κατ’ ανάγκην και αποκλειστικά με το τι τυπικώς ισχύει αλλά το τι ουσιαστικώς συμβαίνει. (Π.χ., υπήρξαν ιστορικά ουσιαστικές (χωρίς ουσιαστικά να έχουν περιβληθεί και τυπικό χαρακτήρα) καταργήσεις της εθνικής κυριαρχίας και των ουσιωδέστερων συνταγματικών προνοιών των σχετικών με την Εθνική ανεξαρτησία και τα κάθε είδους Ανθρώπινα Δικαιώματα, (κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά), που ως καθεστώς επιβλήθηκαν από ιδιωτικούς ή και διεθνείς οργανισμούς ή και κράτη στα πλαίσια οικονομικών «βοηθειών» που προσφέρανε σε άλλα κράτη, των οποίων οι όροι, οδήγησαν σε ουσιαστικό Καθεστώς Κατοχής με όλα τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στον παρόντα ορισμό, ενίοτε δε, ουδέ καν και με την διατήρηση μιας προσχηματικού τύπου νομιμότητας με βάση το Διεθνές Δίκαιο). Αρκεί η επιδίωξη ή/και επιβολή να επάγεται την κατ’ αντικειμενική κρίση, όπως αυτή προκύπτει από τον κοινό νου, ορατή ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ κατάλυση της λαϊκής κυριαρχίας και εθνικής ανεξαρτησίας (αδιάφορα αν ΤΥΠΙΚΑ εξακολουθούν να ισχύουν) και στη σύγχρονη εποχή μας, μπορούμε να τη θέσουμε ως την κατάλυση της Δημοκρατικής Συνταγματικής Τάξης, αδιαφόρως αν γίνεται με σκοπό μόνο την εξυπηρέτηση ειδικότερων ή ευρύτερων γεωστρατηγικών συμφερόντων της Κατέχουσας Δύναμης, ή μόνο την οικονομική λεηλασία της Κατεχόμενης Χώρας από τη Δύναμη αυτή, ή αν η Κατοχή ή προσπάθεια προς αυτή τη κατεύθυνση προέκυψε στα πλαίσια των γενικότερων επεκτατικών βλέψεων αυτής της Δύναμης ή στα πλαίσια της συνδρομής της σε άλλη σύμμαχό της χώρα. Αρκεί η ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ κατάλυση της Λαϊκής Κυριαρχίας και Εθνικής Ανεξαρτησίας. Ασφαλώς, εδώ δεν εμπίπτει η περίπτωση του «οικειοθελούς» και συνταγματικά προβλεπόμενου περιορισμού της εθνικής κυριαρχίας, που γίνεται στα πλαίσια δημοκρατικών και σύμφωνων με το Εθνικό και Διεθνές Δίκαιο, όπως π.χ., στη περίπτωση των διαδικασιών ένταξης της Χώρας σε υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως π.χ., η Ευρωπαϊκή Ένωση. Εν προκειμένω, η ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗ – ΙΣΟΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΙΣΟΤΙΜΗ παραίτηση της εθνικής κυριαρχίας από μέρους των άλλων Κρατών-Μελών, στην ουσία αναπληρώνει με άλλα αποδεκτά οφέλη αυτή την μερική απώλεια, αφού όλοι κερδίζουν και όλοι χάνουν κάτι αλλά κατά το ίδιο ποσοστό και το ίδιο περιεχόμενο, πράγμα που τελικώς είναι συζητήσιμο, αν υπό αυτές τις προϋποθέσεις, υφίσταται καν περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, εφόσον όλοι απώλεσαν το ίδιο πράγμα και στον ίδιο βαθμό. Έτσι, ήδη, η από μακρού χρονικού διαστήματος, αυτή η παραίτηση εθνικής κυριαρχίας, για ορισμένα Κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως της Ευρωζώνης, η οποία έπαψε να είναι αμοιβαία κατά τα ανωτέρω και έγινε ετεροβαρής, αφού έχει στην ουσία καταργηθεί το κριτήριο της ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΗΣ, ΙΣΟΔΥΝΑΜΗΣ ΚΑΙ ΙΣΟΤΙΜΗΣ ως προς το περιεχόμενο και την έκταση περιορισμών εθνικής κυριαρχίας ΟΛΩΝ των Κρατών – Μελών της Ένωσης, ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ, εκεί όπου διαπιστώνεται, με την παράλληλη ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ, αναβιώνει το Κατοχικό Γεγονός ως πραγματικότητα σύμφωνα με τον δοθέν περιεχόμενο στη λέξη «Κατοχή» και τη σημασία και ερμηνεία της στον άνω ορισμό του δωσιλογισμού. Για να το πούμε απλά, κάποια Κράτη, όπως η Ελλάδα, έχει σχεδόν εκχωρήσει πλήρως την Εθνική της Κυριαρχία και Ανεξαρτησία, με πρόσχημα την οικονομική της κρίση, κάποια δε άλλα, π.χ., η Γερμανία, όχι μόνο δεν έχει εκχωρήσει ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ τίποτα, μα, επίσης ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ, έχει μετατρέψει όλη την Ευρώπη σε «ζωτικό της χώρο», διευρύνοντας την Εθνική της Κυριαρχία (οικονομική και μέσω αυτής και πολιτική) σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Ιδίως το στοιχείο της «ελεύθερης βούλησης», δεν αναιρείται από άλλες καταστάσεις, όπως π.χ. ο εκβιασμός σε πράξη ή παράλειψη, εφόσον, εν προκειμένω, μιλάμε για την κατάληψη ανώτερων κι ανώτατων δημοσίων αξιωμάτων και θέσεων υπό καθεστώς Κατοχής, ή/και την ανάπτυξη οικονομικών και εμπορικών σχέσεων με τον Κατακτητή με προφανή σκοπό το ίδιο όφελος εξ αιτίας της υπάρξεως του Κατοχικού καθεστώτος, ιδίως όταν αυτό προκύπτει και από την εκμετάλλευση της δεινής θέσης του Λαού, του οποίου η περιουσία έχει διαρπαγεί μέσω αυτών των εμπορικών και οικονομικών δοσοληψιών. Διότι υπό Καθεστώς Κατοχής, ο συνεργαζόμενος με τον Κατακτητή, εκουσίως παραιτείται της ελεύθερης σκέψης και έκφρασης και επομένως δράσης «κατά συνείδηση», διότι άλλα κριτήρια και άλλες αξίες ανώτερες της «ελεύθερης βούλησης» επικράτησαν και πήραν τη θέση της. Έτσι π.χ. το περί εκβιασμού επιχείρημα των συνθηκολογησάντων στρατηγών του Μετώπου, ότι δεν θα ελευθερώνονταν οι αιχμάλωτοι στρατιώτες και αξιωματικοί, αν δεν συνεργάζονταν με τον εχθρό σχηματίζοντες Κατοχική «Κυβέρνηση», δεν μπορεί να σταθεί, διότι η απελευθέρωση αιχμαλώτων στρατιωτών και αξιωματικών, δεν μπορεί να «συμψηφιστεί» με την διευκόλυνση της άσκησης Κατοχικής εξουσίας εκ μέρους του εχθρού. Στον πόλεμο αυτό, σε όλα τα Μέτωπα, στην Ευρώπη και στον Ειρηνικό, υπήρξαν εκατομμύρια αιχμάλωτοι ένθεν κακείθεν, και ουδείς στο στρατόπεδο των Συμμάχων διανοήθηκε ποτέ, προκειμένου να μην αιχμαλωτισθούν, να ενθαρρύνει την συνεργασία με τον Κατακτητή συγκροτώντας Κατοχικές «Κυβερνήσεις». Άλλωστε μπορούσαν, ευθύς μετά την απελευθέρωση των στρατιωτών, να υποβάλουν άμεσα την παραίτησή τους. Εξ άλλου, νομίζω πως δεν θα ήταν καθόλου δύσκολο να δοθεί στις Αρχές Κατοχές κατάλογος Ελλήνων πρόθυμων να μετάσχουν της τέτοιας και ιδίως σ’ αυτό το επίπεδο συνεργασίας με τους Κατακτητές, αφού είναι γνωστό πως ήδη στην Αθήνα υπήρχαν προσωπικότητες που είχαν και πριν τον πόλεμο επαφές με το Βερολίνο και των οποίων τον φιλογερμανισμό ή φιλοϊταλισμό ουδείς αμφισβητούσε, χωρίς να υπολογίζουμε και άλλους που πρόθυμα θα υποτάσσονταν στη νέα πραγματικότητα στα πλαίσια του «ρεαλισμού» που εντρυφά σε όλες αυτές τις καιροσκοπικές μετακινήσεις. Ασφαλώς, θα διέτρεχαν και οι ίδιοι τον κίνδυνο να εγκλειστούν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στη Γερμανία ή αλλαχού, όπως άλλωστε συνέβη με τους συναδέλφους τους Αλέξανδρο Παπάγο, Ιωάννη Πιτσίκα, Κ. Μπακόπουλο, Π. Δέδε, Κ. Κοσμά, κ.λπ.), όμως αυτό το ενδεχόμενο σε καιρό πολέμου, και μάλιστα του πολέμου εκείνης της περιόδου, δεν αφορούσε μονάχα τους στρατιωτικούς μα και απλούς πολίτες.
ΔΕΝ έχει, συνεπώς, σημασία το είδος της «προσφοράς» συνεργασίας με τον εχθρό (π.χ., καθαρά ιδεολογική, στρατιωτική, οικονομική, κ.λπ.), αρκεί αυτή να συνδράμει άμεσα ή έμμεσα στην επιβολή ή και διατήρηση της Κατοχής κατά τα ανωτέρω, (ενώ παράλληλα ενισχύεται και το κύρος του).
Ειδικώς όμως η προσφορά εκ μέρους της Κατοχικής Δύναμης προς πολίτες της Κατεχόμενης Χώρας και η εκ μέρους τους αποδοχή, ανώτατων και ανώτερων κρατικών και δημοσίων αξιωμάτων, ιδίως δε, της συμμετοχής τους σε Κατοχική «Κυβέρνηση», έχει μια βαρύτητα όχι απλώς «ειδική», μα αποτελεί και την κορωνίδα του Δωσιλογισμού. Ορθά επισημαίνουν οι Κ. και Κ. Τενεκίδης ότι «…η Κατοχή η εγκαθιδρύουσα κυβέρνησιν τύπου Κουίσλιγκ, εμφανίζεται ως διατηρούσαν φιλικάς σχέσεις και δη ως συνεργαζομένη στενώς μετ’ αυτής, αλλ’ η έννοια της «συνεργασίας» συσκοτίζει, με τάσιν να καλύψη ολοσχερώς, την έννοιαν της υφισταμένης εμπολέμου καταστάσεως μεταξύ Κατοχής και κατεχόμενης χώρας, εις τελευταίαν δε ανάλυσιν τείνει να εξαφανίση τα εκ της καταστάσεως ταύτης απορρέοντα πατριωτικά καθήκοντα των πολιτών». (Νίκος Ζάικος : Διεθνές Δίκαιο και Συνεργασία με τον Εχθρό, εκδ. Εκδοτικός Οίκος Αντ. Σταμούλη, Αθήνα, σελ. 40-41).
Ήδη όμως με τις παρατηρήσεις που επιχειρήσαμε μόλις παραπάνω, κάναμε ένα βήμα προσέγγισης του δωσιλογικού φαινομένου πέραν αυτής που συνήθως επιχειρείται όταν αναφερόμαστε σ΄ αυτό, ως ένα σχεδόν αποκλειστικό φαινόμενο της Κατοχικής Περιόδου 1941-1944. Αναμφίβολα, δεν μου διαφεύγει πως ενδεχομένως ο ορισμός αυτός να μη βρει και πολλούς υποστηρικτές, εν πάση όμως περιπτώσει, είναι σύμφωνος με το πώς εγώ αντιλαμβάνομαι τον δωσιλογισμό.
Μια Ειδική Παρέκβαση : Και ο «Παλαιός Πολιτικός Κόσμος» που παρέμεινε στην Αθήνα στη διάρκεια της Κατοχής;
Το ζήτημα της στάσης του «παλαιού πολιτικού κόσμου» που παρέμεινε στην Χώρα στη διάρκεια της Κατοχής, στην οποία γίνεται αναφορά και σ’ αυτήν στην αιτιολογική έκθεση για τη Συντακτική Πράξη 6 / 20-1-1945 ανωτέρω, είναι ένα από τα θέματα που μάλλον περιθωριακά απασχολούν τη Κοινή Γνώμη, αν και, η αναφορά στη μαύρη εκείνη περίοδο της ελληνικής ιστορίας, φέρει που και που στη επιφάνεια το θέμα αυτό. Πάντως, είναι μια καλή ευκαιρία να πούμε δύο παραπάνω λόγια πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.
Πολιτικοί που υπό συνθήκες ομαλού ή λιγότερου ομαλού βίου, πολιτικοί που τόσο εύκολα και τόσο συχνά προβάλλουν τη διάθεση της «αυτοθυσίας» τους αρκεί να υπηρετήσουν το «εθνικό», το «δημόσιο», το λαό, άνθρωποι που διεκδικούν τον τίτλο του «Ηγέτη» του λαού, θα ανέμενε κανείς, να τους δει να πρωτοστατούν στα δύσκολα, και ως «Ηγέτες» να ηγούνται του Λαού και στα δύσκολα, και εν προκειμένω, στα επικίνδυνα, εφόσον πράγματι διεκδικούν «ηγετικές» δάφνες και εφόσον οι περί «αυτοθυσίας» δηλώσεις τους δεν είναι παρά λόγια πλήρη φρέσκου αέρα. Ιδίως όταν ο ίδιος ο Λαός, έδειξε, δίδαξε, τι πάει να πει «θυσία» και «αυτοθυσία», πολεμώντας στο Μέτωπο για τα πιο μεγάλα νοήματα και αξίες για τα οποία η Ανθρωπότητα στην μεγάλη Ιστορική της Διαδρομή, έχυσε ποταμούς αίματος για να τις στηρίξει και υποστηρίξει.
Αφετηρία των σκέψεών μας εν προκειμένω, θα ήταν δυνατό να θέσουμε την 18η Αυγούστου 1942, ημερομηνία αποστολής της επιστολής των πολιτικών αρχηγών προς τον «Πρόεδρον της Κυβερνήσεως» Γ. Τσολάκογλου. Την επιστολή εκείνη την υπέγραφαν οι Θεμ. Σοφούλης, Γ. Καφαντάρης, Σ. Γονατάς, Δ. Μάξιμος, Γ. Παπανδρέου, Ι. Ράλλης (ο μετ’ ολίγον Κατοχικός «πρωθυπουργός») και Θ. Πάγκαλος. Η αφορμή της αποστολής αυτής της επιστολής, είναι η δεινή οικονομική κατάσταση της Χώρας και οι συνθήκες διαβίωσης του Λαού. Μάλιστα τούτη η επιστολή έχει και ένα ιστορικό, που αναδεικνύει και ένα είδος «συμμαχίας» «Κυβερνήσεως» Τσολάκογλου και πολιτικών αρχών, ώστε από κοινού να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Όπως ιστορεί ο ίδιος ο Γ. Τσολάκογλου (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : Απομνημονεύματα, έκδοσις «Ακροπόλεως», Αθήναι, 1959), όταν τον Ιούλιο του 1942 το θέμα των χρηματικών προκαταβολών προς τις Κατοχικές Δυνάμεις υπερέβη κάθε συμφωνία επί του θέματος, ο Γ. Τσολάκογλου αντέδρασε σε σημείο ώστε να υποβάλλει την παραίτησή του, η οποία μέχρι του σχηματισμού της νέας υπό τον Κ. Λογοθετόπουλο, κωλυσιέργησε μέχρι και τον Δεκέμβριο εκείνου του έτους. Πριν όμως η ρήξη Τσολάκογλου – Δυνάμεων Κατοχής καταστεί τελεσίδικη, ο Γ. Τσολάκογλου, σύμφωνα πάντα με τα «Απομνημονεύματά» του, υπήρξε παρέμβαση του Θ. Πάγκαλου, ο οποίος, όπως γράφει ο Τσολάκογλου (σελ. 212) : «…προσελθών εις το γραφείον μου, με συνεχάρη δια την έντονον και αξιοπρεπή στάσιν μου και με ενεθάρρυνε να επιμείνω αρνούμενος την καταβολήν μεγάλων ποσών. Επί πλέον με ηρώτησεν αν θέλω την ηθικήν ενίσχυσιν των πολιτικών αρχηγών της Χώρας και απήντησα καταφατικώς… Έπρεπε και ούτοι να γνωματεύσωσι ότι έπρεπε να παραιτηθώ… Τας συστάσεις των πολιτικών αρχηγών ανεκοίνωσα εις το Υπουργικόν Συμβούλιον εις όλα τα μέλη, ώστε να ληφθή ομόθυμος η απόφασις να παραιτηθώμεν παρά να συντελέσωμεν εις χρεοκοπίαν…».
Αυτή καθ’ αυτή η αποστολή μιας τέτοιας επιστολής εκ μέρους του (παραμένοντος στη Χώρα) πολιτικού κόσμου, προς μια Κατοχική «Κυβέρνηση», δικαίως ίσως θεωρείται εκ μέρους της «Κυβέρνησης» αυτής, ένα είδος έκδοσης πιστοποιητικού «νομιμότητας» εκ μέρους τουλάχιστον αυτής της πλευράς του δημόσιου βίου. Οι πολιτικοί αρχηγοί, δια της αποστολής καθ’ αυτής, αναγνωρίζουν την ύπαρξη μιας «Κυβέρνησης» την «νομιμότητα» της οποίας και αποδέχονται. Θα μπορούσαν να αποταθούν «προσωπικώς προς τον κ. Τσολάκογλου» -ίσως ούτε καν προς τον «στρατηγό» Τσολάκογλου- προς τον οποίο, «ως εκ της θέσεώς του που το δόθηκε από τις Κατοχικές Δυνάμεις», να εξέθεταν τους όποιους προβληματισμούς τους και υποδείξεις. Όμως η αναγνώριση του τίτλου του ως «Προέδρου της Κυβερνήσεως», και εν συνεχεία το ίδιο το περιεχόμενο της επιστολής τους, επί ενός τόσο σοβαρού θέματος, δηλώνει πως αναγνωρίζουν ότι η «Κυβέρνηση» έχει, κάποιες έστω, ουσιαστικές εξουσίες σε βαθμό ώστε να είναι σε θέση να επιβάλει την άποψή της στις Κατοχικές Αρχές και ότι υπάρχει η πιθανότητα οι τελευταίες να υποχωρήσουν λόγω των πιέσεων της «Κυβέρνησης». Αν όμως τίποτα από τα παραπάνω δεν ισχύει, τότε, μένει μονάχα το τελευταίο που σημειώνει και ο Τσολάκογλου : να τον «βοηθήσουν» στη λήψη της απόφασής του για παραίτηση, μέσω μιας προσυμφωνημένης «πίεσης» που θα του ασκούσαν εν ονόματι του πολιτικού κόσμου της Χώρας. Αν δε, κι αυτό δεν ισχύει, τότε, προς τι η αποστολή αυτής της επιστολής εκ μέρους των πολιτικών αρχηγών;
Η επιστολή των πολιτικών αρχηγών είναι η παρακάτω : (Γ. Τσολάκογλου : ό.π., σελ. 213-214) :
«Μετ’ αγωνίας, της οποίας δεν αμφιβάλλομεν και υμείς συμμετέχετε παρακολουθούμε την ραγδαίαν πτώσιν της δραχμής, της οποίας συνέπεια είνε η αλματική ύψωσις των τιμών των τροφίμων και των λοιπών απαραιτήτων δια την ζωήν ειδών, ήτις φέρει εις αληθή απόγνωσιν ολόκληρον τον αστικόν κόσμον και τας λαϊκάς μάζας, αίτινες εξηντλήθησαν ήδη οικονομικώς και έφθασαν εις την εσχάτην απαθλίωσιν, μη έχουσαι πλέον τι να πωλήσωσι προς συντήρησίν των. Η Κυβέρνησις επέτυχε, βεβαίως, την μείωσιν των εξόδων κατοχής και θα ήτο ευτύχημα αν εις ταύτα και μόνον περιωρίζοντο αι υποχρεώσεις μας. Δυστυχώς, όμως, η κυβέρνησις απεδέχθη επί πλέον και την χορήγησιν προκαταβολών απεριορίστως προς τας αρχάς κατοχής εις ελληνικάς δραχμάς και δια πάσας τας λοιπάς ανάγκας των. Τα υπό τοιαύτην δε μορφήν χορηγούμενα ποσά πληροφορούμεθα ότι ανέρχονται εις πολλά δισεκατομμύρια δραχμών μηνιαίως και δεν φαίνεται πιθανότης, ότι πρόκειται να μειωθούν. Και υπάρχει μεν, καθ’ ά επίσης πληροφορούμεθα, η βεβαιότης ότι αι τοιαύται καθ’ υπέρβασιν των δαπανών των αρχών κατοχής προκαταβολαί, θέλουσι διακανονισθή μετά την λήξιν του πολέμου, εν τω μεταξύ όμως, αυξάνει ο πληθωρισμός και επέρχεται η πτώσις της αξίας της δραχμής εις βαθμόν πολλαπλασίως ανώτερον του εκ των κυκλοφοριακών στοιχείων δικαιολογουμένου, με όλας τας δυσαρέστους συνεπείας, τας οποίας ανωτέρω αναφέρομεν. Εκρίναμεν, όθεν, επιβεβηλμένον ημίν καθήκον, όπως επιστήσωμεν αμέριστον την προσοχήν υμών επί της δημιουργηθείσης και καθημερινώς επιδεινουμένης τραγικής οικονομικής καταστάσεως της χώρας και να συστήσωμεν υμίν, ότι επιβάλλεται να θέσητε τέρμα έστω και από τούδε, εις την κατάστασιν αυτήν αιτούντες από τας αρχάς κατοχής την διακοπήν ή έστω την επί χρονικόν τι διάστημα αναστολήν των προκαταβολών, καθ’ όσον ο τόπος αδυνατεί να εξακολουθήση καταβάλλων τα άνω ποσά επί πλέον των καθορισθεισών δαπανών κατοχής, άνευ οικονομικής συντριβής του. Και είμεθα βέβαιοι ότι εάν διαφωτισθώσι δεόντως παρά της Κυβερνήσεως αι αρχαί κατοχής θα αποδεχθούν ευμενώς την δικαίαν ταύτην αίτησιν υμών, καθ’ όσον αύται δεν φαίνονται επιθυμούσαι την οικονομικήν εξαθλίωσιν της χώρας, η οποία και τα ίδια αυτών συμφέροντα παραβλάπτει σημαντικώς. Αλλ’ εάν παρά πάσαν πιθανότητα δεν ήθελε γίνει αποδεκτή παρά των αρχών κατοχής η ανωτέρω αίτησις, εις ημάς απόκειται να κρίνητε εάν πρέπει να εξακολουθήσητε υπέχοντες τας περαιτέρω ευθύνας, εν γνώσει πλέον, ότι η Ελλάς άγεται ούτως εις πλήρη οικονομικήν καταστροφήν».
Ο Τσολάκογλου γράφει για την παραπάνω επιστολή (Γ. Τσολάκογλου, ό.π., σελ. 214-215: «Εις την επίδοσιν της ανωτέρω επιστολής, επηκολούθησεν η δήλωσις του στρατηγού Παγκάλου εκ μέρους όλων των υπογραψάντων την επιστολήν, ότι «φυσικά κανείς εκ των υπογραψάντων ταύτην δεν είνε δυνατόν να αναλάβη ποτέ την διακυβέρνησιν της χώρας υπό τους αυτούς ή δυσμενεστέρους όρους εν περιπτώσει παραιτήσεως της Κυβερνήσεως Τσολάκογλου». Η επιστολή ενέχει την σημασίαν ότι οι πολιτικοί, οίτινες συνεφώνουν με την ύπαρξιν Κυβερνήσεως κατά την κατοχήν, ησθάνοντο την ανάγκην να βοηθήσουν ήδη και να με συμβουλεύσουν περί του πρακτέου. Συνίστων όθεν να αιτήσω από τας αρχάς την διακοπήν ή αναστολήν των προκαταβολών. Αλλ’ ημείς ουδέποτε ητήσαμεν. Ηξιώσαμεν και επεμείναμε εις την αξίωσιν αφού προηγουμένως τους διεφωτίζαμεν καταλλήλως… Ωσαύτως άξιον παρατηρήσεως είνε το γεγονός, ότι οι αρχηγοί των πολιτικών κομμάτων της χώρας θέτουσιν εις ενέργειαν κολακευτικά λόγια δια τους κατακτητάς, ούς χαρακτηρίζουσι ως αντιλήπτορας του δικαίου και ότι «δεν φαίνονται επιδιώκοντες την εξαθλίωσιν της χώρας», ενώ ετέλουν εν πλήρει γνώσει ότι ηδιαφόρουν αναλγήτως προ του συμφέροντός των οι ξένοι γενικώς. Τα κολακευτικά λόγια ετέθησαν δια την απίθανον περίπτωσιν, καθ’ ήν η επιστολή θα έπιπτεν εις χείρας των εισβολέων, ίνα μη κατηγορηθούν ως υπονομεύοντες το έργον των. Ιδού ο λόγος, δι’ ον ενίοτε και ημείς εθέτομεν γραμμάς τινάς φιλοφροσύνης δια τους ξένους (καλόπιασμα). Εις την επιστολήν διατυπούται ο όρος «ότι η Κυβέρνησις απεδέχθη την χορήγησιν προκαταβολών». Δεν πρόκειται περί αποδοχής, διότι δεν είχε δικαίωμα να εκλέξη την αποδοχήν ή μη. Απλώς ανεκοινώθη ότι ταύτα απεφασίσθησαν εις την Ρώμην ερήμην της Ελλάδος. Το περιεχόμενον της ανωτέρω επιστολής με ενεθάρρυνε εις το να επιμείνω εις την διακοπήν της κατοβολής των προκαταβολών και επειδή έβλεπον ότι επέμενον οι Γερμανοί δια την απρόσκοπτον συνέχισιν της καταβολής, απεφασίσαμεν ομοφώνως, μεθ’ όλων των μελών του Υπουργικού Συμβουλίου να παραιτηθώμεν». (Η απόφαση αυτή, ελήφθη στις 29 Αυγούστου 1942).
Τι το παράλογο επισημαίνει παραπάνω ο Τσολάκογλου, εν σχέσει με την σκοπιμότητα της επιστολής;
Όμως, η επιστολή αυτή, που αποτελεί έμμεση πλην σαφή, όπως εγώ την ερμηνεύω, «αποδοχή της νομιμότητας» της Κατοχικής «Κυβέρνησης» Τσολάκογλου, ασφαλώς, δεν αποτελεί το «πρώτο δείγμα» παρέμβασης του πολιτικού κόσμου στα τεκταινόμενα στη διάρκεια της Κατοχής. Ήταν οι πρώτες μέρες της θητείας της «Κυβέρνησης» Τσολάκογλου (και όχι ένα χρόνο μετά), που ο πολιτικός κόσμος, αλλά και όχι μόνο αυτός, μάλλον επιδοκίμαζε παρά αποδοκίμαζε τον σχηματισμό Κατοχικής «Κυβέρνησης». Ο Τσολάκογλου στα «Απομνημονεύματά» του γράφει : (Γεωργίου Κ. Τσολάκογλου : ό.π., σελ. 165-166) : «Ωσαύτως, τρανωτάτην απόδειξιν του ότι πάντες ήθελον την ύπαρξιν Κυβερνήσεως αποτελεί η γνώμη των αρχηγών πολιτικών κομμάτων της Χώρα και άλλων προσωπικοτήτων. Ούτοι κληθέντες παρ’ εμού εις το Πρωθυπουργικόν γραφείον, ίνα λάβωσι γνώσιν περί του τρόπου, καθ’ όν εσχηματίσθη η Κυβέρνησις και περί των επιδιώξεων ταύτης απεφάνθησαν πάντες ότι : Εθεώρουν προτιμοτέραν την Κυβέρνησιν από το Προτεκτοράτον. Επέδειξαν κατανόησιν της σοβαρότητος της πατριωτικής χειρονομίας, που έκαμα και με ενεθάρρυναν εις το πατριωτικόν έργον, που ανέλαβα και εξέφρασαν την πεποίθησίν των, ότι η Πατρίς θα ωφεληθή εκ της υπάρξεως Κυβερνήσεως. Εκ των προσκληθέντων προσήλθον και συνεφώνησαν κατά τα ανωτέρω οι κ.κ. Πάγκαλος, Γονατάς, Μάξιμος, Ρούφος, Παπανδρέου, Κανελλόπουλος, Μόδης, Τσαλδάρης, Σβώλος, Τζερμιάς, Καρτάλης, Κούνδουρος, Χατζηγιάννης, Βάρδας, Οθωναίος, Καθενιώτης, Αλεξάνδρου, Μερκούρης, Στεφανόπουλος, Πρωτοσύγκελλος, Μοσχονάς. Λαπαθιώτης, Τουρκοβασίλης, Ράλλης Πέτρος και οι Καθηγηταί Πανεπιστημίου Εξαρχόπουλος, Σακελλαρίου, Λούβαρις, Πίντος, Δένδιας, κ.ά. Εκ τούτων διήλθον ως μάρτυρες κατά την δίκην μας : α) Ο Καθηγητής και τέως αντιπρόεδρος Κανελλόπουλος, όστις κατέθεσεν ότι : «Συνωμίλησα επί ημισείαν ώραν με τον κ. Τσολάκογλου χωρίς να μοι είπη λέξιν δυναμένην να εκληφθή ως Γερμανοφιλία ή ηττοπάθεια. Διαρκώς μοι έλεγε ότι θα εφρόντιζε να μειωθή η επί του λαού πίεσις του Κατακτητού και επίσης τα δεινά της Κατοχής και ότι νικώσης της Αγγλίας πολύ γρήγορα θα έλθουν οι Βρεταννοί να μας ελευθερώσουν». Και προσέθηκε, χαρακτηριστικώς (ο κ. Τσολάκογλου), «ότι οι Άγγλοι λόγω των πολυτίμων υπηρεσιών, που προσεφέραμεν εις τον αγώνα ούτε παρεξήγησαν, ούτε εθίγησαν εκ της ανακωχής και του σχηματισμού της Κυβερνήσεως, ήτις θα τους εξυπηρετήση»… …β) Ο τέως Πρωθυπουργός Παπανδρέου ωμολόγησεν, ότι τον κατέστησα κοινωνόν των προθέσεών μου και ότι συνεφώνησε περί της αγνότητος τούτων. Ισχυρίσθη δε ότι δεν μοι ανεκοίνωσε την προτίμησίν του, όπως η Εκκλησία έχη την εξουσίαν και όχι στρατιωτική Κυβέρνησις, διότι δήθεν ευρίσκετο πρό τετελεσμένου γεγονότος. Κατά την γνώμην μου ελησμόνησεν ότι με ενθάρρυνε και ότι μοι συνέστησε να «υποκρίνωμαι» εις τους εισβολείς δια να δυνηθώ να εξυπηρετήσω τον λαόν. Ελησμόνησεν, επίσης, ότι ήθελε να με βοηθήση με όλην την ψυχήν του, ως ηύχετο να επιτύχω εις το αναληφθέν έργον. Εφ’ ω την 31 Μαίου 1941, καθ’ ην η Κυβέρνησις ευρίσκετο προ αδιεξόδου λόγω της κλοπής της Γερμανικής σημαίας εκ της Ακροπόλεως έσπευσε την 14.3 ώραν υπό καυστικώτατον ήλιον να με συμβουλεύση πώς έπρεπε να λυθή το ζήτημα δια να μη εξαναγκασθώ εις παραίτησιν, ήτις θ’ απέβαινεν «επί ζημία του Τόπου» ως μοι είπεν. Διατί άραγε τότε να μη με συμβουλεύση να φύγω, εφ’ όσον ήτο της γνώμης ότι δεν έπρεπε να σχηματίσω Κυβέρνησιν; Μήπως ήθελε το κακόν μου; Άπαγε της βλασφημίας. Ήθελε να επιτύχω δια να ανακουφισθή ο λαός. Δια τούτο έσπευσε να με συνδράμη. Σήμερον λέγει τ’ αντίθετα!.. γ) Ο διακεκριμένος εκπρόσωπος του ορθοδόξου Λαϊκού Κόμματος, μοναδικός Οικονομολόγος και τέως Πρωθυπουργός και υπουργός κ. Μάξιμος συμπαρίστατο μετά του κ. Παπανδρέου εις το γραφείον και ήκουσε τα πλείστα των διαμειφθέντων μετ΄ εκείνου. Ούτος διαβεβαίωσεν ότι με ενεθάρρυναν δια το αναληφθέν Κυβερνητικόν έργον… δ) Ο στρατηγός Πάγκαλος κατέθεσε ότι πάντες εφρόνουν κατά Μάϊον του 1941, ότι η ύπαρξις Κυβερνήσεως, αποτελουμένης από επίλεκτα μέλη, δεν ήτο επιβλαβής εις την χώραν. ε) Ο τέως βουλευτής Θεσσαλονίκης και δικηγόρος Τζερμιάς κατέθεσε ότι απρόσκλητοι μετέβησαν περί τους 15 πολιτευόμενοι εις το γραφείον του Πρωθυπουργού και συγχαρέντες αυτόν, εδήλωσαν ότι είνε πρόθυμοι να τον συνδράμουν εις το δυσχερές, αλλά πατριωτικώτατον έργον του…».
Για την συνάντηση των πολιτικών αρχηγών με τον Γ .Τσολάκογλου, νομίζω ότι πολύ ορθά συνοψίζει τη σημασία του συμβολισμού αυτής καθ’ αυτής της ενέργειας, έξω και πέρα από το τι ελέχθη στη συνάντηση αυτή, ο Χρήστος Χρηστίδης : «Το τι είπαν πηγαίνοντας [οι πολιτικοί στον Τσολάκογλου] δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει το ότι πήγαν. Αυτό ήταν λάθος βαρύτατο» (εις : Mark Mazower : Στην Ελλάδα του Χίτλερ, 2η έκδοση, εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 125). Θεωρώ πως η «δικαιολογία» της ομαδικής αφέλειας, πως κανείς τους δεν αντιλήφθηκε πως έπαιζαν το παιχνίδι του Γ. Τσολάκογλου που αναζητούσε ερείσματα νομιμοποίησης της Αρχής του, είναι δύσκολο να σταθεί. Αν όμως η δικαιολογία της «αφέλειας» δεν ισχύει, τότε τι μπορεί κάποιος να υποθέσει;
Όπως κι αν έχει το πράγμα, είναι πολύ συζητήσιμο αν η σιωπή τους είχε ουδέτερη επίδραση στο Λαό, ή αν δεν εθεωρείτο ως ένα μήνυμα αποδοχής της Κατοχής ως τετελεσμένου γεγονότος, μη αντιμετωπίσιμου, άρα, μια στάση εξαιρετικά θετική για την Κατοχική Δύναμη. Και ο Λογοθετόπουλος (Κ. Λογοθετόπουλου : Ιδού η Αλήθεια, Αθήναι, 1948) σημειώνει (σελ. 18) : «…Πολλοί των πολιτικών ανδρών της χώρας κληθέντες τότε διαδοχικώς εις το πολιτικόν γραφείον υπό του Πρωθυπουργού στρατηγού Τσολάκογλου, επεδοκίμασαν σχεδόν πάντες τον σχηματισμόν της Κυβερνήσεως, και σύνοψιν οιονεί της Κοινής γνώμης τότε αποτελεί η κάτωθι επιγραμματική έκφρασις ως προς την ωφελιμότητα της σχηματισθείσης τότε Κυβερνήσεως, διατυπωθείσα υπό του κ. Παπανδρέου προς τον στρατηγόν κ. Μουτούσην Υπουργόν τότε της συγκοινωνίας, κατά την πρώτην ευθύς μετά την ανάληψιν του Υπουργείου υπό τούτου, συνάντησίν των : «Είναι Θείον Δώρον δια τον Ελληνικόν Λαόν και μεγάλη συγκατάβασις του Κατακτητού το ότι εδέχθη να γίνη Ελληνική Κυβέρνησις»
Δεν γνωρίζω πόσα εξ όσων ισχυρίζονται οι Κατοχικοί «πρωθυπουργοί», κυρίως ο Τσολάκογλου, είναι αληθή (πλην βεβαίως εκείνων που αποδεικνύονται με έγγραφα ή με άλλες αξιόπιστες μαρτυρίες). Ασφαλώς όμως, είναι εξίσου αληθές, πως ο αστικός πολιτικός κόσμος που βρίσκονταν την περίοδο εκείνη στην Ελλάδα, είτε καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής είτε όχι, μάλλον, η παρακάτω διαπίστωση, δεν φαίνεται να αφίσταται της μάλλον γενικά παραδεδεγμένης άποψης, πως «…Ο αστικός πολιτικός κόσμος επέλεξε να μείνει αδρανής, αντιμετωπίζοντας την Αντίσταση ως ένα απλό επεισόδιο που θα έληγε με την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ένα μέρος του δεν δίστασε να συνεργαστεί με τις κυβερνήσεις «Κουίσλινγκ». Η αλήθεια, πάντως, επιβάλλει να ειπωθεί ότι ένα σημαντικό μέρος πολιτικών και στρατιωτικών στρατεύθηκαν στην υπόθεση της αντίστασης και της εθνικής απελευθέρωσης είτε στα πλαίσια αντιστασιακών ομάδων και οργανώσεων του εσωτερικού, είτε διαφεύγοντας στη Μέση Ανατολή, όπου επιχειρείτο παράλληλα η ανασυγκρότηση, στρατιωτική και πολιτική, του Έθνους» ( «ΕΛΛΑΣ», Εκδοτικός Οργανισμός ΠΑΠΥΡΟΣ, Τόμος Δεύτερος, Αθήνα 1998, σελ. 186).
Για τη στάση του πολιτικού κόσμου στη Κατοχή, στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της «Εκδοτικής Αθηνών» (εν προκειμένω επανέκδοση «Παραπολιτικά Εκδόσεις ΑΕ», Τόμος 36) αναφέρεται (σελ. 16) : «Η επίμονη άρνηση του αστικού πολιτικού κόσμου να συμμετάσχει σε αντιστασιακά σχήματα οφειλόταν εν μέρει στον φόβο ότι ο αντικατοχικός αγώνας θα διευκόλυνε την παλινόρθωση της προηγούμενης ανώμαλης κατάστασης. Πολλοί πολιτικοί, όχι μόνο του βενιζελογενούς φάσματος, δεν είχαν συγχωρήσει στον Γεώργιο την αυθαιρεσία της 4ης Αυγούστου. Πολλά ανώτερα στελέχη από τον χώρο του κατακερματισμένου Λαϊκού Κόμματος ήταν επιπλέον βεβαρημένα με μία κωνσταντινική -δηλαδή γερμανόφιλη με τα δεδομένα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου- παράδοση, κάτι που ενίοτε αποδείχθηκε ισχυρότερος παράγων απ’ ό,τι οι εκ του μακρόθεν εκκλήσεις που του αμφισβητούμενου μονάρχη για «συνέχιση του αγώνα». Την ίδια ημέρα που ο κατοχικός πρωθυπουργός Γ. Τσολάκογλου ανακήρυξε την αβασίλευτη «Ελληνική Πολιτεία», εκπρόσωποι και των δύο παρατάξεων αναγνώρισαν την κυβέρνησή του ως «κυβέρνηση εθνικής ανάγκης» («Ελεύθερον Βήμα», 8.5.1941). Ωστόσο μια μειοψηφία ήταν μόνο έτοιμη να προχωρήσει στα άκρα, κηρύσσοντας έκπτωτο τον Γεώργιο, όπως έκανε στις αρχές του 1942 ο συναρχηγός των Φιλελευθέρων, Στυλιανός Γονατάς…».
Και οι δυο παραπάνω απόψεις, μπορούν κατά την άποψή μου να συνοψίσουν την επιλογή της «αποχής» από την διακεκαυμένη ζώνη, έναντι της ενεργού και ουσιαστικής σύμπλευσης με τον Αγώνα του λαού για την Απελευθέρωση, ως εξής : μικροπολιτικοί και μικροκομματικοί προσωπικοί υπολογισμοί. Ακατανόητο; Ναι αν μιλάγαμε για πραγματικούς Ηγέτες. Σε κάθε άλλη περίπτωση, κατανοητό.

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ :
Θα παρακαλουσα υμας οσο και τους ειδικους λογοκριτες στο νυν κατεστημενο απο το δημιουργηθεν με κυβερνητικη εντολη και χρηματοδοτηση καρτελ στον Τυπο απορριφθηκε ως δηθεν “Μακρυ” που δεν ειναι ουτε το {2%} των σχετικων αρθρων υμων κ.λ.π. του το εν λογω ΚΑΡΤΕΛ, δημοσιευει. μηπως ειναι και αυτη μια μορφη “Δωσιλογισμου ;
Δυστυχως για την εντιμη δημοσιογραφια η οποια επιζει απο τις κρατικες παροχες για να τη λιβανιζουν, και οχι διοτι εχουν ενδιαφερον τα σεντονοειδη δημοσιευματα που σκοπιμως δημοσιευετε για να μην εχουν χωρο οι σχολιαστες των οποιων τα σχολια εξαφανιζουν τις μακροσκελεις και πιθανως ακριβοπληρωμενες δημοσιευσεις ακαταλαβιστικων αρθρων που ουδεις διαβαζει.
Δια ταυτα και επειδη απορριψατε ως δηθεν “Μακρυ το αδαμαντινο σχολιο μου με τιτλο : Η Συμβολη του Κληρου σον Μακεδονικο Αγωνα.¨ Το οποιον απορριφθηκε ως δηθεν “Μακρυ. ,το δικο μου αδαμαντινο Σχολιο – Αρθρο για να δημοσιευτει η σεντονιαδα υμων. Κι αυτο για να μην φανει η ασχετοσυνη και γημοσδιογραφικη γυμνια υμων. Ουτω για να αντιληγθητε την διαφορα τοσον εσεις οσο και η νυν διοικηση της ΟΛΥΜΠΙΑΣ΅, ποια ειναι δημοσιογραφικως η αξια των εν λογω ακαταλαβιστικων σεντονιαδων αρθρων υμων και του Καρτελ με το Καραμανλικο D.N.A. Δημοσιευσατε αν τολματε και το δικο μου γραπτο και ζητηστε απο τους αναγνωστες την προτιμηση τους, αντι να τους μπερδευετε με τις ακαταλαβιστηκες θεωριες υμων οτι αν καποιο αρθρο ειναι δυσανοητο εινα και ακριβες..
Επειδη αυτη ειναι η νυν τακτικη αντιμετωπιση της αληθειας των γραπτων μου απο το αναφερομενο ΚΛΑΜΠ που εξυμνει Εθνικους Μειοδοτες με D.N.A. “Καραμαννλικο αλλα και Παυλοπουλικο. των Εθνικων ευργετων δηθεν Εθναρχων και τεως Προεδρων της Ελληνικης Δημακρατισς που εξεχωρησαν ελληνικα εδαφη στην Τουρκια και στοτς Σκοπιανους { Κυπρος ,Ιμια , αλλαγη της ονομασιας του τεως Ελληνικου Αιγαιου Πελαγους σε “TURKA EGEON SEA κ.λ.π.
Ουτω σας γνωριζω οτι ολα τα σχολια μου που νυν εχετε απορριψει και που ειναι εθνικη ζημια , θα τα κοινοποιω και στις αρμοδιες αρχες του Ελληνικου κρατους .
Κι’ αυτο διοτι για οικονομικα και κομματικα κερδη στερειτε απο ρη νεολαια της Ελλαδος να μην διαβαζει τα εθνικα σχολια του Φ,Π, Και να διαβαζει τις δηθεν επιστημονοκες φλυαριες και ιδελογικες παρεκλισεις απο την Ελληνικη Ιστορια’
02 – 05 – 2026 Φ.Π. Ανδρεας Γουλας
Κοινοποιηση Ελληνικο ΥΠΕΞ κ.λ.π. αρμοδια υπουργεια.
ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΑΠΟ ΤΟΝ Φ.Π. :
Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΣΤΟΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ ΑΓΩΝΑ
{Απορριυθεν απο το Καραμαλικο – Συλλογικο D.N.A του εν λογω καρτελ
Το ιστόρημα αυτό έχει σαν σκοπό την ενημέρωση της ελληνικής, αλλά και της παγκόσμιας κοινής γνώμης σχετικώς με το επίκαιρο και σήμερα «Μακεδονικό Ζήτημα». Δυστυχώς για τις δίκαιες ελληνικές θέσεις , οι επί εξήντα και πλέον έτη μισθωτοί προπαγανδιστές της Σόφιας αρχικώς και των Σκοπίων κατόπιν, με την απεριόριστη και ύποπτη χρηματοδότηση , κατάφεραν να περάσουν τη γραμμή τους και να παρουσιάσουν κάποιες ανυπόστατες ιστορικές απόψεις τους, πλαστογραφώντας και σφετεριζόμενοι την ελληνική ιστορία. Δυστυχώς επίσης γιατί όλες οι ελληνικές μεταπολεμικές κυβερνήσεις , ανέχθησαν αυτή τη σε βάρος της Ελλάδας λασπολογία και της παράστασης ψευδών ιστορικών γεγονότων ως αληθών, με την απίθανη δικαιολογία ότι : «Aφού το δίκαιο είναι με το μέρος μας , αφήστε τους να λένε». Πόσοι όμως από αυτούς τους λαούς που θα κληθούν αύριο να ψηφίσουν στον Ο.Η.Ε. επ’ αυτού του ζητήματος , γνωρίζουν ελληνική ή βαλκανική ιστορία ώστε να μην παρασυρθούν από τους ειδικώς εκπαιδευμένους ακόμα και από τον ιδιο τον «Γκέμπελς», προπαγανδιστές της Σόφιας και των Σκοπίων που κατευθύνονται από τους εχθρούς της Ελλάδας ;
Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία μας , υπέρμαχος πάντοτε της πνευματικής και της εθνικής ελευθερίας αποτελούσε και αποτελεί τον πρωτοπόρον και λαμπρόν οδηγόν του γένους μας . Πρώτη η Εκκλησία στους αγώνες , πρώτη και στις θυσίες . Γι’ αυτό δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε τους εθνομάρτυρες ιεράρχες , τους πρεσβυτέρους και τους μοναχούς που έπεσαν μαχόμενοι υπέρ του Μακεδονικού Αγώνα : {Κορυτσάς Φώτιος , Γρεβενών Αιμιλιανός , Καστοριάς Γερμανός , {δολοφονήθηκε στην Ελευθερούπολη} Στρώμνιτσας Γρηγόριος {ετάφη ζων αργότερα ως “Κυδωνιών”, κατά την εκκένωση της Μικράς Ασίας} . Επίσης η πραγματική ονομασία της Στρώμνιτσας είναι «Τιβεριούπολις» . Οσο για τους ιερείς και τους μοναχούς είναι πολύ μεγάλος ο κατάλογος για να αναφερθούν ονομαστικώς στο περιληπτικό αυτό ιστόρημα .
Ολοι αυτοί εξοντώθησαν από τους πράκτορες του «Πανσλαβισμού» , γιατί ήσαν εμπόδιο στα ύπουλα και ολέθρια για τον Ελληνισμό σχέδιά τους . Ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν μακροχρόνιος και σκληρός για τους Ελληνες Μακεδόνες . Είχαν δε ως αντιπάλους τους Τούρκους , τους Βουλγάρους και σχεδόν όλους τους Σλάβους . Κέντρα όλων των επαναστατικών ενεργειών ήσαν οι Μητροπόλεις και τα Προξενεία της Ελλάδας που υπήρχαν στις μακεδονικές πόλεις . Επίσης το Αγιον Ορος , το οποίον αποτελεί την Ακρόπολη της Μακεδονίας έπαιξε σημαίνοντα και ηγετικό ρόλο στον Μακεδονικό Αγώνα .
Μία από τις επιδιώξεις της Ρωσικής Διπλωματίας , ήταν και ο περιορισμός της δικαιοδοσίας και της ακτινοβολίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου της «Κωνσταντινούπολης» , καθώς και των τριών Ορθοδόξων Πατριαρχείων της Ανατολής . {Ιεροσολύμων , Αντιοχείας , και Αλεξανδρείας}. Από το έτος 1655 , ο Ρώσος Πατριάρχης «Νίκων», υπεστήριζε τα κατωτέρω : «Γιατί να δεχθούμε να επικρατήσουν στη Ρωσική Εκκλησία οι διατυπώσεις και οι μέθοδοι της Ελληνικής Εκκλησίας ; Αφού η Μόσχα διεδέχθη την Κωνσταντινούπολη ως η «Τρίτη Ρώμη» και η Ρωσική Ορθοδοξία έχει γίνει η αληθινή πίστη, γιατί να υποτασσόμεθα στους Ελληνες σε θέματα τελετουργίας , δόγματος , ή σε οτιδήποτε άλλο ;». Διευκρινίζω ότι ο πλήρης τίτλος του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχη είναι ο εξής : «Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης ,{Κωνσταντινούπολης} και Οικουμενικός Πατριάρχης».
Με αυτό το πνεύμα και γι’ αυτό το σκοπό , οι Ρώσοι υπεδαύλισαν την κατά των Ελλήνων και κατά των Χριστιανών γενικώς εξέγερση των Αράβων. Επ’ αυτού υπάρχει η ομολογία του Ρώσου κληρικού «Ουσπένσκι». Κινήθησαν επίσης μέσω του διπλωματικού τους αντιπροσώπου στην «Υψηλή Πύλη»{ΥΠΕΞ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας} , Κκόμη Ιγνάτιεφ», για την αναγνώριση από τον «Σουλτάνο» , της Βουλγαρικής Εξαρχίας . Αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία για το ρωσικό σχέδιο της συγκέντρωσης των Βουλγάρων γύρω από ένα αυτοκέφαλο θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο, ώστε να ενισχυθεί περισσότερο η εθνική τους υπόσταση . Πράγματι κάτω από την παλλαπλή πίεση και επιρροή του Ρώσου Πρέσβη Ιγνάτιεφ , μία τουρκική επιτροπή επεξεργάσθη το έτος 1870, Σουλτανικό Φιρμάνι , με το οποίον ικανοποιείτο το ρωσοβουλγαρικό αίτημα περί αναγνώρισης της «Βουλγαρικής Εξαρχίας» .
Ετσι κατεφέρθη δεινό πλήγμα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου , γιατί η Υψηλή Πύλη» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανεγνώρισε τη Βουλγαρική Εκκλησία ως ανεξάρτητη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αρχισε τότε μιά μεγάλη προσπάθεια από τους Βουλγάρους για την προσέλκυση των κατοίκων της Μακεδονίας στην Εξαρχία , που απέβλεπε στον εκβουλγαρισμό τους , ή και στην αφύπνιση τυχούσας βουλγαρικής εθνικής συνείδησης σ’ αυτούς , με αποτέλεσμα να ξεκινήσει η σύγκρουση . Πράκτορες της Σόφιας μεταμφιεσμένοι σε δασκάλους και Ιερείς , περιεφέροντο στα ελληνικά χωριά και προπαγάνδιζαν υπέρ της Εξαρχίας , η υπαγωγή στην οποίαν αποτελούσε την ένδειξη ύπαρξης βουλγαρικής εθνικής συνείδησης . Η Εξαρχία σύντομα μεταβλήθηκε σε κέντρο εθνικής βουλγαρικής προπαγάνδας, διενεργώντας δολοφονίες και άλλες ακρότητες , κυρίως εναντίων των ιερέων, των δασκάλων και των προκρίτων των ελληνικών χωριών.
Η αντίδραση των Ελλήνων ήταν φυσικό επακόλουθο αυτής της κατάστασης , δεδομένου ότι εκτός των προαναφερομένων, οι Βούλγαροι έδιωξαν τους Ελληνες ιερείς από τα μεικτά διαμερίσματα {Μακεδονίας – Θράκης } , κατέλαβαν τις εκκλησίες και τα σχολεία και έτσι οι Ελληνες βρέθησαν προ του διλήμματος ν’ αφήσουν τα τέκνα τους αμόρφωτα , ή να τα παραδώσουν ως βορά στον πανσλαβισμό .
Επίσης με διαταγή του Τσάρου της Ρωσίας , δημεύθησαν τα πλούσια κτήματα της Ελληνικής Εκκλησίας στη Βεσσαραβία και δόθηκε κατεύθυνση από τη Ρωσία στους Βουλγάρους δασκάλους -πράκτορες των Ρώσων- να κηρύξουν εξοντωτική εκστρατεία κατά των Ελλήνων ιερέων και δασκάλων και κατά του Ελληνισμού γενικώς . Οπως ήταν λοιπόν επόμενο σημειώθησαν αιματηρές συγκρούσεις τέτοιας σφοδρότητας , οι οποίες για την καταστολή τους προεκάλεσαν την επέμβαση του τουρκικού στρατού. Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα , ο Κλήρος αγωνίσθηκε με αδάμαστο πνεύμα και καθαγίασε των αγώνα με το αίμα ιεραρχών, ιερέων και μοναχών. Από αυτούς εκδηλώθηκε το έτος 1870 η αντίδραση των Ελλήνων , η οποία στη συνέχεια έλαβε νέα μορφή και οργανωτική δομή , απαραίτητη για την επιτυχή έκβαση του ερχόμενου πλέον ένοπλου αγώνα . Αυτό πραγματοποιήθηκε με την εύστοχη τοποθέτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο , νέων προικισμένων και φωτισμένων Ιεραρχών στη Μακεδονία . Οι Ιεράρχες αυτοί ενθρονίσθησαν το έτος 1900 και είναι οι κατωτέρω αναφερόμενοι Μητροπολίτες : {Καστοριάς Γερμανός , Μοναστηρίου Ιωακείμ , Δράμας Χρυσόστομος , Κορυτσάς Φώτιος , Γρεβενών Αιμιλιανός , Νευροκοπίου Θεοδώρητος , Χαλκιδικής Ειρηναίος και Σερρών Κωνσταντίνος} .
Οι ιεράρχες αυτοί απεδείχθησαν έξοχοι οργανωτές και αλύγιστοι Μακεδονομάχοι , όπως ο Γερμανός , ο Αιμιλιανός , ο Φώτιος και γενικώς όλοι οι ιεράρχες . Σ’ αυτούς οφείλεται και η επάνοδος στους κόλπους του Γένους και αρκετών σλαβοφώνων Ελλήνων με ακραιφνή όμως ελληνική συνείδηση, οπως π.χ. ο καπετάν «Κώττας» , οι οποίοι μαζί και με τους άλλους Μακεδονομάχους κράτησαν τον αγώνα στο ύψος που έπρεπε, παρά το γεγονός ότι το τότε ελληνικό κράτος της «Μελούνας» δεν τους βοήθησε όσο θα έπρεπε τηρώντας με αυστηρότητα την πολιτική της : «Αψόγου Στάσεως».
Και δεν τους βοήθησε γιατί η ανύπαρκτη Εξωτερική του πολιτική το εμπόδισε να αντιληφθεί το μέγεθος των δυνατοτήτων του Ελληνισμού και ούτε καν τους βοήθησε να συντηρήσουν όσα κατόρθωσαν από μόνοι τους οι Ελληνες της Μακεδονίας . Ο ισχυρισμός ότι δεν τους βοήθησε γιατί κατά την περίοδο αυτή η Ελλάδα ήταν μπλεγμένη με το οξύτατο πράγματι «Κρητικό Ζήτημα», είναι συζητήσιμη . Κι’ αυτό γιατί τελικώς η Κρήτη ελευθερώθηκε από μόνη της !…
Η «άψογος στάσις» , δεν ήταν τυχαίο γεγονός , αλλά αποτέλεσμα της διπλωματικής ανυπαρξίας που υπήρχε , από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους με τη «Βαβαρική Καμαρίλα» του «Οθωνα», του «Αρμασμπεργκ κ.λ.π. Οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου {1900 – 1908} αποκαλούσαν στα διπλωματικά τους έγγραφα σαν Μακεδονία , μόνο τα βιλαέτια Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου. Το βιλαέτι Σκοπίων – Κοσσυφοπεδίου, το θεωρούσαν ξένο και άσχετο από τη Μακεδονία . Μεγάλο επίσης διπλωματικό λάθος ήταν και η στάση της Ελλάδας κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο, με ολέθριες γι’ αυτήν συνέπειες στις μετέπειτα εξελίξεις . Η αιτία αυτού του πολέμου ήταν θρησκευτική, με αφορμή το ζήτημα που ανέκυψε μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, σχετικώς με το καθεστώς των Αγίων Τόπων, γιατί οι Σουλτάνοι που ακολουθούσαν φιλογαλλική πολιτική παρεχώρησαν πολλά προνόμια στην Καθολική Εκκλησία , την οποίαν εκπροσωπούσεν η Γαλλία, ενώ τους Ορθοδόξους εκπροσωπούσεν η Ρωσία . Οι Γάλλοι ισχυρίσθησαν ότι οι Ορθόδοξοι παρεβίαζαν αυτά τα προνόμια και έπεισαν την Υψηλή Πύλη , να τα ανανεώσει υπέρ των Καθολικών και σε βάρος των Ορθοδόξων. Κατόπιν αυτού ο εκπρόσωπος των Ορθοδόξων «Τσάρος της Ρωσίας» απαίτησε από τον Σουλτάνο τα εξής :
α} Να αναγνωρισθεί ως προστάτης της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των ορθοδόξων πληθυσμών.
β] Να αναγνωρίσει η Υψηλή Πύλη την ανεξαρτησία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στους Αγίους Τόπους .
γ} Να δοθούν τα Ιερά Προσκυνήματα στην Ορθόδοξη Εκκλησία .
Ο Σουλτάνος αρνήθηκε να ικανοποιήσει τα αιτήματα του Τσάρου, με αποτέλεσμα στις {4 Οκτωβρίου του έτους 1853}, να ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας , την οποίαν υπεστήριζαν η Αγγλία και η Γαλλία, οι οποίες έλαβαν το μέρος των Οθωμανών, διότι στην περίπτωση ήττας τους {που ήταν σίγουρη} οι Ρώσοι θα πραγματοποιούσαν κάθοδο στο Αιγαίο , γεγονός , που αντιμετώπιζαν με δέος οι Αγγλογάλλοι.
Στην Ελλάδα ο πόλεμος αυτός αφύπνισε στους Ελληνες το όραμα της «Μεγάλης Ιδέας» και διάφορα εκστρατευτικά σώματα άρχισαν να προετοιμάζονται για δράση εναντίον των Οθωμανών. Οι Αγγλογάλλοι όμως κατόπιν επιμόνων διπλωματικών πιέσεων, καθώς και με την κατάληψη του Πειραιά από αγγλογαλλικά στρατεύματα , πειθανάγκασαν την Ελλάδα να ταχθεί στο αντιρωσικό στρατόπεδο. Κατόπιν τούτου η ρωσική διπλωματία στράφηκε φανερά εναντίον της Ελλάδας , την οποίαν έβλεπε σαν εχθρό και σαν εμπόδιο, αλλά και στο στρατόπεδο των εθρών της που προσπαθούσαν να καταλύσουν τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Οταν δε ο πρόξενος της Ελλάδας στο Μοναστήρι , ζητούσε ενίσχυση για τη σύσταση μυστικών εταιριών στο εσωτερικό της Μακεδονίας , καθώς επίσης και τις προς τούτο εκκλήσεις του Μητροπολίτη «Ιωακείμ» , το ελληνικό κράτος αδιαφόρησεν.
Αυτό όμως που αρνήθηκε να πράξει το επίσημο ελληνικό κράτος , το ανέλαβε από μόνος του ο αείμνηστος Μητροπολίτης Καστοριάς «Γερμανός» {Καραβαγγέλης} , ο οποίος είχεν αντιληφθεί ότι η πολεμική αναμέτρηση ήταν πλέον γεγονός , αν η Ελλάδα επιθυμούσε να παραμείνει η Μακεδονία Ελληνική !… Μεγάλες επίσης υπηρεσίες πρόσφερε στην πρώτη φάση του Μακεδονικού αγώνα , ο «Επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος» {Λούσης}. Στις 20 Φεβρουαρίου του έτους 1878 κήρυξε την επανάσταση στην Επισκοπή του και εξέδωσε την υπ. αριθ. Πρωτοκόλλου {7} στις {4 Μαρτίου 1878} , προκήρυξη της προσωρινής κυβέρνησης της Μακεδονίας . Η προκήρυξη αυτή συνετάχθη στην Ιερή Μονή «Πέτρας Ολύμπου» , όπου ευλογήθηκε επίσης και το Λάβαρο της Επανάστασης . Εδώ θα σταματήσουμε και θα αναπολήσουμε τα εξής :
«Χαρά που τόχουν τα βουνά , τα κάστρα περηφάνεια . / Να βλέπουν Διάκους με σπαθιά , Παπάδες με ντουφέκια ./ Να βλέπουν και τον Γερμανό της Πάτρας το Δεσπότη ,/Πως ευλογάει τ’ άρματα κι’ εύχεται στους Λεβέντες» .
Το δεύτερο στοιχείο που βοήθησε τον αγώνα ήταν η Παιδεία , γιατί συντήρησε το φρόνημα και την ελληνική συνείδηση , ακόμα και στους ξενόφωνους Ελληνες με την ακραιφνή όμως ελληνική εθνική συνείδηση . Χαρακτηριστικό επ ΄ αυτού είναι το υπόμνημα που έστειλαν οι κάτοικοι του Μοναστηρίου στη γαλλική κυβέρνηση το έτος {1903} , το οποίον αναφέρει τα εξής :
«Λαλούμεν ελληνιστί , βλαχιστί , βουλγαριστί , αλβανιστί , ουδέν ήτον εσμέν, άπαντες Ελληνες και ουδενί επιτρέπομεν να αμφισβητή προς ημάς τούτον».
Η εκπαιδευτική οργάνωση στη Μακεδονία ήταν υποδειγματική. Στο Μοναστήρι υπήρχαν {393} ελληνικά σχολεία με {28.147} μαθητές. Ηταν πράγματι εντυπωσιακό ότι στη Μακεδονία λειτουργούσαν {1.040} ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα με {1.700} δασκάλους και {68.000} μαθητές . Υπήρχαν επίσης {176} φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι , αδελφότητες και κοινωφελή ιδρύματα . Κατά το διάστημα δε της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα , τα εκπαιδευτικά ιδρύματα τριπλασιάσθησαν.
Το Μοναστήρι ήταν η πρωτεύουσα του ομώνυμου βιλαετίου και βρίσκεται στην αρχαία Ηράκλεια της Λυγκιστίδας . Στο Μοναστήρι ήταν η έδρα της Μητρόπολης Πελαγονίας , ή οποία ήταν από τις πιό επιφανείς Μητροπόλεις του Οικουμενικού θρόνου, γιατί ο Μητροπολίτης της Πελαγονίας, αντικαθιστούσε και τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Σ’ αυτή τη Μητρόπολη υπηρέτησεν ως βοηθός Επίσκοπος και με τον τίτλο Επίσκοπος «Πέτρας», ο κατόπιν εθνομάρτυρας Μητροπολίτης Γρεβενών «Αιμιλιανός» , καθώς δε και ο επί των ημερών μας τελευτήσας , Οικουμενικός Πατριάρχης «Αθηναγόρας», ως Αρχιδιάκονος .
Παράλληλα με τη Μητρόπολη αυτή λειτουργούσαν άλλες τρείς Μητροπόλεις :
α} Η Μητρόπολη Πρεσπών και Αχριδών είχε σαν έδρα το Κρούσοβο : Η Μητρόπολη αυτή σαν «Αρχιεπισκοπή Αχρίδας» , είχε έδρα την Αχρίδα και ιδρύθη από τον «Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο», μετά την από αυτόν κατάλυση του εφήμερου βουλγαρικού κράτους του «Σαμουήλ», και του βουλγαρικού Πατριαρχείου το οποίον ο Σαμουήλ είχεν ιδρύσει στην Αχρίδα..
Το έτος {971} ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας «Ιωάννης Τσιμισκής», είχε καταλύσει το πρώτο βουλγαρικό κράτος και είχεν αποκαταστήσει τη βυζαντινή κυριαρχία σ’ αυτή την περιοχή. Μετά από πέντε όμως χρόνια, τέσσερα αδέλφια, τέκνα Βούλγαρου αξιωματούχου αρμενικής καταγωγής , με αρχηγό τον μεγαλύτερο αδελφό τους «Σαμουήλ» , επαναστατούν και ιδρύουν ένα δικό τους κράτος , που είχε σαν κέντρο τη μακεδονική πόλη «Αχρίδα» , που ήταν η αρχαία ελληνική πόλη «Λυχνιδός». Αυτό το κράτος προσπάθησε να νομιμοποιήσει στις διακρατικές του σχέσεις σαν ένα αναγεννημένο βουλγαρικό κράτος ο Σαμουήλ . Στην πραγματικότητα όμως ως προς τη σύσταση του πληθυσμού του ήταν πολυεθνικό και με διαρκώς μεταβαλόμενα όρια . Το εφήμερο αυτό κράτος είχε διάρκεια ζωής μόνο σαράντα δύο έτη . Αυτό παρουσίασαν στη συνέχεια οι ιστορικοί των Σκοπίων σαν το πρώτο «Μακεδονικό Κράτος» !….
β} Η Μητρόπολη Στρώμνιτσας : Η Στρώμνιτσα { Τιβεριούπολη} καθώς η Γευγελή και η Δοϊράνη , ήσαν πόλεις ελληνόφωνες . Στη Μητρόπολη της Στρώμνιτσας υπηρέτησεν ο εθνομάρτυρας Μητροπολίτης «Γρηγόριος», που αργότερα ως Μητροπολίτης «Κυδωνιών», ετάφη ζων από τους Τούρκους . Η Στρώμνιτσα ήταν επίσης πασίγνωστη για το υψηλό ελληνικό φρόνημα των κατοίκων της , τις εθνικές της οργανώσεις καθώς και για τον αγώνα τους , για την ένωση με τη μητέρα Ελλάδα. Οταν δε η πόλη αυτή με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το {1913} επιδικάσθηκε στη Βουλγαρία , οι κάτοικοί της πυρπόλησαν τα σπίτια τους και κατέφυγαν στην Ελλάδα .
γ} Μητρόπολη Διβρών και Βελεσσών : Στα Βελεσσά υπήρχε λαμπρή ελληνική κοινότητα. Ο μακεδονικός πολιτισμός τους ήταν πολύγλωσσος. {Ελληνόφωνοι , Βλαχόφωνοι , Βουλγαρόφωνοι , Αλβανόφωνοι}. Περί των Ελληνοφώνων δεν γεννάται θέμα . Περί των Βλαχοφώνων θα αφήσουμε την περιγραφή στον σύγχρονο Σκοπιανό ιστορικό , «Κrste Bitoski». Στο βιβλίο του με τον τίτλο : «DEJNOSTAN APELAGONISUTA MITROPOLIJA» {H δράση της Μητρόπολης Πελαγονίας 1878-1912} αναφέρει και τα εξής :
«Κατά τους Εκκλησιαστικούς αγώνες του το Μακεδονικό Εθνος δεν θα έρθει αντιμέτωπο με Ελληνες τινές , αλλά κυρίως με τους «Βλαχογραικομάνους» κατευθυνόμενους από την Ελληνική Εκκλησία . Οι Βλάχοι αυτοί , κατά πλειοψηφία φανατικοί Γραικομάνοι , βαθμιαίως καθίστανται η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητρόπολης Πελαγονίας , για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας . Οι Εκκλησίες και τα Σχολεία της πόλης του Μοναστηρίου κατά τα μέσα του 19ου αιώνα ήσαν σε ελληνικά χέρια». Στα Σκόπια Αρχιερατικός Επίτροπος στην εκκλησία του Αγίου Μηνά, ήταν ο εκ Κρουσόβου Αρχιμανδρίτης «Γερμανός» {Κωνσταντινίδης }, με πλούσια εθνική δράση για την οποίαν κατεδικάσθη σε θάνατο από τους Τούρκους , τον οποίον τελικώς διέφυγεν. Ετσι με το φρόνημα ανεβασμένο και προετοιμασμένο επί τριάντα έτη , ο Μακεδονικός Αγώνας δικαιώθη κατά το μεγαλύτερο μέρος του . Προφητικά δε ήσαν τα λόγια του αδικοχαμένου , «Ιωνα Δραγούμη» : {Ελληνες , αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία , η Μακεδονία θα μας σώσει} .
Ο ιστορικός επίσης Πολύβιος αναφέρει για τη θέση της Μακεδονίας και για την προσφορά της στην άμυνα της Ελλάδας τα εξής : «Η Μακεδονία είναι το πρόφραγμα των Ελλήνων εις τας επιδρομάς των Βαρβάρων». Είναι επίσης η πλέον στρατηγική {από στρατηγικής και πολιτικής άποψης} περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου !… Για να έχουμε όμως πλήρη εικόνα του Μακεδονικού Ζητήματος , πρέπει να γυρίσουμε λίγο πίσω . Το έτος 1878, κατόπιν της ήττας των Οθωμανών από τους Ρώσους , υπεγράφη η Συνθήκη του «Αγίου Στεφάνου» που έθεσε τέρμα στον πόλεμο. Με απαίτηση της νικήτριας Ρωσίας ιδρύθηκε η Μεγάλη Βουλγαρία , η οποία περιελάμβανε εκτός του κυρίως βουλγαρικού κράτους και τις εξής περιφέρειες της Μακεδονίας και της Θράκης : {Καστοριάς , Φλώρινας , Εδεσσας , Κιλκίς , Σερρών, Καβάλας , Αλεξανδρούπολης }.
Αξιο προσοχής είναι το γεγονός ότι κατά τη γενόμενη συζήτηση, οι αντιπρόσωποι του Σουλτάνου, ηρνήθησαν τον γεωγραφικό όρο «Βουλγαρία» ως ανύπαρκτο ! Τελικά όμως οι νικητές επιβάλουν τους όρους . Ετσι οι Ρώσοι παρεχώρησαν όλη τη Μακεδονία εκτός της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής , καθώς και τμήμα της Θράκης στους Βουλγάρους . Η άδικη για την Ελλάδα αυτή συνθήκη , είχε διάρκεια μόνο τρείς μήνες γιατί κατόπιν των ελληνικών διαμαρτυριών, αντέδρασαν οι άλλες μεγάλες δυνάμεις της τότε εποχής , και με την πίεσή τους ακυρώθηκε αυτή η Συνθήκη και με τη νέα Συνθήκη το ίδιο έτος στο Βερολίνο, η Βουλγαρία περιωρίστηκε στις φυσιολογικές της διαστάσεις , μεταξύ Δούναβη και Αίμου , με έκταση {64.390} τ.χ. και με πληθυσμό {1.850.000} περίπου κατοίκους . Παρά δε τις προσπάθειες της ρωσικής αντιπροσωπείας για να εκχωρηθούν στη Βουλγαρία και τα μεταξύ Αίμου και Ροδόπης τμήματα της Βόρειας Θράκης , δεν επιτεύχθηκε αυτό, γιατί ο Αγγλος αντιπρόσωπος στη διάσκεψη «Λόρδος Σώλσμπερι» , διεφώνησε τονίζοντας τα εξής : «Η Μακεδονία και η Θράκη είναι τόσον Ελληνικές όσον είναι και η νήσος Κρήτη».
Δυστυχώς όμως όλα τα ελληνικώτατα αυτά εδάφη της Βόρειας Θράκης , με ελληνικό πληθυσμό {750.000} κατοίκων αποφασίσθηκε να αποτελέσουν αυτόνομη Επαρχία με την επωνυμία «Ανατολική Ρωμυλία». Οι Ρώσοι πρότειναν να ονομασθεί «Νότια Βουλγαρία». Ο αυτόνομος βίος της Ανατολικής Ρωμυλίας άρχισε στις {15 Mαρτίου 1879} μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων κατοχής και με τον διορισμό από τον Σουλτάνο Γενικού Διοικητή. Κατά τη διάρκεια όμως της ρωσικής κατοχής προετοιμάσθησαν όλες οι διαδικασίες προκειμένου να παραχωρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο στους Βουλγάρους και να καταλυθεί η αυτονομία της. Στην έκθεση του Αγγλου συνταγματάρχη «Ουίλσον» σχετικώς με την επαρχία της «Αγχιάλου» επί παραδείγματι της οποίας ο πληθυσμός αποτελούνταν από {7.426} Ελληνες , {5.292} Τούρκους και {3.321} Βουλγάρους , η χωροφυλακή απετελέσθη από {5} Ελληνες , {7} Τούρκους και {47} Βουλγάρους !… Κατόπιν όλων αυτών και με την ενθάρρυνση και τη συμπαράσταση της Ρωσίας στις {27 Απριλίου 1885} οι Βούλγαροι προσάρτησαν πραξικοπηματικώς την Ανατολική Ρωμυλία στο νεοπαγές βουλγαρικό κράτος , παραβιάζοντας απροκάλυπτα τη σχετική Συνθήκη.
Μιά ολόκληρη περιοχή με ακμάζοντα Ελληνισμό όπου από αιώνες οι κάτοικοί της μιλούσαν ελληνικά , παραδόθηκε από τη Ρωσία στον ανελέητο βουλγαρικό σωβινισμό. Αμέσως μετά την προσάρτηση η βουλγαρική κυβέρνηση επίσημα και {με νόμο} απαγόρευσε τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και άρχισε απηνή διωγμό κατά των Ελλήνων ιερέων και δασκάλων, για να τους αναγκάσει να προσχωρήσουν στη Βουλγαρική Εξαρχία . Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν την αντίδρασχη των μεγάλων δυνάμεων {πλην της Ρωσίας} , για την επιβολή ενός νόμου το έτος
1891 , με τον οποίον απαγορεύθηκε η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας , ακόμα και στα ελληνικά σχολεία !… Επίσης το έτος {1906} ξέσπασαν νέες ανθελληνικές ταραχές και εκδηλώσεις , κατευθυνόμενες από τη βουλγαρική κυβέρνηση , με πρωτοφανή βαρβαρότητα . Τελικώς με την επιτυχή έκβαση των Βαλκανικών πολέμων για την Ελλάδα , {1912 – 1913} έγινε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου το έτος 1913 και το Μακεδονικό Ζήτημα διαρρυθμίσθηκε ως εξής :
Επί της συνολικής έκτασης {67.135,7} τ.χ. , της οριζομένης ως Μακεδονίας γεωγραφικής περιοχής των Βαλκανίων, ανεγνωρίσθησαν : {34.602,2} τ.χ. ήτοι 51,5%} στην Ελλάδα. {25.744,4} τ.χ. ήτοι 38,4%} στη Σερβία. {6.789,1} τ.χ. ήτοι 10,1%} στη Βουλγαρία . Ακολούθως με τη συνθήκη του Νεϊγύ το έτος {1919}, διεκανονίσθη και η εθελουσία μετανάστευση των εις Ελλάδα και Βουλγαρίαν αντιστοίχων μειονοτήτων , και το θέμα έκλεισεν εκεί τότε . Και θα παρέμενεν έτσι αν δεν μεσολαβούσεν ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος , ο οποίος έφερε τους Βουλγάρους ελέω Χίτλερ , σαν κατακτητές της ελληνικής Μακεδονίας και Θράκης , αφού η Βουλγαρία ήταν σύμμαχος της ναζιστικής Γερμανίας του «Αδόλφου Χίτλερ» . Κατά το διάστημα της βουλγαρικής κατοχής εφηρμόσθησαν απάνθρωπα μέσα αφελληνισμού της Μακεδονίας και της Θράκης και εφονεύθησαν πολλές χιλιάδες Ελληνες Μακεδόνες και Θρακιώτες , από τα κατοχικά βουλγαρικά στρατεύματα.
Μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα και επειδή η Βουλγαρία είχε γίνει διαβλητή λόγω της συμμαχίας της με τη ναζιστική Γερμανία, η κομμουνιστική πλέον Ρωσία , πιστή στην πολιτική των Τσάρων για την κάθοδό της στο Αιγαίο , έδωσε τη σκυτάλη στον στρατάρχη «Τίτο» {Γιόζιπ Μπρόζ} της Γιουγκοσλαβίας . Για την πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου ο Τίτο δημιούργησε τη «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» με πρωτεύουσα τα Σκόπια , η οποία μαζί και με τις άλλες πέντε ομόσπονδες Λαϊκές Δημοκρατίες {Σερβία , Μαυροβούνιο , Σλοβενία, Κροατία , και Βοσνία – Ερζεγοβίνη } δημιούργησαν το ομοσπονδιακό μκράτος της Γιουγκοσλαβίας τη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας . Αυτο δημιουργήθηκε σε βάρος του εδάφους της Σερβίας , δεδομένου ότι το νοτιώτερο τμήμα της Σερβίας από την περιοχή του «Κουμανόβου» μέχρι τα «ελληνικά σύνορα» , αποσπάσθηκε από τη Σερβία , η οποία το είχεν απελευθερώσει μόνη της από τους Οθωμανούς Τούρκους . Επίσης ο Κροάτης Τίτο, αποδυνάμωσε περισσότερο τη Σερβία , με τη δημιουργία στο έδαφός της και δύο αυτόνομων περιοχών, του «Κοσσυφοπεδίου» και της «Βοϊβονδίνας» . Δημιούργησε δε και … ειδική μακεδονική γλώσσα , καθώς και θρησκεία , θέλοντας να περάσει το μήνυμα ότι , η … Δημοκρατία της Μακεδονίας , αυτή είναι η Μακεδονία . Ενα ξεχωριστό έθνος με δική του Γλώσσα , Εκκλησία και πολιτισμό. Τι θέλουν λοιπόν οι παρείσακτοι στον χώρο αυτό ; Ομως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική , όπως θα διαπισττώσουμε πιό κάτω και θα αποδείξουμε ότι το κατασκεύασμα του Τίτο είναι ένα δήθεν κράτος , με δήθεν δική του γλώσσα και δήθεν δική του θρησκεία !…
Στις 28 Μαΐου 1958, ο στρατάρχης Τίτο εδεξιώθη στο Προεδρικό Μέγαρο την Ιεραρχία της Σερβικής Εκκλησίας . Στην αντιφώνησή του προς τον Πατριάρχη των Σέρβων «Βικέντιο», του τόνησεν επί λέξει τα εξής : «Επιθυμώ να λύσετε το πρόβλημα της Μακεδονικής Εκκλησίας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όπως αρμόζει στα συμφέροντα της χώρας μας . Να είσθε δε βέβαιος ότι θα έχετε αμέριστη την υποστήριξή μου». {Εφημερίδα «Πολίτικα» 29 Μαΐου 1958}.
Η τοπική κυβέρνηση των Σκοπίων , το αποκαλούμενο τότε «Εκτελεστικό Συμβούλιο της Μακεδονίας» υπό τον «Λαζάρ Κολισέφσκι», αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας αυτό το έργο. Η Σερβική όμως Ιεραρχία του Μαΐου 1958 , παρά την προσωπική παρέμβαση του στρατάρχη Τίτο, αρνήθηκε την παραχώρηση αυτοκεφάλου στην Εκκλησία των Σκοπίων γιατί ήταν αντικανονική. Ο Πατριάρχης Βικέντιος λίγες ημέρες μετά από την άρνησή του, πεθαίνει κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες στις αρχές Ιουνίου του 1958 . Η ίδια πίεση συνεχίσθηκε αλλά και η ίδια άρνηση επαναλαμβάνεται τα επόμενα χρόνια . Ομως η βούληση κάποιου κυβερνώντος αθεϊστικού κόμματος , ή και του πανίσχυρου τότε « Τίτο» , δεν μπορεί να υπερισχύσει της Πανορθόδοξης Κανονικής Αρχής και διαδικασίας , για την εκχώρηση αυτοκεφάλου σε κάποια τοπική Εκκλησία .
Τελικώς στις «17 Ιουλίου 1967», συνήλθε κάποια «κληρικολαϊκή» συνέλευση των Σκοπίων στη Βυζαντινή πόλη Αχρίδα , την έδρα της κατά το παρελθόν λαμπρής Αρχιεπισκοπής Αχρίδας , η οποία πυρπολήθηκε το έτος 1878 από τους κομιτατζήδες , και από μόνη της η σκοπιανική αυτή
συνέλευση , παρεχώρησεστη δἠθεν «Μακεδονική Εκκλησία» , δηλαδή στον εαυτό της , το«Αυτοκέφαλο» !…Η αντίδραση του Σερβικού Πατριαρχείου σ’ αυτή την αντικανονική ενέργεια υπήρξεν άμεση . Η Σύνοδος της Ιεραρχίας σε έκτακτη συνεδρίαση στις 14 – 15 Σεπτεμβρίου 1967, απεφάσισεν τα εξής : «Η Μακεδονική Εκκλησία των Σκοπίων με τις αντικανονικές της ενέργειες , απεκόπη από μόνη της από τη σύνολη Ορθόδοξη Εκκλησία και κατέστη Σχισματική Θρησκευτική Οργάνωση».
Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία , ενώ διακόπτει κάθε επαφή και επικοινωνία με την Ιεραρχία και τον Κλήρο της σχισματικής αυτής οργάνωσης στα Σκόπια, θα συνεχίσει την επικοινωνία της με τον Ορθόδοξο Λαό της «Νότιας Γιουγκοσλαβίας» για την εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών του. Η θέση αυτή έγινε δεκτή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης , καθώς και από τις άλλες επί μέρους Ορθόδοξες Εκκλησίες .
Ιδιαιτέρως οξεία ήταν η αντίδραση της Εκκλησίας της Ελλάδας , γιατί αντικανονικώς επεχειρήθηκε πλαστογράφηση του Εκκλησιαστικού Χάρτη της Μακεδονίας , που θα πραγματοποιούσε ζημία στην Ελληνορθόδοξη πίστη , αλλά και βλάβη εθνική και πνευματική στο ποίμνιό της στη Βόρεια Ελλάδα . Η Γιουγκοσλαβία παλαιότερα και τα Σκόπια εν συνεχεία , χρησιμοποιούν το πολιτικό αυτό κατασκεύασμα για την προβολή των θέσεων των Σκοπίων, σχετικώς με το Μακεδονικό Ζήτημα στο εξωτερικό, κυρίως στην Αμερική , τον Καναδά και την Αυστραλία . Στην Ευρώπη άμεσος στόχος είναι το Βατικανό, από το οποίο προσδοκούν αναγνώριση μέσω ενδεχομένως μιάς νέας μορφής Ουνίας . Με λίγα λόγια δηλαδή : «Η Εκκλησία των Σκοπίων είναι σχισματική και το αυτοκέφαλο που ισχυρίζεται ότι έχει , είναι πλαστό».
Επειδή όμως ο Δούρειος Ιππος του Παπισμού , η Ρωμαιοκαθολική Ουνία επεμβαίνει ασύστολα στις βαλκανικές χώρες , καταπιέζει και παραπλανά τους Ορθοδόξους Χριστιανούς , θεωρώ υποχρέωσή μου να κάνω μια μικρή αναφορά επ’ αυτού. Δεν θα αναφερθώ στα αγορασθέντα με χρήματα του Βατικανού όπλα που έστειλε η FIAT στους μουσουλμάνους Βόσνιους , για να τα χρησιμοποιήσουν εναντίον των Σέρβων Ορθοδόξων Χριστιανών !… Θα επισημάνω όμως ότι ο Πάπας «Ιννοκέντιος Γ’», κήρυξε τη Δ’ Σταυροφορία , {1202 – 1204}. Ο στόχος αυτής ήταν η υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στους Ρωμαιοκαθολικούς , καθώς και η αύξηση της επιρροής τους στην Ανατολή. Πράγματι οι Σταυροφόροι με αρχηγό τον Δόγη της Βενετίας «Ερρίκο Δάνδολο», με το πρόσχημα της δήθεν απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων, κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και την καταλεηλάτησαν. Αυτή την ιεροσυλία την παραδέχθηκε ο σημερινός Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄, ο οποίος ζήτησεν επισήμως συγχώρηση για τους βανδαλισμούς των Σταυροφόρων , από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης , την Ελληνική Εκκλησία και τον Ελληνικό Λαό.
Δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη η δήλωση του πατριώτη ηγέτη της Σερβίας «Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς» , ότι η κατάκτηση της Βοσνίας από τους Βοσνιοσέρβους ήταν αμυντική ενέργεια , διότι προστάτευαν τα σπίτια τους και όχι μόνον αυτό , αλλά ήταν επίσης και αμυντική ενέργεια εναντίον της νέας επεκτατικής επέλασης του Ισλάμ !… Δηλαδή ο Παπισμός , η Ουνία και το Ισλάμ συμβαδίζουν και πάλι , παίζοντας ένα επικίνδυνο παιχνίδι στα Βαλκάνια , με σκοπό να αποδυναμώσουν και να καταστρέψουν την Ορθοδοξία προκειμένου να αναβιώσει η νέα «Τουρκική» πλέον αυτοκρατορία . Ομως σχετικώς με τους Σλάβους η ιστορική μνήμη μας διδάσκει ότι ο εκχριστιανισμός τους έγινε από τους αδελφούς «Κύριλλο και Μεθόδιο».
Αυτό ήταν το όνειρο του Πατριάρχη «Φωτίου του Μεγάλου», ο οποίος κατά την περίοδο του Βυζαντινού Αυτοκράτορα «Μιχαήλ Γ» , ήταν το κυρίαρχο πνευματικό και πολιτικό πρόσωπο αυτής της εποχής. Πράγματι λίγο αργότερα οι αδελφοί μοναχοί «Κύριλλος και Μεθόδιος» , παρ’ όλες τις αντιξοότηττες και τη λυσσώδη αντίδραση των Ρωμαιοκαθολικών, έφεραν σε πέρας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το όραμα του Πατριάρχη Φωτίου. Η τρανή απόδειξη της επιτυχίας του έργου τους , είναι το γεγονός ότι ο Πάπας «Στέφανος» αφόρισε τον Αγιο Μεθόδιο . Ομως ο λαός παρ’ όλο το ανάθεμα του … Παναγιωτάτου Πάπα συνέχισε να τιμάει τη μνήμη των Αγίων της Ορθοδοξίας , οπότε η Παπική Κούρια το έτος 1380, ηναγκάσθη για πολιτικούς λόγους να επιτρέψει την αναγνώριση αυτών των Αγίων. Ο δε σημερινός Πάπας «Ιωάννης – Παύλος Β’» για πολιτικούς επίσης λόγους επηρεασμού των σλαβικών λαών, ανεκήρυξε τους αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο Αποστόλους των Σλάβων.
Δυστυχώς για εμάς τους Ελληνες ή άγνοια της ιστορίας μας και η άντληση διδαγμάτων από αυτήν, είναι το μεγαλύτερο κακό σε βάρος της πατρίδας μας. Την επισήμανση αυτή την έχει κάνει ο ραψωδός του Μακεδονικού Αγώνα , ο οποίος τον τίμησε διπλά , δηλαδή με το τουφέκι και με την πένα, επιβεβαιώνοντας αυτό που διεκήρυξεν ο «Αριστείδης Μπριάν» . Οτι δηλαδή : «Η πένα και το κανόνιο είναι από το ίδιο μέταλλο φτιαγμένα».
Ο Μακεδονομάχος στο σώμα του αδικοχαμένου Κρητικού οπλαρχηγού αξιωματικού του ελληνικού στρατού ταγματάρχη «Γεωργίου Βολάνη», ιστορικός και πολιτικός «Γεώργιος Μόδης» από το ελληνικώτατο Μοναστήρι , δήλωσε τα εξής χαρακτηριστικά γι’ αυτή την άγνοια : «Ακόμα και παιδιά και εγγόνια λαμπρών αγωνιστών, πολύ λίγο ενδιεφέρθησαν να μελετήσουν την ιστορία αυτού του τόπου». Και δεν είναι μόνον οι απλοί πολίτες , είναι και το επίσημο κράτος το οποίο ασκεί πάντοτε περιστασιακή εξωτερική πολιτική , χωρίς την υποστήριξη επιστημονικών ιδρυμάτων και στρατηγικών μελετών. Πρέπει να γίνει κοινή συνείδηση σε όλους τους Ελληνες ότι ζούμε σε περίοδο ιστορικών αλλαγών που θα καθορίσουν τις εξελίξεις στην περιοχή των Βαλκανίων.
Γι’ αυτό η Ελλάδα και οι Ελληνες δεν πρέπει να ακολουθήσουν την τακτική του αμυνομένου. Αλλωστε τα περισσότερα ιστορικά δεδομένα διεκδίκησης αλυτρώτων ελληνικών περιοχών τα έχει η Ελλάδα. Κι’ αυτό γιατί έχει πικρή πείρα η Ελλάδα από την πολιτική της «Αψόγου Στάσεως» του παρελθόντος , και έμαθε πλέον ότι : «Το δίκαιον μεταβάλλεται εις επαίτην προ της βίας». Ούτω πρέπει να διενεργηθεί εκστρατεία διαφώτισης σε παγκόσμια κλίμακα , για τις δίκαιες και ξεκάθαρες ελληνικές θέσεις και όχι να αφήνουμε τη διεθνή κοινή γνώμη ως βορά στα νύχια των πλαστογράφων της ελληνικής ιστορίας και στους πάτρωνές τους .
Τελειώνοντας αυτό το περιληπτικό ιστόρημα , θεωρώ υποχρέωσή μου να επισημάνω ότι η συμβολή της Εκκλησίας στη σφυρηλάτηση της εθνικής συνείδησης καθώς και στη διατήρηση του φρονήματος του Ελληνισμού των Ελλήνων της Μακεδονίας ήταν αποφασιστική. H επιτυχία δε της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα επιτεύχθηκε γιατί προηγουμένως είχε προετοιμασθεί «το των ψυχών έδαφος», όπως πολύ σωστά διεκήρυξεν ο «Λάμπρος Κορομηλάς»
Για όλα αυτά πρέπει να ενισχυθεί η Ορθοδοξία η οποία είναι η «ανεξάντλητη ιδεολογική πηγή του Ελληνισμού», καθώς και να αναβαθμισθεί η συνεργασία της Ελληνικής Εκκλησίας με τα Πατριαρχεία . Ανέκαθεν δε ο ρόλος της Εκκλησίας ήταν συνδεδεμένος με την Παιδεία. Αν σήμερα είμαστε ελεύθεροι και μιλάμε ελληνικά το οφείλουμε στην Εκκλησία. Πρέπει επίσης να μάθει ο ελληνικός λαός , ότι ο Μακεδονικός Αγώνας είναι ίσης σημασίας με τον ξεσηκωμό του 1821 και δεν κατάλαβα ποτέ γιατί η ιστορία τουδεν διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία .
1Ο «Τζιόρτζιο ντε Σανταγιάνα» έχει διακηρύξει τα εξής : «Αυτοί που δεν θυμούνται το παρελθόν φέρουν την κατάρα να το επαναλάβουν».
Με Χριστού Αγάπη . {Ανδρέας Γούλας} Συγγραφέας Ιστορικός .
Σωτήριον έτος 2.000 Φ,Π. Ανδρεας Γουλας Συγγραφεας Ιστορικος .