Η αναλαφρη ταινία θρύλος για τις ομορφιές της Κύπρου όταν ήταν όλη ελεύθερη πριν την Τουρκική εισβολή σε μουσική Μανου Λοϊζου

Ήταν 1971, κι ο Ορέστης Λάσκος γυρίζει μια ο Θεός να την κάνει ταινία
που ας είμαστε ειλικρινείς σκοπός της ήταν σε πρώτη φάση να πάει το καστ πληρωμένες διακοπές
και σε δεύτερη να διαφημίσουν την Κύπρο που από πάντα έδινε μαθήματα στο τουριστικό μάρκετινγκ.
Απο το Κυκλοθυμικός
Όταν αυτοί επένδυαν στις παραλίες, εμείς ακόμα τα νησιά τα είχαμε για να στέλνουμε κομμουνιστές στην εξορία.
Η ταινία ήταν τόσο πολύ γραμμένη στο πόδι που ακόμα κι ο τίτλος της δεν ήταν ξεκάθαρος.
Αλλού θα την βρείτε ως «Διακοπές στην Κύπρο», αλλού ως «Ο Κυρ Γιώργης και οι τρέλες του». Από την ευρηματικότητα και μόνο στους τίτλους φαίνεται κι η ποιότητα της ταινίας. Η πλοκή απλή. Απλούστατη. Ρωμαίος κι Ιουλιέτα. Τα παιδιά δυο επιχειρηματιών που μισούν κι ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον ερωτεύονται, επαναστατούν στην θέληση των γονιών τους και στο τέλος παντρεύονται. Ναι, αυτό. Μέχρι εκεί.
Νίκος Δαδινόπουλος ο γιος, που μόλις έχει έρθει από την Αθήνα, Δώρα Σιτζάνη η κόρη που μόλις έχει έρθει από το Λονδίνο κι ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος ο ένας μπαμπάς, ο Χατζηγιάννης, before this name was cool στο νησί, μαζί τους και πολλοί θρυλικοί Κύπριοι ηθοποιοί.
Τη μουσική της ταινίας την έχει γράψει ο Μάνος Λοίζος, ο οποίος βρέθηκε και στα γυρίσματα. Κάτι που λίγοι γνωρίζουν είναι ότι ο Λοίζος είχε καταγωγή από την Κύπρο, καθώς ο πατέρας του ήταν από το χωριό Αγίοι Βαβατσινιάς της επαρχίας της Λάρνακας.
Περίεργη περίοδος για τον μουσικοσυνθέτη, καθώς στην Ελλάδα είχε πέσει το σκοτάδι της Χούντας, είχε αναγκαστεί να φύγει για λίγο στην Αγγλία να γλιτώσει από τα πρώτα πογκρόμ των συνταγματαρχών σε Αριστερούς, έχει γυρίσει, όταν ηρέμησαν λίγο τα πράγματα, αλλά και πάλι βρίσκεται όπως και πολλοί άλλοι αντιφρονούντες στο περιθώριο. Ήταν στιγματισμένος και παρακολουθούμενος, ήταν πολύ δύσκολο να βρει δουλειά και να αφήσει την τέχνη του να ανθίσει.
Πιθανόν για αυτό και να δέχτηκε να γράψει μουσική σε μια τόσο άρπα κόλα παραγωγή, ίσως κι επειδή ήταν κυπριακή, κι όχι ελληνική χουντική, να του έδωσαν την ευκαιρία για ένα μεροκάματο. Βέβαια λίγο πριν είχε γράψει και τη μουσική για την Ευδοκία του Δαμιανού, μια από τις πιο εμβληματικές ταινίες στην ελληνική κινηματογραφική ιστορία που κι αυτή για να γυριστεί χρειάστηκε να καλυφθεί πίσω από τις πλάτες Βρετανών παραγωγών.
Κι όμως αυτή η ταινία της πλάκας έμελλε να του αλλάξει την ζωή.
Αν και παντρεμένος με την Μάρω Λήμνου, τη μαμά της Μυρσίνης, ερωτεύεται την πρωταγωνίστρια Δώρα Σιτζάνη που τελικά θα παντρευτεί μερικά χρόνια μετά το τέλος της δικτατορίας και θα μείνουν μαζί -στο περίπου- μέχρι το τέλος.
Η Δώρα Σιτζάνη θα μείνει στην ιστορία περισσότερο από ηθοποιός ως η στιχουργός του «κι αν είμαι ροκ», ένα τραγούδι περιστέρι που έστειλε για την μνήμη του Βίκτορ Χάρα που δολοφονήθηκε από το καθεστώς του Πινοσέτ.
Ο Μάνος Λοίζος θα φύγει 4 χρόνια μετά τον γάμο τους, 45 χρονών, από εγκεφαλικό σε νοσοκομείο στη Μόσχα.
Ναι, όλο αυτό το απίστευτο μουσικό σύμπαν το έφτιαξε κάποιος που πέθανε τόσο νέος. Η Δώρα Σιτζάνη θα φύγει κι αυτή πριν τα 60 της από καρκίνο. Ένα χρόνο πριν θα έφευγε κι η πρώτη σύζυγος του Λοϊζου, η βραβευμένη συγγραφέας, Μάρω Λήμνου, στα 67. Όλοι οι πρωταγωνιστές έγιναν σκόνη και τραυματικές αναμνήσεις για τους ελάχιστους εναπομείναντες.
Αυτή η ταινία θα γίνει σύμβολο, όμως, και για έναν άλλον λόγο.
Εδώ δεν είχε έρωτα, αλλά θάνατο. Όπως ειπώθηκε ο σκοπός της ήταν να διαφημίσει την ομορφιά της Κύπρου, οπότε οι πρωταγωνιστές γυρίζουν ένα ένα τα σημεία του νησιού για να τα αναδείξουν. Πάφος, Πλάτρες, το Κάστρο Κολοσσίου στη Λεμεσό. Μέσα στην αφέλεια μιας χαλαρής ταινίας οι Κύπριοι θα είχαν στα χέρια τους ένα από τα τελευταία τόσο καλοδιατηρημένα οπτικοακουστικά υλικά από την ενωμένη Κύπρο. Είναι τόσο εμβληματικές οι χίπικες σκηνές των πρωταγωνιστών με φόντο τους την Κερύνεια, το λιμάνι, το κάστρο, τα σκάφη. Ένα κυπριακό καλοκαίρι, μια ηρεμία ψυχής.
Πώς μπορείς να δεις αυτή τη σκηνή, αυτό το κλίμα μιας εύπεπτης κωμωδίας, το έγχρωμο που το κάνει να μοιάζει και τόσο σύγχρονο, κοντινό στο σήμερα και να σκεφτείς πόλεμο, πράσινες γραμμές, εποίκους, στρατιωτικές επιχειρήσεις, αίμα;
Ακόμα πιο ανατριχιαστικό είναι ότι ανάμεσα στους κομπάρσους υπάρχους μερικά θύματα από την εισβολή τρία χρόνια αργότερα.
Ο Χρίστος Καρεφυλλίδης, Γιώργος Μουστάκας και Φοίβος Φιερός ήταν τρεις 17χρονοι που με ανοιχτά πουκάμισα και χαλαρή διάθεση κάθονται σε ένα τοπικό καφενεδάκι και παρακολουθούν τα γυρίσματα της ταινίας, ίσως γι΄ αυτό τους παίρνει ο φακός να γεμίσει με νιάτα κι ομορφιά η σκηνή.
Ο τελευταίος μάλιστα θα δολοφονούνταν σε αυτό το λιμάνι που τώρα κάθεται χαλαρός, όταν βομβαρδίστηκε εκεί από την τούρκικη αεροπορία η τορπιλάκατος που υπηρετούσε.

Και για να μην μαυρίσουμε κι άλλο, σε αυτήν την ταινία ακούγεται το πιο όμορφο feel good τραγούδι της ελληνικής δισκογραφίας, η Κουτσή Κιθάρα, το μυστικό του πώς μπορείς να κάνεις τον κόσμο μαγικό, παράδεισο την πλάση.