ΤΕΤΑΡΤΗ, 14 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Απογοήτευση στους δημόσιους υπάλληλους από την αρνητική απόφαση για τον 13ο και τον 14ο Μισθό

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Μόνο με νομοθετική ρύθμιση μπορεί πλέον να επανέλθει ο 13ος και 14ος μισθός στους δημοσίους υπαλλήλους,

καθώς η νέα απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κλείνει τον δρόμο της δικαστικής διεκδίκησης.

Το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε για ακόμη μία φορά τα αιτήματα εργαζομένων στο Δημόσιο για την επαναφορά και την αναδρομική καταβολή των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και του επιδόματος αδείας.

Όπως ανέφερε ο εργατολόγος Γιάννης Καρούζος μιλώντας στην ΕΡΤ την Παρασκευή 21 Αυγούστου, πρόκειται για τη 10η κατά σειρά απόφαση με την οποία απορρίπτονται αντίστοιχες διεκδικήσεις.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς πλέον η συζήτηση για τον 13ο και 14ο μισθό μεταφέρεται από τα δικαστήρια στην πολιτική σκηνή. Δηλαδή, εάν υπάρξει επαναφορά των δώρων, αυτή θα πρέπει να γίνει με απόφαση της Πολιτείας και συγκεκριμένα με νομοθετική πρωτοβουλία.

Ανοιχτό πολιτικά το θέμα του 13ου και 14ου μισθού

Η νέα απόφαση του ΣτΕ δεν αποκλείει την επαναφορά των δώρων ως πολιτική επιλογή.

Αντίθετα, ξεκαθαρίζει τον δρόμο μέσω του οποίου θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο: μόνο με νόμο.

Εφόσον μια κυβέρνηση κρίνει ότι τα δημοσιονομικά περιθώρια το επιτρέπουν, μπορεί να καταθέσει σχετική νομοθετική ρύθμιση και να επαναφέρει τον 13ο και 14ο μισθό για τους δημοσίους υπαλλήλους.

Το ζήτημα, συνεπώς, δεν έχει κλείσει πολιτικά, αλλά έχει κλείσει ουσιαστικά ως δικαστική διεκδίκηση.

Όπως το έθεσε χαρακτηριστικά ο Γιάννης Καρούζος: «Δικαστικά έχει κλείσει το θέμα, αλλά πολιτικά και νομοθετικά φυσικά είναι ανοιχτό».

Τι σημαίνει η απόφαση του ΣτΕ

Η νέα απόφαση δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται η επαναφορά των δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους. Σημαίνει ότι δεν μπορεί να επιβληθεί μέσω δικαστικής απόφασης.

Όπως εξήγησε ο εργατολόγος, η επαναφορά των δώρων μπορεί να γίνει μόνο εφόσον η κυβέρνηση αποφασίσει να προχωρήσει σε σχετική νομοθετική ρύθμιση και εφόσον, φυσικά, το επιτρέπουν τα δημοσιονομικά δεδομένα.

«Η οποιαδήποτε σκέψη για επαναφορά των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους θα γίνει μόνο με νομοθετική πρωτοβουλία, όχι με δικαστικό αγώνα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Έτσι, για τους δημοσίους υπαλλήλους που περίμεναν μια δικαστική δικαίωση, η συγκεκριμένη απόφαση σημαίνει ότι δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για νέα προσφυγή με στόχο να υποχρεωθεί το κράτος να επαναφέρει τον 13ο και 14ο μισθό μέσω της Δικαιοσύνης.

Ποιο ήταν το βασικό επιχείρημα των εργαζομένων

Η συγκεκριμένη προσφυγή στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς, το οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική νομοθεσία.

Η πλευρά του προσφεύγοντος υποστήριξε ότι τα σχετικά κριτήρια θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη και για τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, με δεδομένα που αφορούν το κόστος ζωής και το επίπεδο φτώχειας.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του κ. Καρούζου, το ΣτΕ έκρινε ότι οι μισθολογικές ενισχύσεις που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια στους δημοσίους υπαλλήλους είναι επαρκείς υπό το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο.

Παράλληλα, το δικαστήριο δεν αποδέχθηκε τη σύγκριση των μισθολογικών αυξήσεων στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, καθώς πρόκειται για διαφορετικά μισθολογικά καθεστώτα, ενώ επικαλέστηκε και σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Το ζήτημα των μισθών και η στελέχωση του Δημοσίου

Πέρα όμως από τη δικαστική διάσταση, ο Γιάννης Καρούζος έθεσε και το ευρύτερο ζήτημα των αποδοχών στο Δημόσιο και της δυνατότητας της δημόσιας διοίκησης να προσελκύσει και να διατηρήσει εργαζομένους.

Όπως σημείωσε, ένας νεοδιοριζόμενος δημόσιος υπάλληλος, ιδιαίτερα όταν έχει οικογενειακές υποχρεώσεις και βρίσκεται στην πρώτη του τοποθέτηση, μπορεί να αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στην κάλυψη των βασικών αναγκών διαβίωσης.

«Σιγά σιγά έχουμε αποδόμηση του Δημοσίου σε σχέση με τη στελέχωσή του», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, υπάρχουν περιπτώσεις επιτυχόντων σε προκηρύξεις οι οποίοι τελικά δεν επιλέγουν να αναλάβουν τη θέση ή εγκαταλείπουν τη συγκεκριμένη επαγγελματική διαδρομή, καθώς οι αποδοχές δεν θεωρούνται αρκετά ελκυστικές σε σχέση με το κόστος ζωής.

Οι αυξήσεις που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια

Ο εργατολόγος αναγνώρισε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει παρεμβάσεις για τη βελτίωση των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων.

Μεταξύ άλλων, ο εισαγωγικός μισθός στο Δημόσιο έχει συνδεθεί με την εξέλιξη του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, ενώ έχουν δοθεί και άλλες μισθολογικές αυξήσεις.

Ωστόσο, όπως υποστήριξε, οι αποδοχές παραμένουν χαμηλές σε σχέση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, γεγονός που επηρεάζει την ελκυστικότητα του Δημοσίου ως επαγγελματικής επιλογής.

Απογοήτευση στους δημοσίους υπαλλήλους

Έντονες είναι οι αντιδράσεις στους δημοσίους υπαλλήλους μετά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας να απορρίψει την προσφυγή για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού.

Η απόφαση προκάλεσε απογοήτευση σε εργαζομένους και οικογένειες δημοσίων υπαλλήλων, που περίμεναν την επιστροφή των δώρων ως μια σημαντική οικονομική ανάσα, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος διαβίωσης παραμένει υψηλό.

3 απαντήσεις στο “Απογοήτευση στους δημόσιους υπάλληλους από την αρνητική απόφαση για τον 13ο και τον 14ο Μισθό”

  1. ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ «ΒΟΜΒΑ» ΑΠΟ ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΠΣΤΑΪΝ: ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΠΟΥ «ΕΘΑΨΑΝ» ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΘΕΝ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ, ΑΛΛΑ ΜΙΑ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΛΕΗΛΑΣΙΑ — ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΘΥΣΙΑΣΤΕΙ ΕΝΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ ΛΑΟΣ – ΕΓΓΡΑΦΟ «ΦΩΤΙΑ» ΠΟΥ ΑΠΑΙΤΕΙ ΧΕΙΡΟΠΕΔΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 2010 ΚΑΙ ΜΕΤΑ

    Το καλοκαίρι του 2015 δεν ήταν απλώς μια δύσκολη περίοδος. Ήταν το σημείο μηδέν για μια χώρα που ένιωσε να χάνει την ανάσα της. Η Ελλάδα, εξουθενωμένη από χρόνια λιτότητας και κοινωνικής εξόντωσης, σύρθηκε σε αποφάσεις που δεν έπαιρνε η ίδια. Μια κοινωνία γονατισμένη βρέθηκε δεμένη χειροπόδαρα, ενώ η μοίρα της καθοριζόταν σε αίθουσες συνεδριάσεων μακριά από τους ανθρώπους της. Η Γερμανία είχε τον πρώτο λόγο και πρόσωπα όπως η Άνγκελα Μέρκελ και ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κρατούσαν στα χέρια τους τη ζωή και το μέλλον εκατομμυρίων πολιτών, επιβάλλοντας όρους που θύμιζαν περισσότερο επιτήρηση παρά συνεργασία.

    Την ίδια στιγμή, σε ολόκληρο τον κόσμο καλλιεργούνταν ένα τοξικό αφήγημα. Οι Έλληνες παρουσιάζονταν ως ο εύκολος ένοχος: «τεμπέληδες», «διεφθαρμένοι», «ανεύθυνοι». Ένας λαός που –σύμφωνα με την επίσημη προπαγάνδα– ζούσε πέρα από τις δυνατότητές του και τώρα έπρεπε να τιμωρηθεί. Αυτό το αφήγημα έγινε άλλοθι για πολιτικές που διέλυσαν μισθούς, συντάξεις, δομές υγείας και αξιοπρέπεια.

    Όμως, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, πίσω από κλειστές πόρτες και καλοφωτισμένα σαλόνια διεθνών φόρουμ, λεγόταν μια εντελώς διαφορετική αλήθεια. Μια αλήθεια ωμή, κυνική και βαθιά αποκαλυπτική. Τα emails που ήρθαν στο φως από τα αρχεία του Τζέφρι Επστάιν ανοίγουν ένα παράθυρο σε αυτό το παρασκήνιο. Και όσα αποκαλύπτουν σοκάρουν.

    Σε αυτές τις επικοινωνίες, ο Νόαμ Τσόμσκι –ένας από τους πιο γνωστούς διανοητές και επικριτές της παγκόσμιας οικονομικής τάξης– μιλούσε με τρόπο που κανένας «θεσμικός» πολιτικός δεν τόλμησε ποτέ. Την εποχή εκείνη, ο Επστάιν θεωρούνταν από την ελίτ ένας πανίσχυρος παίκτης του χρηματοοικονομικού συστήματος, ένας άνθρωπος που είχε πρόσβαση στα άδυτα της εξουσίας. Και σε αυτόν ακριβώς ο Τσόμσκι περιέγραφε την ελληνική κρίση όχι ως αποτυχία ενός λαού, αλλά ως προσχεδιασμένη οικονομική παγίδα.

    Πριν το όνομα του Επστάιν ταυτιστεί με την απόλυτη φρίκη, ήταν ο άνθρωπος που «άκουγε» τις αλήθειες που δεν έβγαιναν ποτέ προς τα έξω. Στα αρχεία του, η Ελλάδα δεν εμφανίζεται ως κακοδιαχειριστής του εαυτού της, αλλά ως θύμα ενός συστήματος που έστησε ένα τέλειο έγκλημα με αριθμούς, δάνεια και μνημόνια. Σε μήνυμά του τον Ιούνιο του 2015, ο Τσόμσκι ήταν ξεκάθαρος: σχεδόν το σύνολο των χρημάτων που παρουσιάζονταν ως «στήριξη» προς την Ελλάδα κατευθυνόταν κατευθείαν στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες. Τράπεζες που είχαν πάρει τεράστια ρίσκα και τώρα απαιτούσαν να πληρωθούν στο ακέραιο, χρησιμοποιώντας τον ελληνικό λαό ως ενδιάμεσο.

    Με απλά λόγια, οι Έλληνες πλήρωναν χρέη που δεν δημιούργησαν ποτέ. Τα δισεκατομμύρια που βαφτίστηκαν «διασώσεις» δεν μπήκαν στην πραγματική οικονομία, δεν έφτασαν στα νοσοκομεία, στα σχολεία ή στις μικρές επιχειρήσεις. Ήταν λογιστικά τεχνάσματα, σχεδιασμένα για να διασώσουν ένα τραπεζικό σύστημα που κινδύνευε. Ο Τσόμσκι χαρακτήριζε αυτά τα χρέη επαχθή και άδικα, επιμένοντας πως αντί για κοινωνική θυσία, θα έπρεπε να είχαν διαγραφεί ή να αναδιαρθρωθούν ουσιαστικά.

    Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η στάση του ίδιου του Επστάιν. Μέσα από την ψυχρή λογική του κόσμου των δισεκατομμυρίων, περιέγραφε τα μνημόνια σαν ένα κακοστημένο θέατρο. Για εκείνον, τα χρήματα απλώς μετακινούνταν από τη μία τσέπη στην άλλη, ενώ η «λογιστική» άλλαζε ονομασίες για να φαίνονται όλα νόμιμα και αποδεκτά. Αν ο τόκος ήταν υψηλός, λεγόταν τοκογλυφία. Αν ήταν χαμηλός, βαφτιζόταν διάσωση. Στην ουσία, τίποτα δεν άλλαζε.
    From: Noam Chomsky
    Sent: Monday,June 29,2015 2:29 AM
    To: jeffrey E.
    Subject: RE:

    According to economists who have been trying to investigate the details,about 90% of the payments to Greece actually go to the German and French banks who made risky investments and want to be paid off.So in effect Greeks are paying the northern banks for debts that the people never incurred.These should,I think,be considered “odious debts,” and radically restructured ot cancelled.

    Σύμφωνα με οικονομολόγους που έχουν προσπαθήσει να διερευνήσουν τις λεπτομέρειες, περίπου το 90% των πληρωμών προς την Ελλάδα καταλήγουν στην πραγματικότητα στις γερμανικές και γαλλικές τράπεζες, οι οποίες πραγματοποίησαν επικίνδυνες επενδύσεις και θέλουν να αποπληρωθούν. Έτσι, στην ουσία, οι Έλληνες πληρώνουν τις τράπεζες του Βορρά για χρέη που ο λαός δεν είχε ποτέ κάνει. Αυτά θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθούν «απεχθή χρέη» και να αναδιαρθρωθούν ριζικά ή να διαγραφούν.

    Για αυτή την ελίτ, ο ανθρώπινος πόνος ήταν απλώς μια παράπλευρη απώλεια. Δεν είχε σημασία αν η ανεργία των νέων εκτοξευόταν, αν τα νοσοκομεία υπολειτουργούσαν ή αν μια ολόκληρη γενιά αναγκαζόταν να φύγει στο εξωτερικό. Το μόνο που μετρούσε ήταν να «βγαίνουν τα νούμερα» και να προστατεύονται τα συμφέροντα των ισχυρών.

    Σήμερα, αυτές οι αποκαλύψεις λειτουργούν σαν καθρέφτης που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Οι περικοπές, η κοινωνική διάλυση, η απόγνωση και το μαζικό brain drain δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας φυσικής καταστροφής ή μιας αναπόφευκτης μοίρας. Ήταν το τίμημα ενός διεθνούς οικονομικού πλιάτσικου. Η Ελλάδα εγκλωβίστηκε σε έναν μηχανισμό που έστησαν τραπεζίτες και τεχνοκράτες, ενώ ο λαός στοχοποιήθηκε για να μη φανεί ποιοι πραγματικά κέρδισαν.

    Οι αληθινοί «τεμπέληδες» και «διεφθαρμένοι» δεν ήταν οι πολίτες που πάλευαν να επιβιώσουν, αλλά εκείνοι που, μακριά από τα βλέμματα, οργάνωσαν μια από τις μεγαλύτερες μεταφορές πλούτου στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Οι διάλογοι Τσόμσκι–Επστάιν δείχνουν πως η αλήθεια ήταν πάντα εκεί. Απλώς κανείς από τους ισχυρούς δεν ήθελε να την ακούσει.

    Η Ελλάδα δεν κατέρρευσε από μόνη της.
    Η Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε.
    Και οι υπεύθυνοι για αυτή τη λεηλασία συνεχίζουν, μέχρι σήμερα, να διαχειρίζονται τον κόσμο από τα πολυτελή γραφεία τους, ενώ μια ολόκληρη γενιά προσπαθεί ακόμα να μαζέψει τα κομμάτια της.

  2. ΠΕΡΙΚΟΠΕΣ;
    ΟΧΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ
    Το Μισθοδικείο με την “απόφαση Αγγελάρα” επανέφερε τις συντάξεις των δικαστών στο καθεστώς του 2012
    Η αλήθεια για το περιεχόμενο της. Όλο το κείμενο της απόφασης του Μισθοδικείου (255/2021)
    Μισθοδικείο “απόφαση Αγγελάρα”: Για την «απόφαση Αγγελάρα» που εξέδωσε πρόσφατα στο Μισθοδικείο αποφάνθηκε ότι με την μείωση των συντάξεων που έγινε το 2012 παραβιάζεται μια πλειάδα συνταγματικών διατάξεων, καθώς οι συντάξεις των δικαστών εισαγγελέων και των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σε σχέση με τις αποδοχές των ενεργεία δικαστών, υπολείπονται «κατά ποσοστό σαφώς ανώτερο του 40%».

    Μισθοδικείο “απόφαση Αγγελάρα”: Γιατί ονομάζεται έτσι η απόφαση

    Στο Μισθοδικείο είχε προσφύγει ο επί τιμή πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου Νικόλαος Αγγελάρας και για το λόγο αυτό –κατά τα Ευρωπαικά πρότυπα- αναφέρεται «απόφαση Αγγελάρα».
    Το Μισθοδικείο με την εν λόγω απόφασή του έκρινε ότι «το Σύνταγμα επιβάλει σταθερή αναλογία των συντάξεων και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών» και έτσι επανέφερε τις συντάξεις των δικαστικών στα επίπεδα που ίσχυαν προ του 2012, δηλαδή προ του καθεστώτος που είχε διαμορφωθεί με το νόμο 4093/2012.

    Μετά την «απόφαση Αγγελάρα» ήδη οι συνταξιούχοι βουλευτές αναζητούν νομική φόρμουλα, μέσω δικηγορικών γραφείων, για καταθέσουν αγωγές στα Διοικητικά Δικαστήρια, διεκδικώντας και αυτοί αναδρομικά τις διαφορές των συντάξεων τους. Οι βουλευτές οι οποίοι αποτελούν έναν από τους τρείς πυλώνες της κρατικής εξουσίας αναζητούν νομικές λύσεις, καθώς η νομολογία του Μισθοδικείου που έχει διαμορφωθεί από το 2013 και μετά, δεν συνδέει πλέον το μισθολογικό-συνταξιοδοτικό καθεστώς των βουλευτών με αυτό των δικαστών. Από το 2013 αντιστράφηκαν οι όροι και πλέον οι βουλευτές ζητούν να αυξηθούν οι αποδοχές και οι συντάξεις τους στα επίπεδα των δικαστών (ενώ μέχρι τότε συνέβαινε το αντίθετο). Ήδη στο Συμβούλιο της Επικρατείας εκκρεμούν αιτήσεις για την καταβολή διαφορών από βουλευτικές αποζημιώσεις.

    Το «δια ταύτα» της υπ΄ αριθμ. 255/2021 απόφασης του Μισθοδικείου (πρόεδρος η Μαίρη Σάρπ και εισηγητής ο σύμβουλος Επικρατείας Νικόλαος Σκαρβέλης) είναι ότι «η συνταγματική προστασία, η οποία αναφέρεται στον εν ενεργεία δικαστικό λειτουργό, διασφαλίζει και το συνταξιοδοτικό του καθεστώς, διότι και αυτό αποτελεί εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του».

    Με την επίμαχη απόφαση του Μισθοδικείου, αλλά και με την προγενέστερη 1/2018, οι οποίες εκδόθηκαν, ύστερα από αγωγές του προέδρου επί τιμή του Ελεγκτικού Συνεδρίου Νικολάου Αγγελάρα, ο οποίος θεωρείται από τους συναδέλφους του εξπέρ σε παρόμοια θέματα, διαπιστώθηκε ότι «οι κατέχοντες, κατά την έξοδο από την υπηρεσία τους, ανώτατους βαθμούς και τις αντίστοιχες θέσεις αυξημένης ευθύνης δικαστικοί λειτουργοί, όπως οι πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων, δηλαδή οι επικεφαλής της τρίτης κρατικής λειτουργίας, έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες μειώσεις στις συντάξιμες αποδοχές τους, χωρίς να έχει ληφθεί πρόνοια για τη διατήρηση της απαιτούμενης από το Σύνταγμα σταθερής αναλογίας μεταξύ της σύνταξής τους και των αποδοχών των εν ενεργεία ομοιόβαθμων συναδέλφων τους» (μετά την παρακράτηση του φόρου).

    Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι η μηνιαία σύνταξη, η οποία διαμορφώθηκε με τους νόμους 4093/2012 και 4387/2016, στο ποσό των 1.500 ευρώ περίπου, υπολείπονταν των αποδοχών ενεργείας τους κατά ποσοστό σαφώς ανώτερο του 40%, «γεγονός που συνεπάγεται πράγματι ανατροπή της ως άνω συνταγματικώς επιβαλλόμενης σταθερής αναλογίας των συντάξεων και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών».

    Η επισήμανση αυτή, σημειώνει το Μισθοδικείο, «έχει ως σκοπό να καταδείξει το μέγεθος της επελθούσας με τις επίμαχες διατάξεις ουσιώδους ανατροπής της σταθερής αυτής αναλογίας και δεν έχει την έννοια ότι σύνταξη δικαστικού λειτουργού ίση με το 60% των αποδοχών των εν ενεργεία δικαστικών λειτουργών βρίσκεται στην συνταγματικώς επιβαλλόμενη σχέση αναλογίας με τις εν ενεργεία αποδοχές, δεν αποκλίνει ουσιωδώς από αυτές και εξασφαλίζει στους συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, ανάλογο με το κύρος του λειτουργήματός τους, την ευθύνη της άσκησής του και τη σημασία αυτού για την πραγμάτωση του κράτους δικαίου, καθώς και με το επίπεδο διαβίωσης που τους εξασφάλιζαν οι αποδοχές που ελάμβαναν ενόψει της θέσεως και του βαθμού που κατείχαν κατά τον χρόνο αποχώρησής τους από την ενεργό υπηρεσία».

    Την ίδια στιγμή οι δικαστές του Μισθοδικείου υπογραμμίζουν ότι είναι δεδομένη η διάρρηξη της σχέσης σταθερής αναλογίας, που επιβάλλεται με τα άρθρα 26, 87 και 88 του Συντάγματος, μεταξύ των αποδοχών ενεργείας των ομοιόβαθμων προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων και της σύνταξής τους, «η οποία έχει ήδη επέλθει με τις περικοπές του άρθρου πρώτου του νόμου 4093/2012, επιτάθηκε με τις περικοπές του άρθρου 13 του νόμου 4387/2016 και επιτείνεται, κατά πολύ από 1.1.2019, με τις περικοπές του άρθρου 14 (επανυπολογισμός της καταβαλλόμενης σύνταξης) και του άρθρου 8 (ποσοστό αναπλήρωσης) του ίδιου νόμου 4387/2016, καθώς και με τον περιορισμό (περικοπή) του ύψους (πλαφόν) των ακαθάριστών του αποδοχών του άρθρου 120 νόμου 4623/2019».

    Σε άλλο σημείο σημειώνεται ότι οι μειώσεις είναι αντίθετες στις συνταγματικές αρχές του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας, της αναλογικότητας, της ανταποδοτικότητας, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας. Συνεπώς δεν μπορούν να εφαρμοστούν, ως ανίσχυρες, για τον προσδιορισμό της σύνταξης των δικαστικών και είναι εφαρμοστέες οι προϊσχύουσες αυτών νομοθετικές διατάξεις.

    Διευκρινίζεται ότι οι αποφάσεις του Μισθοδικείου, σύμφωνα με την ΕΣΔΑ, το Σύνταγμα και τη νομοθεσία είναι δεσμευτικές για την Κυβέρνηση, η οποία υποχρεούνται, άμεσα, να τις εκτελέσει.

    Παράλληλα, στο Ελεγκτικό Συνέδριο αναμένεται να κριθεί η συνταγματικότητα του τρόπου υπολογισμού της Εισφοράς Αλληλεγγύης συνταξιούχων, λόγω της εφαρμογής ενιαίου συντελεστή επί του συνολικού ποσού της σύνταξης, κάτι που θα καθορίσει το τελικό ύψος των συντάξεων τους. Πάντως, το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η επιβολή της επίμαχης εισφοράς στις συντάξεις των συνταξιούχων του Δημοσίου είναι αντισυνταγματική.

    Απόφαση Αγγελάρα» – Μισθοδικείο (255/2021)
    https://www.dikastiko.gr/wp-content/uploads/2021/12/-255.doc

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *