Η βυζαντινή πόλη της Θέουτα: το Σέπτον και ο Έλληνας διοικητής στις Ηράκλειες Στήλες

Η βυζαντινή πόλη της Θέουτα: το Σέπτον και ο Έλληνας διοικητής στις Ηράκλειες Στήλες
Η σύγχρονη Θέουτα (Ceuta), το ισπανικό έδαφος στην αφρικανική ακτή του Στενού του Γιβραλτάρ,
κρύβει μια από τις λιγότερο γνωστές αλλά εντυπωσιακές σελίδες της βυζαντινής ιστορίας.



Στην ύστερη αρχαιότητα και τον πρώιμο Μεσαίωνα η πόλη ονομαζόταν Σέπτον (Septem) και υπήρξε το δυτικότερο προπύργιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με Έλληνα στρατιωτικό διοικητή και ισχυρή χριστιανική παρουσία.
Η περιοχή ήταν γνωστή ήδη από την αρχαιότητα ως Septem Fratres («Επτά Αδελφοί»), από τους επτά λόφους που την περιβάλλουν. Πέρασε διαδοχικά από τον έλεγχο Φοινίκων, Ρωμαίων και Βανδάλων.
Η βυζαντινή της περίοδος άρχισε το 533-534 μ.Χ., όταν ο στρατηγός Βελισάριος,
στο πλαίσιο των μεγάλων ανακτητικών εκστρατειών του Ιουστινιανού Α΄ κατά των Βανδάλων, κατέλαβε τη Βόρεια Αφρική.
Ο Ιουστινιανός αντιλήφθηκε αμέσως τη στρατηγική αξία του Σέπτον.
Βρισκόταν ακριβώς πάνω στο Στενό που τότε ακόμη ονομαζόταν Ηράκλειες Στήλες και αποτελούσε την πύλη προς τον Ατλαντικό. Αντί να επιχειρήσει τον έλεγχο της ευρύτερης ενδοχώρας —που παρέμενε υπό την επιρροή βερβερικών (μαυρουσιακών) φυλών— η Κωνσταντινούπολη επικεντρώθηκε στην οχύρωση του ίδιου του λιμανιού. Το Σέπτον ορίστηκε έδρα του Dux Mauretaniae (στρατιωτικού διοικητή Μαυριτανίας) και μετατράπηκε σε απόρθητο ναυτικό και στρατιωτικό φυλάκιο. Ανακατασκευάστηκαν τα τείχη, εγκαταστάθηκε ισχυρή φρουρά και ανεγέρθηκε λαμπρή βασιλική αφιερωμένη στη Θεοτόκο, καθιστώντας την πόλη σημαντικό χριστιανικό κέντρο της περιοχής.
Κατά τον 6ο και τον 7ο αιώνα το Σέπτον λειτούργησε ως το βασικό παρατηρητήριο της Αυτοκρατορίας στις δυτικές παρυφές της Μεσογείου. Διοικητικά υπαγόταν στο Εξαρχάτο της Καρχηδόνας. Παρά την απομόνωσή του από την πρωτεύουσα και τις αυξανόμενες δυσκολίες (λοιμοί, οικονομική πίεση, σταδιακή αποδυνάμωση της βυζαντινής παρουσίας στη Βόρεια Αφρική), διατήρησε την αυτονομία και τη στρατηγική του σημασία. Διευκόλυνε τις επικοινωνίες με τη βυζαντινή επαρχία της Σπανίας στη νότια Ιβηρική και διατηρούσε στενές πολιτικές και εμπορικές σχέσεις με το γειτονικό Βησιγοτθικό Βασίλειο.
Η βυζαντινή κυριαρχία στο Σέπτον κράτησε μέχρι τις αρχές του 8ου αιώνα.
Ήταν το τελευταίο ελληνικό βυζαντινό οχυρό στην Αφρική που έπεσε, γύρω στο 709-711 μ.Χ., κατά την αραβική εξάπλωση. Ο τελευταίος διοικητής της πόλης, ο Κόμης Ιουλιανός (Count Julian), σύμφωνα με τις μεταγενέστερες πηγές, διατηρούσε ασαφείς δεσμούς εξάρτησης τόσο από το Βυζάντιο όσο και από τους Βησιγότθους. Η παράδοση τον συνδέει με τη διευκόλυνση της απόβασης των μουσουλμανικών δυνάμεων υπό τον Ταρίκ ιμπν Ζιγιάντ στην Ιβηρική. Με την κατάληψη της πόλης το βυζαντινό Σέπτον μετατράπηκε σε ισλαμική Σέμπτα (Sabta) και η παρουσία της Αυτοκρατορίας στα δυτικά άκρα της Μεσογείου τερματίστηκε οριστικά.
Τριακόσια εξήντα χρόνια αργότερα, το 1071, το Βυζάντιο θα έχανε και το τελευταίο του ιταλικό προπύργιο, το Μπάρι, στους Νορμανδούς, ενώ την ίδια χρονιά η ήττα στο Μαντζικέρτ θα άνοιγε τον δρόμο για τη σταδιακή κατάκτηση της Μικράς Ασίας από τους Σελτζούκους. Η ιστορία του Σέπτον υπενθυμίζει ότι η βυζαντινή παρουσία δεν περιοριζόταν στην Ανατολή ή στα Βαλκάνια· έφτανε μέχρι τις Ηράκλειες Στήλες, με Έλληνα διοικητή και χριστιανική ταυτότητα, σε μια πόλη που σήμερα μοιάζει μακρινή από τον κόσμο της Κωνσταντινούπολης.
Το Σέπτον παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της ικανότητας της Αυτοκρατορίας να διατηρεί στρατηγικά σημεία-κλειδιά ακόμη και όταν η ενδοχώρα είχε χαθεί ,μια μικρή αλλά συμβολικά τεράστια ελληνική βυζαντινή φρουρά στις πύλες του Ατλαντικού.
και να έχεις το μπαγλαμά να σου λέει ότι τον μπερδεύουν με τον Όμηρο…