ΤΕΤΑΡΤΗ, 14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026
ΔΙΑΦΟΡΑ

Ολόκληρος πρωθυπουργός και ικετεύει για ένα like από την Madonna

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, πρωθυπουργός της Ελληνικής Δημοκρατίας,

άνδρας που διαχειρίζεται προϋπολογισμούς δισεκατομμυρίων, συνομιλεί με ηγέτες κρατών

και υποτίθεται ότι έχει πιο σοβαρά πράγματα στο κεφάλι του από το πώς θα κάνει story στο Instagram, αποφάσισε να κάνει κάτι που θα ζήλευε κάθε δεκαπεντάχρονος της δεκαετίας του 80  με αφίσα της Μαντόνα στο ταβάνι του δωματίου του.

Αναδημοσίευσε σε story το βίντεο της βασίλισσας της ποπ από τα 68α γενέθλιά της στην Κέρκυρα (με συρτάκι, σπάσιμο πιάτων, γλέντι και όλη την ελληνική ατμόσφαιρα) και της έστειλε τις ευχές του: «Χρόνια πολλά Μαντόνα! Χαίρομαι που πέρασες ωραία στην Ελλάδα! Να ξαναέρθεις του χρόνου!».

Ή, στην αγγλική εκδοχή που κυκλοφόρησε: «Happy birthday @madonna! So glad you had a great time in Greece! Come back next year!».

Ολόκληρος πρωθυπουργός και στέκεται εκεί, με το κινητό στο χέρι, να περιμένει μήπως η Μαντόνα δει το story, πατήσει like ή –ας ονειρευτούμε– repost.

Σαν να είναι ακόμα εκείνο το παιδί των ’80s που άκουγε «Like a Virgin» στο κασετόφωνο και ονειρευόταν ότι κάποτε η Μαντόνα θα τον προσέξει.

Το μήνυμα δεν είναι απλώς ευγένεια ή τουριστική προβολή. Έχει εκείνη την ελαφριά, σχεδόν ικετευτική νότα του «έλα ξανά, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πολύ». Λες και αν δεν έρθει του χρόνου η Μαντόνα, θα καταρρεύσει ο τουρισμός. Ή, χειρότερα, θα καταρρεύσει η ψυχολογία του ίδιου.

Και εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα που βασανίζει πλέον όλη την Ελλάδα: Άραγε στη βιβλιοθήκη του Μεγάρου Μαξίμου, ανάμεσα στα βιβλία οικονομίας, τα βιογραφικά και τα μνημόνια, υπάρχει ακόμα εκείνο το θρυλικό τεύχος του «Κλικ» με τη Μαντόνα χωρίς ρούχα; Το κλασικό, το ιστορικό, αυτό που κυκλοφορούσε στα μέσα των ’80s και το έκρυβαν κάτω από το στρώμα οι έφηβοι της εποχής;

IMG 1039

(Όταν κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο τεύχος του κλικ ο πρωθυπουργός μας ήταν γιος πρωθυπουργού, καθώς ήταν πρωθυπουργός ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης)

Ας ελπίσουμε μόνο πως όχι. Γιατί αν ναι, τότε η εικόνα του πρωθυπουργού που κάθεται αργά το βράδυ, με ένα ουίσκι στο χέρι, να ξεφυλλίζει παλιές σελίδες και μετά να ανεβάζει story ευχών, γίνεται λίγο… πολύ. Πολύ προσωπική.


Η Μαντόνα ήρθε, διασκέδασε, έσπασε πιάτα, τάισε γάτες, ανέβασε βίντεο,διαφήμισε την Ελλάδα και έφυγε.

Ο πρωθυπουργός έμεινε πίσω να της στέλνει δημόσια «να ξαναέρθεις». Σαν να της λέει: «Σε πρόσεξα. Πρόσεξέ με κι εσύ».

Ολόκληρος πρωθυπουργός. Και ικετεύει για ένα like από τη Madonna.

Μερικά πράγματα, φαίνεται, δεν αλλάζουν ποτέ. Ούτε με τα χρόνια, ούτε με την εξουσία, ούτε με τα γενέθλια της βασίλισσας της ποπ στην Κέρκυρα.​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​​

3 απαντήσεις στο “Ολόκληρος πρωθυπουργός και ικετεύει για ένα like από την Madonna”

  1. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ «ΒΟΜΒΑ» ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΣΤΑΪΝ: ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΠΟΥ «ΕΘΑΨΑΝ» ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΘΕΝ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ, ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ — ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΘΥΣΙΑΣΤΕΙ ΕΝΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ ΛΑΟΣ – ΕΓΓΡΑΦΟ «ΦΩΤΙΑ» ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 2010 ΚΑΙ ΜΕΤΑ

    Το καλοκαίρι του 2015 δεν ήταν απλώς μια δύσκολη περίοδος. Ήταν το σημείο μηδέν για μια χώρα που ένιωσε να χάνει την ανάσα της. Η Ελλάδα, εξουθενωμένη από χρόνια λιτότητας και κοινωνικής εξόντωσης, σύρθηκε σε αποφάσεις που δεν έπαιρνε η ίδια. Μια κοινωνία γονατισμένη βρέθηκε δεμένη χειροπόδαρα, ενώ η μοίρα της καθοριζόταν σε αίθουσες συνεδριάσεων μακριά από τους ανθρώπους της. Η Γερμανία είχε τον πρώτο λόγο και πρόσωπα όπως η Άνγκελα Μέρκελ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κρατούσαν στα χέρια τους τη ζωή και το μέλλον εκατομμυρίων πολιτών, επιβάλλοντας όρους που θύμιζαν περισσότερο επιτήρηση παρά συνεργασία.

    Την ίδια στιγμή, σε ολόκληρο τον κόσμο καλλιεργούνταν ένα τοξικό αφήγημα. Οι Έλληνες παρουσιάζονταν ως ο εύκολος ένοχος: «τεμπέληδες», «διεφθαρμένοι», «ανεύθυνοι». Ένας λαός που –σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα– ζούσε πέρα από τις δυνατότητές του και τώρα έπρεπε να τιμωρηθεί. Αυτό το αφήγημα έγινε άλλοθι για πολιτικές που διέλυσαν μισθούς, συντάξεις, δομές υγείας και αξιοπρέπεια.

    Όμως, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, πίσω από κλειστές πόρτες και καλοφωτισμένα σαλόνια διεθνών φόρουμ, λεγόταν μια εντελώς διαφορετική αλήθεια. Μια αλήθεια ωμή, κυνική και βαθιά αποκαλυπτική. Τα emails που ήρθαν στο φως από τα αρχεία του Τζέφρι Επστάιν ανοίγουν ένα παράθυρο σε αυτό το παρασκήνιο. Και όσα αποκαλύπτουν σοκάρουν.

    Σε αυτές τις επικοινωνίες, ο Νόαμ Τσόμσκι –ένας από τους πιο γνωστούς διανοητές και επικριτές της παγκόσμιας οικονομικής τάξης– μιλούσε με τρόπο που κανένας «θεσμικός» πολιτικός δεν τόλμησε ποτέ. Την εποχή εκείνη, ο Επστάιν θεωρούνταν από την ελίτ ένας πανίσχυρος παίκτης του χρηματοοικονομικού συστήματος, ένας άνθρωπος που είχε πρόσβαση στα άδυτα της εξουσίας. Και σε αυτόν ακριβώς ο Τσόμσκι περιέγραφε την ελληνική κρίση όχι ως αποτυχία ενός λαού, αλλά ως προσχεδιασμένη οικονομική παγίδα.

    Πριν το όνομα του Επστάιν ταυτιστεί με την απόλυτη φρίκη, ήταν ο άνθρωπος που «άκουγε» τις αλήθειες που δεν έβγαιναν ποτέ προς τα έξω. Στα αρχεία του, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται ως κακοδιαχειριστής του εαυτού της, αλλά ως θύμα ενός συστήματος που έστησε ένα τέλειο έγκλημα με αριθμούς, δάνεια και μνημόνια. Σε μήνυμά του τον Ιούνιο του 2015, ο Τσόμσκι ήταν ξεκάθαρος: σχεδόν το σύνολο των χρημάτων που παρουσιάζονταν ως «στήριξη» προς την Ελλάδα κατευθυνόταν κατευθείαν στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Τράπεζες που είχαν πάρει τεράστια ρίσκα και τώρα απαιτούσαν να πληρωθούν στο ακέραιο, χρησιμοποιώντας τον ελληνικό λαό ως ενδιάμεσο.

    Με απλά λόγια, οι Έλληνες πλήρωναν χρέη που δεν δημιούργησαν ποτέ. Τα δισεκατομμύρια που βαφτίστηκαν «διασώσεις» δεν μπήκαν στην πραγματική οικονομία, δεν έφτασαν στα νοσοκομεία, στα σχολεία ή στις μικρές επιχειρήσεις. Ήταν λογιστικά τεχνάσματα, σχεδιασμένα για να διασώσουν ένα τραπεζικό σύστημα που κινδύνευε. Ο Τσόμσκι χαρακτήριζε αυτά τα χρέη επαχθή και άδικα, επιμένοντας πως αντί για κοινωνική θυσία, θα έπρεπε να είχαν διαγραφεί ή να αναδιαρθρωθούν ουσιαστικά.

    Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η στάση του ίδιου του Επστάιν. Μέσα από την ψυχρή λογική του κόσμου των δισεκατομμυρίων, περιέγραφε τα μνημόνια σαν ένα κακοστημένο θέατρο. Για εκείνον, τα χρήματα απλώς μετακινούνταν από τη μία τσέπη στην άλλη, ενώ η «λογιστική» άλλαζε ονομασίες για να φαίνονται όλα νόμιμα και αποδεκτά. Αν ο τόκος ήταν υψηλός, λεγόταν τοκογλυφία. Αν ήταν χαμηλός, βαφτιζόταν διάσωση. Στην ουσία, τίποτα δεν άλλαζε.
    From: Noam Chomsky
    Sent: Monday,June 29,2015 2:29 AM
    To: jeffrey E.
    Subject: RE:

    According to economists who have been trying to investigate the details,about 90% of the payments to Greece actually go to the German and French banks who made risky investments and want to be paid off.So in effect Greeks are paying the northern banks for debts that the people never incurred.These should,I think,be considered “odious debts,” and radically restructured ot cancelled.

    Σύμφωνα με οικονομολόγους που έχουν προσπαθήσει να διερευνήσουν τις λεπτομέρειες, περίπου το 90% των πληρωμών προς την Ελλάδα καταλήγουν στην πραγματικότητα στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες, οι οποίες πραγματοποίησαν επικίνδυνες επενδύσεις και θέλουν να αποπληρωθούν. Έτσι, στην ουσία, οι Έλληνες πληρώνουν τις τράπεζες του Βορρά για χρέη που ο λαός δεν είχε ποτέ κάνει. Αυτά θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθούν «απεχθή χρέη» και να αναδιαρθρωθούν ριζικά ή να διαγραφούν.

    Για αυτή την ελίτ, ο ανθρώπινος πόνος ήταν απλώς μια παράπλευρη απώλεια. Δεν είχε σημασία αν η ανεργία των νέων εκτοξευόταν, αν τα νοσοκομεία υπολειτουργούσαν ή αν μια ολόκληρη γενιά αναγκαζόταν να φύγει στο εξωτερικό. Το μόνο που μετρούσε ήταν να «βγαίνουν τα νούμερα» και να προστατεύονται τα συμφέροντα των ισχυρών.

    Σήμερα, αυτές οι αποκαλύψεις λειτουργούν σαν καθρέφτης που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Οι περικοπές, η κοινωνική διάλυση, η απόγνωση και το μαζικό brain drain δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας φυσικής καταστροφής ή μιας αναπόφευκτης μοίρας. Ήταν το τίμημα ενός διεθνούς οικονομικού πλιάτσικου. Η Ελλάδα εγκλωβίστηκε σε έναν μηχανισμό που έστησαν τραπεζίτες και τεχνοκράτες, ενώ ο λαός στοχοποιήθηκε για να μη φανεί ποιοι πραγματικά κέρδισαν.

    Οι αληθινοί «τεμπέληδες» και «διεφθαρμένοι» δεν ήταν οι πολίτες που πάλευαν να επιβιώσουν, αλλά εκείνοι που, μακριά από τα βλέμματα, οργάνωσαν μια από τις μεγαλύτερες μεταφορές πλούτου στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Οι διάλογοι Τσόμσκι–Επστάιν δείχνουν πως η αλήθεια ήταν πάντα εκεί. Απλώς κανείς από τους ισχυρούς δεν ήθελε να την ακούσει.

    Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε από μόνη της.
    Η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε.
    Και οι υπεύθυνοι για αυτή τη λεηλασία συνεχίζουν, μέχρι σήμερα, να διαχειρίζονται τον κόσμο από τα πολυτελή γραφεία τους, ενώ μια ολόκληρη γενιά προσπαθεί ακόμα να μαζέψει τα κομμάτια της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *