Συγκλονιστικά όσα ανέφερε η αδελφή του 38χρονου αστυνομικού που βρέθηκε νεκρός

Σε θρίλερ τείνει να εξελιχθεί η υπόθεση του θανάτου του 38χρονου αστυνομικού,
ο οποίος εντοπίστηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του στον Άγιο Δημήτριο,
με τις Αρχές να αναζητούν απαντήσεις στα τελευταία βήματα και τις επαφές του πριν από τον θάνατό του.
Τα μέχρι στιγμής ευρήματα της ιατροδικαστικής εξέτασης δείχνουν ότι ο θάνατος φαίνεται να προήλθε από παθολογικά αίτια, με πιθανότερο ενδεχόμενο το πνευμονικό οίδημα λόγω υποξίας. Παράλληλα, δεν έχουν προκύψει ενδείξεις εγκληματικής ενέργειας.
Ωστόσο, το ερώτημα που παραμένει είναι τι ακριβώς συνέβη πριν ο αστυνομικός βρεθεί νεκρός μέσα στο κλειδωμένο όχημά του.
Ιδιαίτερα, η οποία προσπαθεί και η ίδια να καταλάβει τι συνέβη στον αδελφό της.
Μιλώντας στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA» το πρωί της Πέμπτης 13 Αυγούστου περιέγραψε έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με την ίδια, δεν είχε δείξει ότι αντιμετώπιζε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα και μέχρι πρόσφατα ήταν χαρούμενος και κοινωνικός.
«Είχε κατέβει τελευταία φορά, έπαιζε και με την ανιψιά του, ήταν μία χαρά και με την κοπέλα του μία χαρά. Δεν ξέρω, δεν ξέρω τι έχει γίνει. Ό,τι έδειξε και η νεκροψία, αυτό ξέρω. Κι εγώ ψάχνω να βρω», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η ίδια παραδέχθηκε ότι πολλά ενδεχόμενα έχουν περάσει από το μυαλό της, χωρίς ωστόσο να μπορεί να δώσει εξήγηση για όσα συνέβησαν.
«Κι εμένα έχουν περάσει όλα από το κεφάλι μου, δεν μπορώ να βγάλω άκρη, αφού δεν είναι και κάτι εγκληματικής φύσεως. Δεν μπορώ να καταλάβω. Τουλάχιστον αν βρεθεί κάτι από καμία κάμερα, να μάθω αν ήταν μόνος του τελικά ή όχι», είπε.
Αυτό που εξακολουθεί να την προβληματίζει περισσότερο είναι οι συνθήκες μέσα στις οποίες εντοπίστηκε ο αδελφός της.
«Δεν μπορώ να εξηγήσω τίποτα. Δεν μπορώ να εξηγήσω πώς ήταν κλειστό το αμάξι, δεν μπορώ να εξηγήσω πώς ήταν κλειστό το GPS, δεν μπορώ να καταλάβω», ανέφερε.
Η αδελφή του αστυνομικού αποκάλυψε ακόμη ότι τον είχε δει για τελευταία φορά περίπου δύο εβδομάδες πριν από τον θάνατό του και, όπως είπε, δεν είχε αντιληφθεί κάτι ασυνήθιστο στη συμπεριφορά του.
Στην ερώτηση εάν φαινόταν να τον απασχολεί κάτι, απάντησε κατηγορηματικά: «Όχι, όχι, και δεν μου είχε πει και τίποτα».
Μάλιστα, όπως περιέγραψε, ο αστυνομικός μιλούσε κανονικά τόσο με τη σύντροφό του όσο και με την οικογένεια και τους φίλους του.
«Τον έβλεπα μία χαρά και με την κοπέλα του μίλαγε και βιντεοκλήση κάναμε για να μιλήσουν και με τη μικρή και με τους φίλους του βγήκε», είπε.
Όπως ανέφερε, τον είχε ρωτήσει ακόμη και για την εργασία του και εάν αισθανόταν πίεση, χωρίς εκείνος να της εκφράσει κάποια ανησυχία.
«Τον ρώταγα και με τη δουλειά πώς πάει και αν είναι πιεσμένος. “Όχι”, μου έλεγε, “μια χαρά είμαι, στο γραφείο μου”».
Η αδελφή του μίλησε με ιδιαίτερη συγκίνηση και για τον χαρακτήρα του, μεταφέροντας τα λόγια συναδέλφων και ανθρώπων που τον γνώριζαν.
«Ήταν διαμάντι. Όλους τους βοήθαγε. Κανένας δεν έχει να πει κάτι κακό για τον Ανδρέα», ανέφερε.
Όπως είπε, ο 38χρονος ήταν ιδιαίτερα αγαπητός τόσο στο εργασιακό του περιβάλλον όσο και στον κύκλο των ανθρώπων που συναναστρεφόταν.
«Ήταν υπόδειγμα δουλειάς, ήταν υπόδειγμα ποδοσφαιριστή, βοηθούσε τους πάντες και με λεφτά και με βοήθεια. Τα πάντα. “Το πιο ευγενικό παιδί”, έλεγαν όλοι, “το πιο καλό”. Όλοι λένε τα καλύτερα λόγια».
Μάλιστα, όπως αποκάλυψε, ακόμη και συνάδελφος που είχε εκπαιδευτεί από τον ίδιο επικοινώνησε μαζί της μετά τον θάνατό του και μίλησε με τα καλύτερα λόγια για εκείνον.
«Τόσο χαμογελαστό, τόσο ευγενικό παιδί, δεν έχω ξαναδεί», της είπε, σύμφωνα με την ίδια.
Η αδελφή του αστυνομικού περιέγραψε και τις δραματικές ώρες που προηγήθηκαν του εντοπισμού του.
Όπως είπε, η σύντροφός του ήταν εκείνη που αντιλήφθηκε ότι είχε εξαφανιστεί και άρχισε να τον αναζητά, καθώς δεν απαντούσε στο τηλέφωνο.
«Η κοπέλα σηκώθηκε και πήγε στη δουλειά της και μετά τον έψαχνε στο τηλέφωνο. “Λογικά”, μου λέει, “θα έπεσε για ύπνο” και δεν τον έβρισκε ούτε στο σπίτι ούτε πουθενά».
Στη συνέχεια, σύμφωνα με την ίδια, η σύντροφος του αστυνομικού πήγε στη ΓΑΔΑ και επικοινώνησε μαζί της.
«Μου λέει “το και το… τον ψάχνω, ξέρεις τίποτα;”. Της λέω “όχι, από χθες είχαμε να μιλήσουμε”».
Οι δύο γυναίκες προχώρησαν στη συνέχεια μαζί στη δήλωση εξαφάνισης, με στόχο να εντοπιστεί το κινητό του.
«Κάναμε μαζί τη δήλωση εξαφάνισης, ώστε να βρεθεί το κινητό του, αφού ήταν ακόμα ανοιχτό και μετά με πήρε ο διοικητής και μου είπε τα μαντάτα, 1 η ώρα τη νύχτα», περιέγραψε.