Έχει κυκλοφορήσει ανακοίνωση του Δικηγορικού συλλόγου της Αθήνας οποία ζητά την παραίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έτσι στην ψύχρα;
Γιατί δεν αναφέρει ότι την ζητά για αντιεισαγγελική παρουσία, αφού δεν εισαγγέλει εισαγγελόμενα; Ελπίζεται δε αυτή η ανακοίνωση του οργάνου των νομικών Αθηνών να έχει ληφθεί ομόφωνα.
Οι δικηγορικοί σύλλογοι των άλλων πόλεων της χώρας γιατί σιωπούν;
Το ανώτατο Δικαστήριο δεν είναι αποκλειστικότητα Αθηνών αλλά αφορά όλη την επικράτεια, και εαν δεν πάρουν θέση δίνουν την εντύπωση πως δεν συμφωνούν με την Αθήνα.
Τότε να το ανακοινώσουν χωρίς άλλη χρονοτριβή, αφού δεν βλάπτει το να πάρουν και αυτοί θέση.
Όποια κρίνουν αυτοί.

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΚΑθΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ :
15-06-2023 Φ.Π. {Ανδρεας Γουλας}
ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ !
Όποιοι ισχυριστούν ότι όσα λέει ο κ. Σακκάς δεν έχουν εφαρμοστεί, κάνουν μέγα λάθος. Τα όσα υποστηρίζει ο πρώην Εισαγγελέας έχουν το δεδικασμένο. Συγκεκριμένα, σχετική υπόθεση με το άρθρο 192 του ΠΚ, ήταν τελεσθέν έγκλημα, στις 5/11/1989 με δράστες μουσουλμάνους βουλευτές. Και συγκεκριμένα.
Απερρίφθη η αναίρεσή τους σε καταδικαστική απόφαση ποινικού Εφετείου, με αποτέλεσμα η υπ. αριθμ. {208} απόφαση του Αρείου Πάγου να επικυρώσει οριστικά και αμετάκλητα την εφετειακή απόφαση για Διατάραξη Ειρήνης Πολιτών.
Ιδού τι αποφάσισε ο Άρειος Πάγος σε σχετική με το αδίκημα του Πακιστανού Τζαβέντ Ασλάμ, περίπτωση:
«Από ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΝΟΜΟΣ (INTRASOFT INTERNATIONAL)
Προσοχή εδώ είναι για εδική διατάραξη ειρήνης πολιτών με το άρθρο 192 ΠΚ 208/1991 ΑΠ ( 1751)
ΠΟΙΝ.ΧΡ/1991 (883), ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ/1991 (827) Διατάραξη της ειρήνης των πολιτών κατά το άρθρο 192 ΠΚ. Στοιχεία του εγκλήματος. Η ύπαρξη του δόλου του δράστη δεν απαιτεί ειδική αιτιολογία, εφόσον ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών της αξιόποινης πράξης. Σύνταξη και κυκλοφορία έντυπης ανακοίνωσης στην τουρκική γλώσσα από υποψήφιους βουλευτές, στην οποία αποκαλούνται οι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης “Τούρκοι”, και πρόκληση διχόνοιας μεταξύ αυτών. ΣΦΑΠ Αριθμ. 208/1991 Προεδρεύων ο αντιπρόεδρος Χ. Χριστοφορίδης , Εισηγητής ο αρειοπαγίτης Γ. Παπαγεωργίου , Δικηγόρος Δ. Μπαγιώργας
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 192 του ΠΚ {όποιος δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο προκαλεί ή διεγείρει τους πολίτες σε βιαιοπραγίες μεταξύ τους ή σε αμοιβαία διχόνοια και έτσι διαταράσσει την κοινή ειρήνη τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν σύμφωνα με άλλη διάταξη δεν επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή}.
Η διάταξη αυτή, τεθείσα για την προστασία της δημόσιας τάξης και την από το Κράτος Δικαίου αντιμετώπιση των οξιοτήτων εκείνων, τις οποίες δεν μπορεί η δημοκρατική έννομη τάξη, που εγγυάται σε όλους την ακώλυτη άσκηση των ατομικών και άλλων δικαιωμάτων τους σε ισότητα, να ανεχθεί, προβλέπει, όπως και τα άρθρα 190 και 191, το έγκλημα «της διατάραξης της ειρήνης των πολιτών».
Η αντικειμενικη υπόσταση του εγκλήματος αυτού κατά τη διάταξη αυτή συνίσταται στη δημόσια και με οποιονδήποτε τρόπο (προφορικά, έγγραφα ή εντύπως) πρόκληση ή διέγερση των πολιτών σε βιαιοπραγίες μεταξύ τους ή σε αμοιβαία διχόνοια, που είναι η αποστροφή και το μίσος, και δι’ αυτών στη διατάραξη της κοινής ειρήνης, ήτοι της εμπιστοσύνης της ολότητας επί την αδιατάρακτη ειρηνική κατάσταση.
Η υποκειμενική υπόσταση αυτού συνίσταται στο δόλο του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση όπως με την ενέργειά του να προκληθούν ή διεγερθούν οι πολίτες σε βιαιοπραγίες μεταξύ τους ή σε αμοιβαία διχόνοια και να διαταράξει έτσι την κοινήν ειρήνην.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Πατρών που την εξέδωσε και καταδίκασε τους αναιρεσείοντες για παράβαση του άρθρου 192 του Ποινικού Κώδικα (διατάραξη της ειρήνης των πολιτών) δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη σε πράγματα κρίση του, αναφέροντας και τα αποδεικτικά μέσα, τα εξής:
Οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι τυγχάνοντες υποψήφιοι βουλευτές ανεξαρτήτου συνδυασμού, κατά τις βουλευτικές εκλογές της 5-11-1989 στην Κομοτηνή, συνέταξαν από κοινού κατά το τρίτο 10ήμερο του μηνός Οκτωβρίου 1989, μία έντυπη ανακοίνωση στη Τουρκική γλώσσα, την οποία κυκλοφόρησαν στην πόλη της Κομοτηνής και σε άλλα μέρη του Νομού Ροδόπης στην οποία κατ’ επανάληψη αναγράφονται οι όροι «Τούρκος» , «Τούρκος Μουσουλμάνος», «Τουρκική Μουσουλμανική μειονότητα Δυτικής Θράκης», «Τούρκικη Κοινότητα». Με τον τρόπο αυτό οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι από πρόθεση επιχείρησαν να χαρακτηρίσουν τους Ελληνας Μουσουλμάνους το θρήσκευμα της περιοχής Ν. Ροδόπης, ως Τούρκους, καίτοι γνώριζαν, ότι με την συνθήκη της Λωζάνης στην περιοχή της Δυτικής Θράκης έχει αναγνωριστεί μόνο Μουσουλμανική (θρησκευτική) μειονότητα και όχι Τουρκική.
Παρά ταύτα, όμως οι αναιρεσείοντες με την παραπάνω ενέργειά τους απευθυνόμενοι στο συναίσθημα, τη διάνοια και τη θέληση των Ελλήνων πολιτών της Μουσουλμανικής μειονότητας, σκόπευαν ευσυνείδητα να ενσταλάξουν και να εμφυτεύσουν στις καρδιές των εν λόγω πολιτών το σπέρμα του διχασμού, του μίσους και της εχθρότητας προς τους Ελληνες Χριστιανούς, που κατοικούν στην ίδια περιοχή και έτσι πέτυχαν να προκαλέσουν και να διεγείρουν τους πολίτες σε αμοιβαία διχόνοια, με περαιτέρω συνέπεια να διαταραχθεί η κοινή ειρήνη, μεταξύ των πολιτώ της Κομοτηνής σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που σε σύντομο χρονικό διάστημα σημειώθηκαν στην πόλη της Κομοτηνής και βιαιοπραγίες μεταξύ των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων, γνώριζαν δε ότι τουρκική μειονότητα δεν υπάρχει στη Δυτική Θράκη και ότι η πιο πάνω ενέργειά τους θα διετάρασσε την κοινή ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών και των Ελλήνων Μουσουλμάνων το θρήσκευμα».
Μετά από τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, όπως ειπώθηκε, για διατάραξη της ειρήνης των πολιτών, που προβλέπεται και τιμωρείται από το άρθρο 192 του ΠΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτούν τα παραπάνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., αφού εκθέτει σ’ αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες πείστηκε και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 192 ΠΚ που εφαρμόσθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού και διατακτικού από το ότι στο σκεπτικό αναφέρεται ότι “οι αναιρεσείοντες προκάλεσαν και διήγειραν τους πολίτες σε αμοιβαία διχόνοια με περαιτέρω συνέπεια να διαταραχθεί η κοινή ειρήνη σε τέτοιο βαθμό που σημειώθηκαν και βιαιοπραγίες μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών και των Ελλήνων Μουσουλμάνων το θρήσκευμα», στο δε διατακτικό ότι «προκάλεσαν και διήγειραν τους πολίτες σε αμοιβαία διχόνοια και η δι’ αυτής διατάραξη της κοινής ειρήνης αρκεί για την πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης της πράξης για την οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, η δε μνεία στο σκεπτικό ότι σημειώθηκαν και βιαιοπραγίες, δεν ήταν μεν απαραίτητη προς στήριξη του διατακτικού, δεν είναι όμως αντίθετη με το τελευταίο, εν όψει του ότι η διχόνοια αποτελεί την ψυχολογική προϋπόθεση της βιαιοπραγίας που είναι ανώτερος βαθμός της διχόνοιας. Για τον ίδιο λόγο δεν υπάρχει αντίφαση με τις παραδοχές στο σκεπτικό που αναφέρεται ότι επήλθε «αμοιβαία διχόνοια» και «σημειώθηκαν και βιαιοπραγίες».
Εξάλλου αναφέρονται στην απόφαση οι ομάδες των Ελλήνων πολιτών χριστιανών και Μουσουλμάνων το θρήσκευμα, μεταξύ των οποίων προκλήθηκε η διχόνοια και η δι’ αυτής διατάραξη της κοινής ειρήνης αυτών που ήταν και το αποτέλεσμα της ενέργειας των αναιρεσειόντων. Επί πλέον μνημονεύεται ο τόπος και ο χρόνος σύνταξης και κυκλοφορίας της προκήρυξης, τα περιστατικά που επέφεραν τη διχόνοια μεταξύ των πολιτών «στις καρδιές των οποίων εμφύτευσαν το σπέρμα του διχασμού, του μίσους και της εχθρότητας». Τέλος ο δόλος των αναιρεσειόντων ενυπάρχει στην παραγωγή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αξιόποινη πράξη για την οποία καταδικάστηκαν, από τα οποία προκύπτει και η ηθελημένη ενέργειά τους και η γνώση ότι δι’ αυτής διαταράσσεται η κοινή ειρήνη, στο δε διατακτικό περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία εξ υποκειμένου και αντικειμένου της πιο πάνω αξιόποινης πράξης. Είναι αβάσιμοι συνεπώς και πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος και τρίτος λόγος των δύο αιτήσεων αναίρεσης και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα. …».
Τάδε έφη ο ιστορικός Φ.Π. ουδέποτε διαψευσθείς από τους ερυθρόμαυρους συμμορίτες που διαφεντεύουν την Ελλάδα από το έτος 1974.
29-10-2019 Φ.Π. [Ανδρέας Γούλας] Συγγραφέας Ιστορικός