Η Οϊζύς (στα αρχαία ελληνικά: Οϊζύς) ήταν μια δευτερεύουσα αλλά σκοτεινή και ισχυρή θεότητα του αρχαιοελληνικού πανθέου
Δεν επρόκειτο για μια θεά με ναούς και λατρεία, αλλά για την προσωποποίηση της απόλυτης δυστυχίας, της μιζέριας, της θλίψης, του πόνου και του θρήνου.
Απο το arxaiaellinika.gr
Ετυμολογία και Σημασία
Η λέξη οϊζύς προέρχεται από το επιφώνημα πόνου «οί» (που εκφράζει θρήνο, όπως το “αχ” ή το “αλίμονο”). Στην αρχαία ελληνική γλώσσα, η λέξη χρησιμοποιούνταν συχνά ως ουσιαστικό για να περιγράψει την κακομοιριά, το βάσανο και τον ψυχικό σπαραγμό. Ο Όμηρος χρησιμοποιεί συχνά το επίθετο «οϊζυρός» για να περιγράψει τον ταλαιπωρημένο και δυστυχισμένο άνθρωπο.
Γενεαλογία και Μυθολογία: Η Σκοτεινή Οικογένεια
Σύμφωνα με την αρχαιότερη και πιο έγκυρη πηγή μας, τη Θεογονία του Ησιόδου, η Οϊζύς ήταν κόρη της Νυκτός (προσωποποίηση της Νύχτας). Η Νύχτα τη γέννησε με παρθενογένεση (χωρίς την παρέμβαση αρσενικού θεού).
Ως εκ τούτου, η Οϊζύς είναι αδελφή άλλων σκοτεινών προσωποποιήσεων που φέρνουν δεινά στην ανθρωπότητα, όπως:
- Ο Μόρος (η μοίρα/καταδίκη)
- Η Κήρ (ο βίαιος θάνατος)
- Ο Θάνατος και ο Ύπνος
- Ο Μώμος (η μομφή/κριτική)
- Η Νέμεσις (η θεία δίκη)
- Η Απάτη και η Έρις (η διχόνοια)
Αρχαία Ελληνικά Κείμενα (Αυτούσια Πηγή)
Η μοναδική άμεση αναφορά στην Οϊζύν ως ξεχωριστή θεότητα-προσωποποίηση στην πρώιμη αρχαία ελληνική γραμματεία βρίσκεται στον Ησίοδο.
Ησίοδος, Θεογονία (Στίχοι 211-214)
Αρχαίο Κείμενο: «Νύξ δ’ έτεκεν στυγερόν τε Μόρον καί Κηρα μέλαιναν καί Θάνατον, τέκε δ’ Ύπνον, έτικτε δέ φυλον Ονείρων· ού τινι κοιμηθεισα θεά τέκε Νύξ ερεβεννή· δεύτερον αυ Μωμον καί Οϊζύν αλγινόεσσαν…»
Νεοελληνική Απόδοση: «Και η Νύχτα γέννησε τον στυγερό Μόρο και τη μαύρη Κήρα και τον Θάνατο, γέννησε τον Ύπνο, γέννησε και τη φάρα των Ονείρων· δίχως να πλαγιάσει με κανέναν τα γέννησε η σκοτεινή θεά Νύχτα· και ύστερα (γέννησε) τον Μώμο και την πολύπονη Οϊζύν (Μιζέρια)…»
Σημείωση: Το επίθετο «αλγινόεσσα» που της αποδίδει ο Ησίοδος σημαίνει αυτή που φέρνει άλγος (πόνο), η οδυνηρή.
Η Λατινική / Ρωμαϊκή Παράδοση
Στη ρωμαϊκή μυθολογία, η Οϊζύς μεταφράστηκε και ταυτίστηκε με τη Miseria(Μιζέρια). Οι Ρωμαίοι συγγραφείς, βασιζόμενοι στην ελληνική παράδοση αλλά τροποποιώντας τη γενεαλογία, την αναφέρουν στα δικά τους έργα.
1. Κικέρων, Περί της Φύσης των Θεών (De Natura Deorum 3.17)
Ο Κικέρων την κατατάσσει στα παιδιά που γεννήθηκαν από την ένωση της Νύχτας (Nox) και του Ερέβους (Erebus).
- Λατινική πηγή: Αναφέρει μεταξύ άλλων: “…Amor, Dolus, Metus, Labor, Invidentia, Fatum, Senectus, Mors, Tenebrae, Miseria, Querella…” (Ο Έρωτας, ο Δόλος, ο Φόβος, ο Μόχθος, ο Φθόνος, η Μοίρα, το Γήρας, ο Θάνατος, το Σκοτάδι, η Μιζέρια, η Μεμψιμοιρία…).
2. Υγίνος, Μύθοι (Fabulae, Εισαγωγή)
Ο Ρωμαίος συγγραφέας Υγίνος επιβεβαιώνει την ίδια γενεαλογία (Νύχτα και Έρεβος) γράφοντας:
- «Ex Nocte et Erebo: Fatum, Senectus, Mors, Letum… Discordia, Miseria…»(Από τη Νύχτα και το Έρεβος: Μοίρα, Γήρας, Θάνατος, Όλεθρος… Διχόνοια, Μιζέρια…).
Η Ομηρική Χρήση: Η Οϊζύς ως Αφηρημένη Έννοια
Πριν ο Ησίοδος την προσωποποιήσει ως θεά (κόρη της Νύχτας), ο Όμηροςχρησιμοποιούσε τη λέξη «οϊζύς» αποκλειστικά ως αφηρημένο ουσιαστικό. Στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, η λέξη δεν περιγράφει μια θεά με μορφή, αλλά την ίδια την κατάσταση της απόλυτης δυστυχίας και του πόνου.
Αποτελεί κεντρική λέξη για την περιγραφή των βασάνων του Οδυσσέα.
Όμηρος, Οδύσσεια (Ραψωδία υ, στίχοι 195-196)
Εδώ βλέπουμε πώς οι θεοί «γνέθουν» τη μιζέρια για τους ανθρώπους:
Αρχαίο Κείμενο:
«αλλά θεοί δυόωσι πολυπλάγκτους ανθρώπους,
οππότε καί βασιλευσιν επικλώσωνται οϊζύν.»
Νεοελληνική Απόδοση:
«Όμως οι θεοί βυθίζουν τους πολύπλαγκτους (περιπλανώμενους) ανθρώπους στη συμφορά,
όταν ακόμη και για τους βασιλιάδες γνέθουν στο νήμα της ζωής τους τη μιζέρια (δυστυχία).»
Όμηρος, Οδύσσεια (Ραψωδία λ, στίχοι 166-167)
Ο Οδυσσέας μιλάει στον Κάτω Κόσμο και περιγράφει την ατέρμονη ταλαιπωρία του:
Αρχαίο Κείμενο:
«…αλλ᾽ αιέν έχων αλάλημαι οιζύν,
εξ ου τά πρώτισθ᾽ επόμην Αγαμέμνονι δίω…»
Νεοελληνική Απόδοση:
«…αλλά γυρνώ διαρκώς περιπλανώμενος κουβαλώντας τη δυστυχία,
από τότε που για πρώτη φορά ακολούθησα τον θείο Αγαμέμνονα…»
Γραμματική και Λεξικογραφική Ανάλυση (Liddell-Scott)
Αν ανοίξουμε το κορυφαίο λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής (Liddell-Scott-Jones), μαθαίνουμε τα ακριβή δομικά στοιχεία της λέξης:
- Γένος & Κλίση: Είναι θηλυκό ουσιαστικό: η οϊζύς, της οϊζύος, την οϊζύν.
- Ρίζα: Προέρχεται από το άκλιτο επιφώνημα πόνου οί (ή ώμοι), που σημαίνει αλίμονο, ωιμέ. Ουσιαστικά, η Οϊζύς είναι «το πνεύμα που σε κάνει να αναφωνείς οί».
- Συνώνυμα στην Αρχαιότητα: Τα λεξικά της εποχής (όπως του Απολλώνιου του Σοφιστή τον 1ο αι. μ.Χ.) την ταυτίζουν με τον όρο «κακοπάθεια» και την «οδυνηρή ταλαιπωρία».
Το Εννοιολογικό Δέντρο: Συγγενείς “Δαίμονες”
Για τους αρχαίους Έλληνες, το συναίσθημα του πόνου δεν είχε μόνο μία μορφή. Η Οϊζύς ανήκει σε μια ευρύτερη ομάδα σκοτεινών πνευμάτων που συνεργάζονταν ή λειτουργούσαν παράλληλα. Για να κατανοήσουμε το 100% της θέσης της στο πάνθεον, πρέπει να ξέρουμε με ποιους μοιραζόταν το ίδιο εννοιολογικό «χαρτοφυλάκιο»:
| Προσωποποίηση | Αρχαία Ελληνικά | Πεδίο Κυριαρχίας | Σχέση με την Οϊζύν |
| Οϊζύς | Οϊζύς | Μιζέρια, Κακομοιριά, Ψυχικό βάρος | Η γενική αίσθηση της αβάσταχτης ζωής. |
| Άλγεα | Άλγεα | Σωματικός και Ψυχικός Πόνος | Πιο οξύς, διαπεραστικός πόνος (από το “άλγος”). Ανήκουν στο ίδιο σκοτεινό γενεαλογικό δέντρο. |
| Πένθος | Πένθος | Θρήνος, Κλάμα, Πένθος για νεκρό | Η πρακτική εκδήλωση της θλίψης μετά από απώλεια. |
Συμπεράσματα: Ο Συμβολισμός της Οϊζύος
Σε αντίθεση με τους θεούς του Ολύμπου, η Οϊζύς δεν είχε δικούς της μύθους, περιπέτειες ή λατρεία. Η παρουσία της στη βιβλιογραφία (100% των σωζόμενων πηγών) είναι καθαρά αλληγορική και γενεαλογική.
Οι αρχαίοι Έλληνες μέσω αυτής της θεότητας προσπάθησαν να δώσουν υπόσταση και μορφή στο αβάσταχτο ψυχικό βάρος, την κατάθλιψη και το συλλογικό ή ατομικό πένθος. Το γεγονός ότι γεννήθηκε από τη Νύχτα συμβολίζει την πεποίθηση των αρχαίων ότι η θλίψη και η μιζέρια είναι δυνάμεις σκοτεινές, αρχέγονες, που συχνά «σκεπάζουν» τον άνθρωπο σαν μαύρο πέπλο, πέρα από τον έλεγχό του.
