Κοκοτσακης: Το “βολικό” πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ

Το “βολικό” πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ
Και η πίτα ολάκερη και ο σκύλος χορτάτος
Του Βασιλείου Κοκοτσάκη*
Στην υπόθεση της πολύνεκρης σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών, η επιστημονική διερεύνηση και η νομική πραγματικότητα βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή σε τροχιά σύγκρουσης με την πολιτική διαχείριση.
Στο επίκεντρο αυτής της θεσμικής περιδίνησης βρίσκεται ο Εθνικός Οργανισμός Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (ΕΟΔΑΣΑΑΜ), ο καθ’ ύλην αρμόδιος εθνικός φορέας που συστάθηκε βάσει του Ν. 5014/2023, σε συμμόρφωση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία (ΕΕ) 2016/798.
Όσοι παρακολουθούμε από κοντά την τεχνική και αποδεικτική θεμελίωση της υπόθεσης των Τεμπών, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε μια ιδιότυπη διπλή διαχείριση.
Μια διαχείριση που, ανεξάρτητα από τις προθέσεις όσων την άσκησαν, παράγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα .Από τη μία περιορίζει τις πιθανές διεθνείς βιομηχανικές και σιδηροδρομικές επιπτώσεις και, από την άλλη, περιορίζει το πεδίο της εσωτερικής ποινικής διερεύνησης.
Με απλά λόγια: «και την πίτα ολάκερη και τον σκύλο χορτάτο».
Ο ισχύων νόμος, αλλά και το ευρωπαϊκό δίκαιο, είναι σαφή ως προς τον διακριτό ρόλο της διερεύνησης ασφάλειας.
Ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ έχει θεσμικά κατοχυρωμένη και ανεξάρτητη αρμοδιότητα να διερευνά τα τεχνικά, επιχειρησιακά και συστημικά αίτια σοβαρών σιδηροδρομικών ατυχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιότητάς του.
Η διερεύνηση αυτή δεν είναι ποινική διερεύνηση απόδοσης ευθύνης. Είναι διερεύνηση ασφάλειας, με τεχνικό, επιχειρησιακό και συστημικό αντικείμενο.
Τα αποτελέσματα της διερεύνησης και, ιδίως, οι συστάσεις ασφαλείας, εντάσσονται στον ευρωπαϊκό μηχανισμό παρακολούθησης και βελτίωσης της σιδηροδρομικής ασφάλειας και, όπου προβλέπεται από το ευρωπαϊκό και εθνικό πλαίσιο, γνωστοποιούνται στους αρμόδιους ευρωπαϊκούς φορείς.
Μια τέτοια διαπίστωση, εφόσον τεκμηριωνόταν ως ζήτημα ασφάλειας που αφορά συγκεκριμένο τύπο τροχαίου υλικού ή εξοπλισμού, θα μπορούσε να ενεργοποιήσει διαδικασίες ευρωπαϊκής αξιολόγησης και λήψης μέτρων ασφαλείας, με συνέπειες που δεν θα περιορίζονταν κατ’ ανάγκην στην Ελλάδα.
Στην εσωτερική έννομη τάξη, το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ
αποτελεί επίσημο έγγραφο μιας θεσμικά αρμόδιας και ανεξάρτητης αρχής διερεύνησης ασφάλειας και, ως τέτοιο, αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό υλικό που οφείλει να αξιολογηθεί στο πλαίσιο της δικαστικής έρευνας.
Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ δεν ταυτίζεται τυπικά με τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να παρακάμπτεται όταν περιέχει τεχνικά ευρήματα και συμπεράσματα που έρχονται σε αντίθεση με άλλα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία.
Η αποδεικτική του αξία πρέπει να αξιολογείται ειδικά και αιτιολογημένα, σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων. Και όταν μεταξύ τεχνικών εκθέσεων παραμένουν ουσιώδεις και άλυτες αντιφάσεις, ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας προβλέπει τη δυνατότητα νέας πραγματογνωμοσύνης, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 197 ΚΠΔ.
Δεν υποστηρίζεται εδώ ότι η επικράτηση μιας συγκεκριμένης τεχνικής εκδοχής αποδεικνύει από μόνη της πολιτική ή άλλη σκοπιμότητα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό, ποιες θεσμικές, τεχνικές και ποινικές συνέπειες θα είχε η υιοθέτηση κάθε εκδοχής και, κυρίως, με ποιον τρόπο αξιολογήθηκαν τα αντικρουόμενα τεχνικά δεδομένα.
Η επίσημη δικαστική πραγματογνωμοσύνη δύο μηχανολόγων χωρίς την συνδρομή άλλων πιο ειδικών για την περίσταση επιστημόνων , αλλά και η αντίστοιχη υπερασπιστική αυτής της άποψης γραμμή, επιχειρούν να αποδώσουν τη φονική έκρηξη και την πυρόσφαιρα , στη διάσπαση και ανάφλεξη του διηλεκτρικού ελαίου σιλικόνης των μετασχηματιστών.
Όμως, το έλαιο σιλικόνης είναι υλικό που χρησιμοποιείται ευρέως ως μονωτικό υγρό σε σιδηροδρομικό τροχαίο υλικό, με υψηλό σημείο ανάφλεξης.
Η κρίσιμη επιστημονική ερώτηση, επομένως, δεν είναι αν ένα τέτοιο υλικό μπορεί γενικά να καεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, αλλά αν ο συγκεκριμένος μηχανισμός που προτείνεται μπορεί να εξηγήσει τεχνικά και πειραματικά τα χαρακτηριστικά της πυρόσφαιρας που καταγράφηκε στα Τέμπη.
Με άλλα λόγια, απαιτείται να αποδειχθεί με συγκεκριμένα, επαναλήψιμα και ελέγξιμα δεδομένα ο μηχανισμός που θα μπορούσε να οδηγήσει από τη διάσπαση του μετασχηματιστή στη συγκεκριμένη έκρηξη, στην έκταση, στη διάρκεια και στα χαρακτηριστικά που αυτή παρουσίασε.
Εάν μια τέτοια τεχνική εκδοχή επιβεβαιωνόταν ως αιτιώδης μηχανισμός της πυρόσφαιρας( που δεν συνέβει), το ζήτημα δεν θα αφορούσε πλέον αποκλειστικά την ελληνική υπόθεση. Θα γεννούσε εύλογα ερωτήματα ασφάλειας για τον συγκεκριμένο τύπο εξοπλισμού και θα μπορούσε να απαιτήσει αξιολόγηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το αποτέλεσμα…
Η εκδοχή του ελαίου σιλικόνης παρέμεινε, μέχρι σήμερα, κυρίως στο επίπεδο της εσωτερικής ποινικής δικογραφίας, χωρίς να μετατραπεί ,τουλάχιστον με τρόπο που να έχει γίνει δημόσια γνωστός, σε ευρωπαϊκό ζήτημα ασφάλειας του αντίστοιχου τροχαίου υλικού.
Απο την άλλη πλευρά, η επιβεβαίωση, μέσω αξιόπιστης και επαναλήψιμης τεχνικής διερεύνησης, της παρουσίας εύφλεκτων πτητικών υδρογονανθράκων κατηγορίας BTX ή άλλων συναφών ενώσεων, θα άλλαζε ουσιωδώς το ερευνητικό και ποινικό πεδίο της υπόθεσης.
Θα μπορούσε να οδηγήσει σε διερεύνηση διαφορετικού πλαισίου ευθυνών, μεταξύ άλλων ως προς την τήρηση των κανόνων μεταφοράς επικίνδυνων υλικών, τη νομιμότητα της δηλωμένης ή πραγματικής σύνθεσης του φορτίου και, αναλόγως των πραγματικών ευρημάτων, τυχόν περαιτέρω ποινικές ή διοικητικές παραβάσεις.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ αναγνώστηκε ή αν αναφέρθηκε δημόσια.
Το ερώτημα είναι αν τα κρίσιμα τεχνικά του ευρήματα αξιολογήθηκαν ουσιαστικά ή αν, μέσα από την παράλληλη προβολή αντικρουόμενων εκθέσεων, οπτικοακουστικών αναλύσεων και διαφορετικών τεχνικών εκδοχών, η αποδεικτική του βαρύτητα σταδιακά αποδυναμώθηκε.
Με την έκδοσή του και παρά την αρχική πανηγυρική κυβερνητική ανακοίνωση περί σεβασμού της ανεξαρτησίας των φορέων του Κράτους, υπήρξαν κορυφαίες δημόσιες και θεσμικές αμφισβητήσεις, που οδήγησαν στην παραίτηση του διοικητικά υπεύθυνου και σε εισαγγελική προκαταρκτική εξέταση για τυχόν εμπλοκή ιδιώτη τεχνικού συμβούλου.
Έτσι, το πόρισμα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια πρωτοφανή θεσμική αμφισβήτηση ως προς την αξιοπιστία και τη βαρύτητά του, ενώ παράλληλα διακινήθηκε ο ισχυρισμός ότι θα επανεξεταστεί από ανεξάρτητη αρχή και ότι, μέχρι τότε, θα αποσυρθεί.
Έτσι δημιουργήθηκε και δημιουργείται η εικόνα ότι το πόρισμα διολισθαίνει από κεντρικό τεχνικό τεκμήριο
και μετατρέπεται σε ένα ακόμη «αναγνωστέο έγγραφο» της δικογραφίας.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Εφόσον οι συγκεκριμένες τεχνικές εκδοχές του πορίσματος ΕΟΔΑΣΑΑΜ δεν ενσωματωθούν (που δεν ενσωματώθηκαν) στην ουσιαστική ποινική αξιολόγηση, κινδυνεύουν να παραμείνουν εκτός του πεδίου των κατηγοριών που τελικά θα κριθούν.
Αυτό δεν είναι θεωρητικό ενδεχόμενο. Στο υφιστάμενο κατηγορητήριο δεν περιλαμβάνεται ως αυτοτελές αντικείμενο κατηγορίας ο εμπρησμός ούτε η ποινική αξιολόγηση του μηχανισμού πρόκλησης της πυρόσφαιρας και της επακόλουθης πυρκαγιάς.
Με άλλα λόγια, η κύρια δίκη μπορεί να εξετάσει τις συνέπειες της φωτιάς και τα πραγματικά περιστατικά που συνδέονται με τον θάνατο και τον τραυματισμό των θυμάτων, χωρίς όμως να έχει ως αυτοτελές αντικείμενο την ποινική αξιολόγηση της ίδιας της αιτίας και του μηχανισμού που προκάλεσαν την πυρόσφαιρα και την επακόλουθη πυρκαγιά.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την τεχνική διερεύνηση, γιατί όταν δεν υπάρχει αυτοτελής ποινική κατηγορία που να αφορά τον μηχανισμό πρόκλησης της φωτιάς, η αντιπαράθεση των διαφορετικών τεχνικών εκδοχών για την αιτία της μπορεί να παραμείνει σε διαφορετικό επίπεδο από εκείνο μιας πλήρους δικαστικής κρίσης επί της αιτιώδους προέλευσης της πυρόσφαιρας.
Η συγκεκριμένη όμως τεχνική εκδοχή δημιούργησε και μια απρόβλεπτη νομική συνέπεια.
Ορισμένοι συγγενείς θυμάτων, παρότι δημόσια και επιστημονικά υποστηρίζουν ότι η πυρόσφαιρα και η πυρκαγιά προήλθαν από εύφλεκτους υδρογονάνθρακες, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν ως νομικό έρεισμα την ίδια την επίσημη δικαστική πραγματογνωμοσύνη που συνδέει το έλαιο σιλικόνης με τη φονική έκρηξη και πυρκαγιά.
Επικαλούμενοι, μεταξύ άλλων, την τεχνική εκδοχή σύμφωνα με την οποία το έλαιο σιλικόνης συνδέεται αιτιωδώς με τη φονική έκρηξη και πυρκαγιά, υπέβαλαν μήνυση και αγωγή αποζημίωσης ύψους 70.000.000 ευρώ κατά της Siemens, κατασκευάστριας των μετασχηματιστών που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο λάδι, και της Bayer, ως παραγωγού/προμηθευτή του ελαίου.
Η κίνηση αυτή είναι στρατηγικής σημασίας, διότι εκθέτει την υπάρχουσα θεσμική αντίφαση.
Εάν η συγκεκριμένη τεχνική εκδοχή υιοθετείται και παραμένει ως αιτιώδης εκδοχή ότι ευθύνεται το έλαιο σιλικόνης, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό ζήτημα ως προς την ασφάλεια, την καταλληλότητα και την ενδεχόμενη ευθύνη των κατασκευαστών και προμηθευτών του συγκεκριμένου προϊόντος ψύξης μετασχηματιστών.
Μεταφέρει, παράλληλα, μέρος της πίεσης στο εξωτερικό, διότι αναγκάζει ουσιαστικά τους διεθνείς κατασκευαστές και προμηθευτές να λάβουν θέση επί ενός κρίσιμου τεχνικού ζητήματος: εάν, δηλαδή, το συγκεκριμένο προϊόν μπορεί, υπό τις συνθήκες που επικαλείται η επίσημη τεχνική δικαστική εκδοχή, να συνδεθεί αιτιωδώς με ένα τόσο ακραίο φαινόμενο.
Η μέχρι σήμερα απουσία δημόσια γνωστής δικαστικής εξέλιξης για το συγκεκριμένο ζήτημα , δημιουργεί εύλογαερωτήματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται μια δικαστική διαδικασία που στηρίζεται ακριβώς στην εκδοχή της επικινδυνότητας και της αιτιώδους συμμετοχής του συγκεκριμένου προϊόντος.
Θέτει, ωστόσο, και ένα ευρύτερο ερώτημα:
Τι θα συνέβαινε εάν μια τέτοια δικαστική διαφορά οδηγούσε σε πλήρη τεχνική αντιπαράθεση για την ασφάλεια του προϊόντος (του ελαίου σιλικόνης) και, συνακόλουθα, σε αξιολόγηση του ζητήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο;
Τελικά, το πόρισμα του καθ’ ύλην αρμόδιου Εθνικού Φορέα (ΕΟΔΑΣΑΑΜ), όπως και οι τεχνικές εκθέσεις τεχνικών συμβούλων με εξειδικευμένες γνώσεις, κινδυνεύουν να διολισθήσουν από αντικείμενα ουσιαστικής τεχνικής αξιολόγησης σε απλά «αναγνωστέα έγγραφα» της δικογραφίας, όπως έχουν ήδη χαρακτηριστεί στο πλαίσιο αυτής..
Το κρίσιμο όμως δεν είναι αν το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ θα αναγνωσθεί ως τυπικό έγγραφο.
Το κρίσιμο είναι αν τα τεχνικά του συμπεράσματα θα υποβληθούν στην ουσιαστική αντιπαράθεση και αξιολόγηση που απαιτεί μια τόσο σοβαρή υπόθεση.
Κι αυτό διότι η ουσιαστική συμβολή της ανεξάρτητης τεχνικής γνώσης στη δικαστική διερεύνηση κινδυνεύει να περιοριστεί σημαντικά, ακριβώς στο σημείο όπου θα έπρεπε να είναι περισσότερο χρήσιμη.
Στην αντιπαράθεση των τεχνικών εκδοχών και στην αναζήτηση της αιτιώδους αλήθειας για ένα έγκλημα τέτοιας έκτασης.
Το αποτέλεσμα αυτών των μέχρι τώρα χειρισμών, ανεξάρτητα από την πρόθεση όσων χειρίστηκαν επιμέρους πτυχές της υπόθεσης, είναι συγκεκριμένο:
Η τακτική αυτή, εάν πράγματι παγιωθεί, μπορεί να εξυπηρετεί πρόσκαιρες σκοπιμότητες, αφήνει όμως απροστάτευτη τη δημόσια ασφάλεια.
Όταν η τεχνική αλήθεια θυσιάζεται στον βωμό της δικονομικής ισορροπίας, το αίτημα για πραγματική Δικαιοσύνη παραμένει αδικαίωτο.
* Ο Βασίλειος Κοκοτσάκης είναι Ειδικός Δικαστικός Πραγματογνώμονας Πυρκαγιών.