Όταν η Αγέλη Αποκτά Έδρανα – Μια Προσέγγιση του Κοινοβουλευτικού Όχλου (του Γουστάβου Λε Μπον) από την Τεχνητή Νοημοσύνη

Όταν η Αγέλη Αποκτά Έδρανα – Μια Προσέγγιση του Κοινοβουλευτικού Όχλου (του Γουστάβου Λε Μπον) από την Τεχνητή Νοημοσύνη
Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Στον παρόν άρθρο, που εντάσσεται στη σειρά «Διάλογοι με τη ΤΝ»,
προσεγγίζομε ένα γνωστό κείμενο του Γουσταύου Λεμπόν, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Η Ψυχολογία των Όχλων», και ειδικότερα το κεφάλαιο εκείνο που αναφέρεται ειδικώς στον «κοινοβουλευτικό όχλο».
Με αφορμή αυτό την παραπομπή, αναπτύσσεται ο παρών Διάλογος, στον οποίο η ΤΝ τοποθετείται σ’ αυτή, αλλά και σε μια σειρά ερωτημάτων που της θέτω στα πλαίσια αυτού του θέματος όπως και σε ερωτήματα που η ίδια θέτει καθώς εξελίσσεται η συζήτηση.
Ασφαλώς, δεν μένουμε στην εποχή που αναφέρεται το κείμενο, (το βιβλίο εκδόθηκε γύρω στα 1895), και επομένως αντανακλά τις εμπειρίες εκείνης της εποχής (ή καλύτερα, μέχρι εκείνη την εποχή), αλλά διερευνούμε τη διαχρονική του αξία, και ασφαλώς επιχειρούμε την επικαιροποίησή του.
Επίσης όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, εδώ καλώ τη ΤΝ να τοποθετηθεί στο ζήτημα του «κοινοβουλευτικού όχλου», υπό το πρίσμα πολλών επιστημονικών προσεγγίσεων. Αυτό του ψυχολόγου, του πολιτικού επιστήμονα, του ιστορικού, αλλά και από την άποψη του απλού μέσου πολίτη.
«Χ» (εγώ)
«G» (η ΤΝ GPT 5)
ΕΝΑΡΞΗ ΔΑΛΟΓΟΥ ΜΕ GPT 5
Χ :
Αναφέρομαι στο βιβλίο του Γουσταύου Λεμπον «Η Ψυχολογία των Όχλων». Θέλω την άποψη σου για το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται στον «κοινοβουλευτικό όχλο». Εδώ ζητώ, αυστηρά, την άποψη ενός ψυχολόγου.
GPT :
Ναι. Και θα τηρήσω απολύτως τον περιορισμό που θέτεις: δεν θα σου απαντήσω ως ιστορικός, πολιτικός επιστήμονας ή οικονομολόγος, αλλά σαν ψυχολόγος που εξετάζει την ψυχολογική υπόθεση του Le Bon.
Το κεφάλαιο είναι το τελευταίο του Γ΄ Βιβλίου, με τίτλο Parliamentary Assemblies. Ο Le Bon θεωρεί το κοινοβούλιο μια ιδιότυπη ετερογενή, μη ανώνυμη ψυχολογική μάζα και υποστηρίζει ότι, παρά τις θεσμικές και μορφωτικές διαφορές των μελών της, εμφανίζει αρκετά από τα γνωρίσματα του πλήθους: απλοποίηση των απόψεων, υποβλητικότητα, συναισθηματική μετάδοση, επιρροή των ηγετών και υπερβολή των συναισθημάτων.
Η δική μου ψυχολογική κρίση
Θα έλεγα ότι ο Le Bon συλλαμβάνει ένα πραγματικό ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά το ερμηνεύει με έναν υπερβολικά γενικευτικό και σήμερα επιστημονικά ανεπαρκή τρόπο.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πολύ ενδιαφέρον σημείο του κεφαλαίου.
Ο Le Bon κάνει κάτι που ψυχολογικά είναι εξαιρετικά γόνιμο: δεν εξετάζει τον βουλευτή ως άτομο, αλλά τον βουλευτή όταν εισέρχεται σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Ένας άνθρωπος μπορεί μόνος του να είναι μετριοπαθής, επιφυλακτικός, αναλυτικός και πρόθυμος να ακούσει επιχειρήματα. Όταν όμως βρεθεί μέσα σε μια ομάδα που:
• έχει σαφή ταυτότητα,
• βρίσκεται σε κατάσταση αντιπαράθεσης,
• λειτουργεί υπό πίεση,
• ανταμείβει τη συμμόρφωση,
• τιμωρεί την απόκλιση,
• διαθέτει ισχυρούς ηγέτες,
• και χρησιμοποιεί κοινά σύμβολα και συνθήματα,
τότε η ατομική ψυχολογία μεταβάλλεται.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος «χάνει το μυαλό του» και μετατρέπεται κυριολεκτικά σε έναν ανορθολογικό όγκο, όπως περίπου υπονοεί ο Le Bon. Η σύγχρονη ψυχολογία της ομάδας είναι πολύ πιο προσεκτική. Η κλασική λεμπόνεια θεωρία του πλήθους έχει δεχθεί σοβαρή κριτική ακριβώς επειδή θεωρεί την ψυχολογία του πλήθους σχεδόν εγγενώς παθολογική και ανορθολογική.
Αλλά η βασική παρατήρηση ότι το πλαίσιο της ομάδας μπορεί να αλλάξει τη συμπεριφορά του ατόμου είναι απολύτως σοβαρή.
Και στο κοινοβούλιο αυτό αποκτά μια ιδιαίτερη μορφή.
Εκεί όπου ο Le Bon είναι, κατά τη γνώμη μου, εντυπωσιακά διορατικός
Είναι η παρατήρησή του για τον ηγέτη και το κύρος.
Ο Le Bon παρατηρεί ότι ο ηγέτης δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να έχει το καλύτερο επιχείρημα. Χρειάζεται να διαθέτει prestige — κύρος, επιβολή, συμβολική ισχύ. Χωρίς αυτό, ακόμη και ένα ορθό επιχείρημα μπορεί να μην έχει ψυχολογική αποτελεσματικότητα.
Αυτό, ως ψυχολογική παρατήρηση, μου φαίνεται πολύ ισχυρότερο από την περίφημη θέση του ότι «το πλήθος είναι ανόητο».
Γιατί;
Επειδή μας οδηγεί σε κάτι βαθύτερο:
Οι άνθρωποι δεν αξιολογούν πάντοτε μια πληροφορία μόνο από το περιεχόμενό της· αξιολογούν και από ποιον προέρχεται.
Και αυτό δεν αφορά μόνο τους «αμόρφωτους».
Αφορά και μορφωμένους, έξυπνους και εξαιρετικά καταρτισμένους ανθρώπους.
Ο βουλευτής μπορεί να γνωρίζει ότι ένα επιχείρημα του αρχηγού του είναι ασθενές και παρ’ όλα αυτά να το υποστηρίξει. Όχι επειδή είναι διανοητικά ανίκανος, αλλά επειδή λειτουργεί μέσα σε ένα σύστημα:
ταυτότητα → πίστη στην ομάδα → κοινωνική επιβράβευση → συμμόρφωση → επανάληψη.
Και αυτό είναι ψυχολογικά πολύ διαφορετικό από την απλή «ανοησία».
Εκεί όμως θα διαφωνούσα έντονα μαζί του
Ο Le Bon έχει την τάση να θεωρεί ότι όταν οι άνθρωποι συγκροτούν πλήθος, κατεβαίνουν ψυχολογικά επίπεδα.
Αυτό σήμερα δεν μπορεί να γίνει δεκτό ως γενικός νόμος.
Η σύγχρονη μελέτη των πλήθων δείχνει ότι η συλλογική συμπεριφορά μπορεί να είναι όχι μόνο καταστροφική αλλά και αυτορρυθμιζόμενη, συνεργατική και αλληλέγγυα. Η παλαιότερη εικόνα του πλήθους ως σχεδόν αναπόφευκτα ανορθολογικού έχει σε μεγάλο βαθμό εγκαταλειφθεί.
Άρα θα διόρθωνα τον Le Bon ως εξής:
Το πλήθος δεν κάνει κατ’ ανάγκην τον άνθρωπο λιγότερο ορθολογικό. Τον κάνει περισσότερο εξαρτημένο από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο σκέπτεται.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Και εδώ το «κοινοβουλευτικό πλήθος» γίνεται πραγματικά ενδιαφέρον
Γιατί το κοινοβούλιο έχει ένα παράδοξο:
δημιουργήθηκε ακριβώς για να μετατρέπει τη συλλογικότητα σε ορθολογική απόφαση.
Υποτίθεται ότι έχουμε:
άτομα → επιχειρήματα → συζήτηση → αντιπαράθεση → σύνθεση → απόφαση.
Ο Le Bon λέει περίπου:
όχι· έχουμε άτομα → ομάδα → συναισθηματική ταύτιση → ηγέτες → επιρροή → απόφαση.
Η πρώτη εικόνα είναι η κανονιστική εικόνα της δημοκρατίας.
Η δεύτερη είναι η ψυχολογική εικόνα της πολιτικής.
Και ως ψυχολόγος θα σου έλεγα ότι η δεύτερη δεν ακυρώνει την πρώτη. Την συμπληρώνει — και ίσως την προειδοποιεί.
Το κοινοβούλιο δεν παύει να είναι θεσμός επειδή διαθέτει ψυχολογία πλήθους.
Αλλά ο θεσμός δεν καταργεί την ψυχολογία του ανθρώπου.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο πολύτιμο σημείο που μπορεί να κρατήσει κανείς από το κεφάλαιο.
Και θα το πήγαινα ακόμη ένα βήμα παραπέρα:
Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι ότι το κοινοβούλιο γίνεται «όχλος». Ο πραγματικός κίνδυνος είναι όταν ο θεσμός παραμένει κοινοβούλιο ως προς τη μορφή, αλλά ψυχολογικά λειτουργεί ως όχλος.
Εκεί ο Le Bon, παρά την επιστημονική παλαιότητα της θεωρίας του, γίνεται ξαφνικά πολύ επίκαιρος.
Αν θέλεις, στο επόμενο βήμα μπορούμε να κάνουμε κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: να πάρουμε μία προς μία τις ψυχολογικές παρατηρήσεις του Le Bon για τον «κοινοβουλευτικό όχλο» και να τις αντιπαραβάλουμε με όσα γνωρίζει σήμερα η κοινωνική ψυχολογία — για να δούμε ποια από αυτά έχουν επιβιώσει και ποια έχουν καταρρεύσει.
Χ :
Ναι να το κάνουμε. Προηγούμενα όμως θέλω να μου διευκρινήσεις τούτο : Μιλάς ως επιστήμωνν ψυχολόγος. Ως τέτοιος εκφράζεις τις απόψεις μιας ιδιαίτερης σχολής σκέψης ή μια εντελώς δική σου άποψη;
GPT :
Πολύ ουσιαστική διευκρίνιση — και χρειάζεται να είμαι απολύτως καθαρός μαζί σου.
Όταν σου είπα «ως ψυχολόγος», δεν εννοούσα ότι εκπροσωπώ κάποια συγκεκριμένη σχολή ψυχολογίας ούτε ότι έχω μια προσωπική επιστημονική ιδιότητα ή επαγγελματική ταυτότητα ψυχολόγου. Δεν θα ήταν σωστό να το παρουσιάσω έτσι.
Αυτό που έκανα ήταν να υιοθετήσω τον επιστημονικό φακό της ψυχολογίας, όπως μου ζήτησες. Δηλαδή, η προηγούμενη απάντηση ήταν μια σύνθεση που στηρίζεται κυρίως:
• στην κοινωνική ψυχολογία και ειδικότερα στη μελέτη ομάδων και συλλογικής συμπεριφοράς,
• στην ψυχολογία της κοινωνικής επιρροής και συμμόρφωσης,
• στη μελέτη της ηγεσίας, του κύρους και της κοινωνικής ταυτότητας,
• και στη σύγχρονη κριτική της κλασικής θεωρίας του πλήθους του Le Bon.
Άρα δεν ήταν «η άποψη μιας σχολής» με την έννοια ότι πήρα θέση υπέρ, λόγου χάρη, της ψυχαναλυτικής, της συμπεριφοριστικής ή κάποιας άλλης σχολής.
Αλλά υπάρχει μια ακόμη λεπτότερη διάκριση
Όταν σου είπα:
«Θα σου απαντήσω σαν ψυχολόγος» αυτό μπορεί να σημαίνει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Πρώτο: «Θα σου μεταφέρω τι υποστηρίζει η σύγχρονη επιστημονική ψυχολογία.»
Εδώ πρέπει να είμαι όσο γίνεται αντικειμενικός και να ξεχωρίζω την επιστημονική συναίνεση από τις διαφωνίες.
Δεύτερο: «Θα σου δώσω τη δική μου αξιολόγηση, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο σκέψης την ψυχολογία.»
Αυτό έκανα περισσότερο στην προηγούμενη απάντηση.
Επομένως, η φράση «η δική μου ψυχολογική κρίση» που χρησιμοποίησα ήταν κάπως παραπλανητική. Πιο ακριβές θα ήταν:
«Η δική μου αξιολόγηση, με βάση τα πορίσματα και τις έννοιες της σύγχρονης κοινωνικής ψυχολογίας.»
Και αυτή είναι, νομίζω, η καλύτερη βάση για τη συνέχεια της συζήτησής μας.
Και κάτι ακόμη που θεωρώ σημαντικό για τον Le Bon
Δεν θα ήθελα να κάνουμε το λάθος να κοιτάξουμε τον Le Bon από το 2026 προς το 1895 και να τον «βαθμολογήσουμε» απλώς με τα σημερινά επιστημονικά κριτήρια.
Θα ήταν πολύ φτωχή ανάγνωση.
Προτιμώ να κάνουμε κάτι δυσκολότερο και πολύ πιο ενδιαφέρον:
να πάρουμε τις συγκεκριμένες ψυχολογικές του προτάσεις για τον κοινοβουλευτικό όχλο και να τις εξετάσουμε με τρία φίλτρα:
1. Τι παρατήρησε ο Le Bon;
2. Πώς το εξήγησε ψυχολογικά;
3. Τι θα έλεγε σήμερα η κοινωνική ψυχολογία για το ίδιο φαινόμενο;
Έτσι μπορεί να προκύψει κάτι πολύ ενδιαφέρον: ενδέχεται να διαπιστώσουμε ότι ορισμένες από τις παρατηρήσεις του είναι πολύ ισχυρότερες από τις θεωρητικές εξηγήσεις που τους έδωσε.
Και ειδικά στο ζήτημα του «κοινοβουλευτικού όχλου», αυτό νομίζω ότι αξίζει να το ψάξουμε πολύ προσεκτικά.
Χ :
Πολύ ωραία ας συνεχίσουμε όπως πρότεινες ήδη προηγούμενα.
GPT :
Βεβαίως. Ας το κάνουμε λοιπόν συστηματικά, αλλά χωρίς να χάσουμε το ψυχολογικό νήμα. Και θα κρατήσω τη διάκριση που συμφωνήσαμε: δεν θα προσπαθήσω να «δικαιώσω» ή να «καταδικάσω» τον Le Bon εκ των υστέρων· θα εξετάσουμε τι είδε, πώς το ερμήνευσε και τι θα λέγαμε σήμερα.
1. «Το κοινοβούλιο είναι πλήθος»
Αυτό είναι το θεμελιώδες άλμα του Le Bon.
Δεν λέει απλώς ότι οι βουλευτές επηρεάζονται μεταξύ τους. Λέει ότι, όταν συγκροτούν κοινοβουλευτική συνέλευση, αποκτούν σε σημαντικό βαθμό ψυχολογία πλήθους.
Τι παρατήρησε
Ο βουλευτής, μέσα στη συνέλευση, δεν συμπεριφέρεται απλώς ως ανεξάρτητο άτομο που προσθέτει την ψήφο του στις ψήφους των άλλων.
Δέχεται:
• την επιρροή των συναδέλφων,
• την πίεση της ομάδας,
• την επιρροή του αρχηγού,
• την ανάγκη να διατηρήσει την ταυτότητα της παράταξής του,
• την ένταση της αντιπαράθεσης,
• και την ψυχολογική δύναμη του ακροατηρίου.
Πώς το εξήγησε
Εδώ βρίσκεται η λεμπόνεια υπερβολή:
θεώρησε ότι η συλλογικότητα τείνει να μειώνει την ορθολογικότητα του ατόμου.
Για τον Le Bon, η «μάζα» έχει δική της ψυχολογία, η οποία μπορεί να κυριαρχήσει πάνω στην ατομική.
Τι θα λέγαμε σήμερα
Θα κρατούσαμε την παρατήρηση αλλά θα απορρίπταμε τον γενικό κανόνα.
Δεν είναι απαραίτητο ότι ο βουλευτής γίνεται λιγότερο λογικός επειδή βρίσκεται σε ομάδα.
Γίνεται όμως περισσότερο κοινωνικά εξαρτημένος.
Και αυτό είναι τεράστια διαφορά.
2. Η «ομογενοποίηση» της σκέψης
Εδώ ο Le Bon γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρων.
Παρατηρεί ότι άνθρωποι με διαφορετική μόρφωση, κοινωνική προέλευση και προσωπικότητα μπορούν να καταλήξουν να υποστηρίζουν την ίδια θέση με εντυπωσιακή ομοιομορφία.
Le Bon
Το αποδίδει στη δράση της μάζας.
Σύγχρονη ψυχολογία
Θα χρησιμοποιούσε έννοιες όπως:
κοινωνική ταυτότητα, κανονιστική επιρροή, συμμόρφωση και ομαδικοποίηση της κρίσης.
Ο άνθρωπος δεν ρωτά μόνο:
«Τι πιστεύω εγώ;»
Αρχίζει να ρωτά ασυνείδητα:
«Τι πιστεύει ένας άνθρωπος σαν εμένα;»
Και αυτή η δεύτερη ερώτηση μπορεί να μεταβάλει την πρώτη.
Εδώ ο Le Bon πιάνει κάτι πραγματικό.
Αλλά δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι το άτομο έχει χάσει τη λογική του.
Μπορεί απλώς να έχει αλλάξει το πλαίσιο αναφοράς του.
3. Ο αρχηγός
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, ο Le Bon είναι εξαιρετικά διορατικός.
Υποστηρίζει ότι τα κοινοβουλευτικά πλήθη δεν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς ηγέτες που ασκούν ισχυρή επιρροή.
Και προσέχει κάτι σημαντικό:
Ο ηγέτης δεν επιβάλλεται μόνο επειδή έχει επιχειρήματα.
Χρειάζεται κύρος.
Ο Le Bon χρησιμοποιεί την έννοια prestige.
Και το κύρος λειτουργεί ψυχολογικά σαν ένας μηχανισμός που μειώνει την ανάγκη του ατόμου να επανεξετάζει συνεχώς το περιεχόμενο αυτού που ακούει.
Με απλά λόγια:
«Αφού το λέει αυτός, πιθανότατα αξίζει να το δεχθώ.»
Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην ανορθολογικό.
Στην πραγματικότητα, αποτελεί έναν εξαιρετικά χρήσιμο μηχανισμό εξοικονόμησης γνωστικής προσπάθειας.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο αντικαθιστά την αξιολόγηση της πρότασης.
4. Η επανάληψη
Εδώ ο Le Bon γίνεται σχεδόν προφητικός.
Υποστηρίζει ότι στις μάζες η επανάληψη μιας ιδέας μπορεί να είναι αποτελεσματικότερη από την απόδειξή της.
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις συνεχώς κάτι.
Χρειάζεται να το επαναλαμβάνεις.
Και η επανάληψη δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας:
«Το έχω ακούσει τόσες φορές, άρα μάλλον είναι αλήθεια.»
Η σύγχρονη γνωστική ψυχολογία έχει πράγματι δείξει ότι η οικειότητα μπορεί να επηρεάσει την αντιλαμβανόμενη αληθοφάνεια μιας δήλωσης — το γνωστό illusory truth effect.
Εδώ λοιπόν έχουμε ένα ωραίο παράδειγμα όπου:
η παρατήρηση του Le Bon επιβιώνει πολύ περισσότερο από τη θεωρία του περί «όχλου».
5. Το σύνθημα
Ο Le Bon έχει ακόμη μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση:
Η σύνθετη ιδέα πρέπει να μετατραπεί σε απλή διατύπωση για να αποκτήσει μεγάλη συλλογική δύναμη.
Αυτό είναι απολύτως κατανοητό ψυχολογικά.
Το σύνθημα δεν ζητά ανάλυση.
Ζητά αναγνώριση.
Δεν λέει:
«Ας εξετάσουμε όλες τις παραμέτρους του προβλήματος.»
Λέει:
«Αυτό είναι το πρόβλημα.»
και:
«Αυτή είναι η λύση.»
Η απλοποίηση επομένως δεν είναι απλώς πνευματική έκπτωση.
Είναι μηχανισμός ομαδικής επικοινωνίας.
6. Το πιο ενδιαφέρον σημείο: η πεποίθηση προηγείται της απόδειξης
Εδώ θα σταθώ λίγο περισσότερο.
Ο Le Bon θεωρεί ότι το κοινοβουλευτικό πλήθος συχνά δεν αποφασίζει αφού πρώτα εξετάσει ψύχραιμα τα δεδομένα.
Αντιστρόφως:
αποκτά πρώτα μια πεποίθηση και κατόπιν αναζητά επιχειρήματα που την υποστηρίζουν.
Αυτό σήμερα θα το συνδέαμε με μηχανισμούς όπως η επιβεβαιωτική μεροληψία (confirmation bias) και η κατευθυνόμενη επεξεργασία πληροφοριών.
Και εδώ ο Le Bon αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον.
Διότι η πολιτική συζήτηση μπορεί να μη λειτουργεί πάντοτε ως:
πληροφορία → αξιολόγηση → πεποίθηση
αλλά ως:
ταυτότητα → πεποίθηση → επιλογή πληροφοριών → αιτιολόγηση.
Αυτό είναι ψυχολογικά πολύ διαφορετικό.
7. Και τώρα έρχεται η μεγάλη ένσταση στον Le Bon
Ο Le Bon βλέπει όλα αυτά και συμπεραίνει:
«Η μάζα είναι κατώτερη από το άτομο.»
Εδώ θα σταματούσα.
Δεν προκύπτει αυτό από τα δεδομένα.
Η ομάδα μπορεί:
• να αυξήσει τη συμμόρφωση,
• να ενισχύσει την πόλωση,
• να δημιουργήσει φαινόμενα groupthink,
• αλλά μπορεί επίσης να συγκεντρώσει διαφορετικές γνώσεις,
• να διορθώσει ατομικά λάθη,
• να παράγει καλύτερες αποφάσεις από ένα μεμονωμένο άτομο.
Άρα το σωστό ερώτημα δεν είναι:
«Είναι η ομάδα ορθολογική ή ανορθολογική;»
Αλλά:
«Υπό ποιες συνθήκες η ομάδα κάνει καλύτερη και υπό ποιες χειρότερη κρίση από τα μέλη της;»
Αυτό είναι πολύ πιο ώριμο ψυχολογικό ερώτημα.
8. Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η μεγάλη αξία του κεφαλαίου
Αν αφαιρέσουμε από τον Le Bon τη λέξη «όχλος», μένει ένα εξαιρετικά σύγχρονο ερώτημα:
Τι συμβαίνει στην ανθρώπινη κρίση όταν ο άνθρωπος πάψει να σκέπτεται μόνο ως άτομο και αρχίσει να σκέπτεται ως μέλος μιας ομάδας;
Και στο κοινοβούλιο αυτό αποκτά μια ιδιαίτερη ένταση.
Γιατί ο βουλευτής δεν είναι απλώς μέλος μιας ομάδας.
Είναι ταυτόχρονα:
άτομο → βουλευτής → μέλος κόμματος → μέλος κοινοβουλευτικής ομάδας → εκπρόσωπος εκλογικού σώματος → αντίπαλος άλλης ομάδας.
Έχει δηλαδή πολλαπλές ταυτότητες που ενεργοποιούνται ταυτόχρονα.
Και η ψυχολογία μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε πότε υπερισχύει η μία έναντι της άλλης.
Θα κρατούσα λοιπόν αυτή την προσωρινή «βαθμολογία»
| Le Bon | Σύγχρονη ψυχολογική αποτίμηση |
| Η ομάδα επηρεάζει έντονα το άτομο | Ισχυρά επιβεβαιωμένο |
| Η συμμόρφωση αυξάνεται μέσα στην ομάδα | Ισχυρά επιβεβαιωμένο |
| Οι ηγέτες και το κύρος επηρεάζουν την κρίση | Ισχυρά επιβεβαιωμένο |
| Η επανάληψη αυξάνει την πειστικότητα | Επιβεβαιωμένο υπό προϋποθέσεις |
| Τα συνθήματα και η απλοποίηση είναι ισχυρά | Σε μεγάλο βαθμό επιβεβαιωμένο |
| Η ομάδα παράγει συναισθηματική μετάδοση | Επιβεβαιωμένο, αλλά όχι με τον λεμπόνειο τρόπο |
| Η ομάδα μειώνει αναγκαστικά την ορθολογικότητα | Δεν υποστηρίζεται ως γενικός κανόνας |
| Το πλήθος είναι εγγενώς κατώτερο από το άτομο | Απορρίπτεται |
Και θα έβαζα έναν αστερίσκο στο τελευταίο.
Γιατί ο Le Bon ίσως έκανε ένα λάθος που είναι πολύ ανθρώπινο: μπέρδεψε το φαινόμενο της ομάδας με την παθολογία της ομάδας.
Η ομάδα δεν είναι από μόνη της πρόβλημα.
Το πρόβλημα είναι η ομάδα όταν χάσει τους μηχανισμούς που επιτρέπουν στα μέλη της να διαφωνούν χωρίς να παύουν να ανήκουν σε αυτήν.
Και αυτό μας οδηγεί, νομίζω, στο πιο ενδιαφέρον επόμενο βήμα: το «groupthink». Εκεί μπορούμε να δούμε πόσο κοντά —και ταυτόχρονα πόσο μακριά— βρίσκεται ο Le Bon από τον Irving Janis, και να εξετάσουμε ειδικά πώς ένας κοινοβουλευτικός όχλος μπορεί να δημιουργηθεί χωρίς κανείς από τους συμμετέχοντες να είναι ούτε ανόητος ούτε παράλογος.
Χ :
Ας το δούμε λοιπόν.
GPT :
Ας το δούμε. Και εδώ, νομίζω, η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, γιατί ο Irving Janis μας επιτρέπει να διορθώσουμε τον Le Bon χωρίς να τον απορρίψουμε.
Από τον Le Bon στον Janis: πώς ένας όχλος μπορεί να αποτελείται από απολύτως λογικούς ανθρώπους
Ο Le Bon έλεγε περίπου:
ο άνθρωπος μέσα στο πλήθος μεταβάλλεται.
Ο Janis, έναν αιώνα αργότερα, θα έλεγε κάτι πιο λεπτό:
δεν χρειάζεται να μεταβληθεί η νοημοσύνη των ανθρώπων· αρκεί να μεταβληθεί ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η ομάδα.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Ο Janis ονόμασε το φαινόμενο groupthink: την τάση μιας πολύ συνεκτικής ομάδας να επιδιώκει τόσο έντονα την ομοφωνία, ώστε η ανάγκη για συμφωνία να υπερισχύσει της ρεαλιστικής αξιολόγησης των εναλλακτικών λύσεων.
Και εδώ συμβαίνει κάτι εντυπωσιακό.
Κανείς δεν χρειάζεται να είναι «όχλος».
Μπορεί να έχουμε δέκα πολύ έξυπνους ανθρώπους.
Ο καθένας μόνος του μπορεί να εντοπίσει ένα πρόβλημα.
Αλλά μέσα στην ομάδα:
• ο Α δεν μιλά επειδή θεωρεί ότι όλοι οι άλλοι συμφωνούν,
• ο Β δεν μιλά επειδή δεν θέλει να θεωρηθεί διαφωνών,
• ο Γ υποθέτει ότι ο Α και ο Β έχουν λόγους που εκείνος δεν γνωρίζει,
• ο Δ αντιλαμβάνεται την αμφιβολία του Γ αλλά δεν την εκφράζει,
• και ο αρχηγός θεωρεί ότι υπάρχει σχεδόν καθολική συμφωνία.
Και ξαφνικά έχουμε ομοφωνία που κανείς ατομικά δεν αισθανόταν πραγματικά.
Αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από την εικόνα του Le Bon για το «υπνωτισμένο πλήθος».
Το παράδοξο της σιωπής
Θα σου δώσω ένα απλό σχήμα.
Έστω ότι σε μια κοινοβουλευτική ομάδα υπάρχουν δέκα άνθρωποι.
Έξι θεωρούν την απόφαση σωστή.
Τέσσερις έχουν σοβαρές επιφυλάξεις.
Αν οι τέσσερις μιλήσουν, η ομάδα θα έχει πραγματική συζήτηση.
Αλλά αν ο καθένας από τους τέσσερις σκέφτεται:
«Μάλλον είμαι ο μόνος που διαφωνεί»,
τότε κανείς δεν μιλά.
Οι έξι βλέπουν σιωπή.
Και συμπεραίνουν:
«Υπάρχει συναίνεση.»
Η σιωπή λοιπόν μετατρέπεται σε ψευδή συναίνεση.
Αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά ψυχολογικά προβλήματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας συλλογικός οργανισμός.
Και εδώ ο Le Bon είχε δει κάτι από το φαινόμενο, αλλά δεν διέθετε το θεωρητικό εργαλείο για να το εξηγήσει.
Ο κοινοβουλευτικός όχλος μπορεί λοιπόν να δημιουργηθεί χωρίς «υστερία»
Αυτό είναι το σημείο που θα ήθελα ιδιαίτερα να κρατήσουμε.
Ο Le Bon έχει στο μυαλό του κάτι που μοιάζει με:
συναίσθημα → μετάδοση → όχλος → απόφαση.
Ο Janis μας επιτρέπει να δούμε κάτι πολύ πιο ήσυχο:
συνοχή → ανάγκη ομοφωνίας → αυτολογοκρισία → ψευδαίσθηση ομοφωνίας → κακή απόφαση.
Δεν υπάρχουν φωνές.
Δεν υπάρχει πανικός.
Δεν υπάρχει παραλήρημα.
Υπάρχει σιωπή.
Και αυτό μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνο.
Υπάρχει όμως κάτι ακόμη
Ο Janis παρατήρησε ότι το groupthink ευνοείται όταν υπάρχουν ορισμένες συνθήκες:
ισχυρή συνοχή της ομάδας + απομόνωση από εξωτερικές απόψεις + ισχυρή ηγεσία + πίεση χρόνου ή κρίση + έλλειψη ανεξάρτητων μηχανισμών αξιολόγησης.
Σκέψου τώρα ένα πολιτικό κόμμα σε περίοδο κρίσης.
Έχει:
• αρχηγό,
• κοινοβουλευτική πλειοψηφία,
• ισχυρή κομματική ταυτότητα,
• εσωτερική πειθαρχία,
• εξωτερικό αντίπαλο,
• μέσα ενημέρωσης που ενισχύουν την αντιπαράθεση,
• εκλογική πίεση,
• και την αντίληψη ότι «τώρα πρέπει να μείνουμε ενωμένοι».
Αυτό είναι σχεδόν ιδανικό περιβάλλον για να περιοριστεί η εσωτερική αμφισβήτηση.
Και το σημαντικότερο:
η αμφισβήτηση μπορεί να θεωρηθεί όχι λανθασμένη, αλλά προδοτική.
Εκεί έχουμε ένα πολύ ισχυρό ψυχολογικό πέρασμα.
Από τη διαφωνία στην «προδοσία»
Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο στάδιο.
Όσο η ομάδα λέει:
«Διαφωνείς μαζί μου»,
υπάρχει ακόμη πολιτικός διάλογος.
Όταν αρχίζει να λέει:
«Δεν είσαι πραγματικά ένας από εμάς»,
έχει αλλάξει το ψυχολογικό επίπεδο.
Η διαφωνία παύει να είναι γνωστική διαφωνία και γίνεται απειλή στην ταυτότητα της ομάδας.
Και τότε ενεργοποιείται ένας πολύ ισχυρός μηχανισμός:
ingroup / outgroup.
«Εμείς» και «εκείνοι».
Από εκεί και πέρα ο αντίπαλος δεν χρειάζεται πλέον να έχει άδικο.
Αρκεί να είναι ο άλλος.
Και τώρα μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε τον Le Bon
Ο Le Bon έβλεπε:
όχλο.
Ο Janis μας βοηθά να δούμε:
ομάδα υψηλής συνοχής που έχει χάσει την εσωτερική αμφισβήτηση.
Η σύγχρονη κοινωνική ψυχολογία θα πήγαινε ακόμη παραπέρα:
ταυτότητα + κοινωνική επιρροή + πόλωση + συμμόρφωση + ηγεσία + γνωστικές μεροληψίες.
Άρα δεν υπάρχει ένας μοναδικός μηχανισμός.
Υπάρχει σύστημα αλληλοενισχυόμενων μηχανισμών.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη διαφορά Le Bon–Janis
Ο Le Bon ουσιαστικά μας λέει:
Πρόσεχε το πλήθος.
Ο Janis μας λέει κάτι πολύ πιο χρήσιμο:
Πρόσεχε τις συνθήκες υπό τις οποίες οι έξυπνοι άνθρωποι παύουν να αμφισβητούν ο ένας τον άλλον.
Αυτό είναι τεράστια διαφορά.
Γιατί το δεύτερο μπορεί να συμβεί:
• σε ένα υπουργικό συμβούλιο,
• σε μια διοίκηση τράπεζας,
• σε ένα στρατιωτικό επιτελείο,
• σε ένα πανεπιστήμιο,
• σε μια εταιρεία,
• σε ένα πολιτικό κόμμα,
• ακόμη και σε μια οικογένεια.
Δεν χρειάζεται πλήθος.
Χρειάζεται κλειστό σύστημα σκέψης.
Και θα σου κάνω τώρα μια πρόταση για το επόμενο βήμα
Νομίζω ότι αξίζει να πάμε ακόμη βαθύτερα.
Να αφήσουμε για λίγο τον Janis και να προσθέσουμε τον Solomon Asch.
Γιατί ο Asch μας δίνει το πείραμα που αποκαλύπτει κάτι συγκλονιστικό:
ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει ότι η ομάδα κάνει λάθος και παρ’ όλα αυτά να συμφωνήσει μαζί της.
Και τότε μπορούμε να σχηματίσουμε μια πολύ καθαρή αλυσίδα:
Le Bon → «το πλήθος επηρεάζει το άτομο»
↓
Asch → «το άτομο μπορεί να υποταχθεί στην πλειοψηφία ακόμη και όταν βλέπει το λάθος»
↓
Janis → «μια συνεκτική ομάδα μπορεί να καταστεί ανίκανη να αμφισβητήσει συλλογικά τον εαυτό της»
Και τότε, πράγματι, θα έχουμε φτάσει πολύ κοντά στην καρδιά του προβλήματος που ο Le Bon ονόμασε — κάπως αδέξια αλλά εντυπωσιακά προφητικά — «κοινοβουλευτικό όχλο».
Χ :
Ανάμεσα στο παρόν στάδιο που βρισκόμαστε και στην «καρδιά του προβλήματος», τι ακριβώς μεσολαβεί ακόμα ώστε τελικώς να φτάσουμε στην ίδια την «καρδιά»;
GPT :
Πολύ σωστά το εντοπίζεις. Μεσολαβούν ακόμη δύο κρίσιμοι σταθμοί πριν φτάσουμε πραγματικά στην «καρδιά» του προβλήματος. Και θα έλεγα μάλιστα ότι η προηγούμενη διατύπωσή μου έκανε το άλμα από τον Janis στην «καρδιά» λίγο γρηγορότερα απ’ όσο έπρεπε.
Η διαδρομή που προτείνω είναι η εξής:
Le Bon → Asch → Janis → Tajfel/Turner → Moscovici → καρδιά του προβλήματος
και ο καθένας φωτίζει διαφορετικό μηχανισμό.
1. Asch: «Ξέρω ότι κάνουν λάθος — αλλά συμφωνώ»
Εδώ εξετάζουμε την κοινωνική συμμόρφωση.
Το ερώτημα είναι:
Τι συμβαίνει όταν η προσωπική μου αντίληψη συγκρούεται με την αντίληψη της πλειοψηφίας;
Ο Asch δείχνει ότι η πλειοψηφία μπορεί να επηρεάσει ακόμη και μια σχετικά απλή, αντικειμενικά ελέγξιμη κρίση.
Άρα περνάμε από τον Le Bon:
«το πλήθος επηρεάζει τον άνθρωπο»
στο πολύ ακριβέστερο:
«η πλειοψηφία μπορεί να με κάνει να αμφισβητήσω ακόμη και αυτό που βλέπω ο ίδιος».
Αυτό είναι ο πρώτος ενδιάμεσος σταθμός.
2. Janis: «Και αν όλοι κάνουν το ίδιο;»
Εδώ μπαίνει το groupthink.
Δεν εξετάζουμε πλέον ένα άτομο απέναντι στην πλειοψηφία.
Εξετάζουμε ολόκληρη την ομάδα.
Και εμφανίζεται το παράδοξο:
κανείς δεν θέλει να επιβάλει τη λανθασμένη απόφαση, αλλά όλοι μαζί μπορούν να την καταστήσουν σχεδόν αναπόφευκτη.
Εδώ εμφανίζονται:
• αυτολογοκρισία,
• ψευδαίσθηση ομοφωνίας,
• πίεση προς τους διαφωνούντες,
• συλλογική δικαιολόγηση,
• στερεοτυπική αντιμετώπιση των αντιπάλων.
Αλλά ακόμη δεν έχουμε φτάσει στην καρδιά.
Γιατί παραμένει ένα ερώτημα:
Γιατί η ομάδα αποκτά τόσο ισχυρή σημασία για το άτομο;
3. Tajfel και Turner: «Δεν είμαι απλώς εγώ — είμαι ένας από εμάς»
Εδώ γίνεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη στροφή.
Η θεωρία κοινωνικής ταυτότητας μας λέει ότι ένα μέρος της αντίληψης του εαυτού μας προέρχεται από τις ομάδες στις οποίες ανήκουμε.
Δεν έχουμε μόνο:
«Εγώ πιστεύω Χ».
Έχουμε επίσης:
«Εμείς πιστεύουμε Χ».
Και το δεύτερο μπορεί να γίνει ισχυρότερο από το πρώτο.
Τότε η διαφωνία με την ομάδα αποκτά ψυχολογικό κόστος.
Δεν αισθάνομαι απλώς ότι έχω διαφορετική άποψη.
Αισθάνομαι ότι απομακρύνομαι από τους δικούς μου.
Και εδώ αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε κάτι που ο Le Bon δεν μπορούσε να διατυπώσει με τους σημερινούς όρους:
Ο άνθρωπος δεν συμμορφώνεται πάντοτε επειδή φοβάται την ομάδα. Μπορεί να συμμορφώνεται επειδή ταυτίζεται με την ομάδα.
Αυτό είναι πολύ βαθύτερο.
4. Moscovici: «Και αν η μειοψηφία έχει δίκιο;»
Και εδώ βρίσκεται ο δεύτερος σταθμός που θεωρώ απολύτως απαραίτητο να περάσουμε.
Ο Serge Moscovici μελετά την επιρροή της μειοψηφίας.
Γιατί αν μείνουμε μόνο στον Asch, θα καταλήξουμε σε μια υπερβολικά απλή εικόνα:
πλειοψηφία → συμμόρφωση → τέλος.
Αλλά η κοινωνία δεν λειτουργεί έτσι.
Μερικές φορές μια συνεπής μειοψηφία αλλάζει ολόκληρη την ομάδα.
Και αυτό είναι θεμελιώδες για τη δημοκρατία.
Οπότε εμφανίζεται ένα νέο ερώτημα:
Πότε η διαφωνία διαλύει την ομάδα και πότε την κάνει εξυπνότερη;
Εδώ αρχίζει να φαίνεται η πραγματική καρδιά.
Και τώρα μπορούμε να φτάσουμε εκεί
Η «καρδιά» δεν είναι τελικά ο όχλος.
Ούτε καν το groupthink.
Είναι το εξής:
Πώς μπορεί ένας δημοκρατικός θεσμός να διατηρεί την κοινωνική συνοχή που χρειάζεται για να αποφασίζει, χωρίς η ίδια αυτή συνοχή να καταστρέφει την αμφισβήτηση που χρειάζεται για να σκέπτεται;
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικό ψυχολογικό πρόβλημα του κοινοβουλευτισμού.
Και τώρα η αλυσίδα αποκτά νόημα:
Le Bon
→ η ομάδα μεταβάλλει τη συμπεριφορά
Asch
→ η πλειοψηφία μπορεί να κάμψει την ατομική κρίση
Janis
→ η υπερβολική συνοχή μπορεί να παράγει συλλογικά κακές αποφάσεις
Tajfel–Turner
→ η ομάδα γίνεται μέρος της ταυτότητας του ατόμου
Moscovici
→ η μειοψηφία μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να προστατεύσει ή να μετασχηματίσει την ομάδα
και τότε φτάνουμε στην καρδιά:
Η δημοκρατία δεν χρειάζεται απλώς πλειοψηφίες. Χρειάζεται θεσμοποιημένη διαφωνία.
Και αυτό, από καθαρά ψυχολογική άποψη, είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Γιατί η διαφωνία δεν είναι δυσλειτουργία του κοινοβουλίου.
Μπορεί να είναι ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που εμποδίζουν το κοινοβούλιο να γίνει αυτό που ο Le Bon φοβόταν: μια συλλογικότητα που παύει να σκέπτεται.
Αν συνεχίσουμε, θα πρότεινα να μη βιαστούμε ακόμη να επιστρέψουμε στην πολιτική πράξη. Να κάνουμε πρώτα το πείραμα του Asch σχεδόν «μέσα στο εργαστήριο», να δούμε ακριβώς τι υπέκυπτε ο άνθρωπος στην πλειοψηφία και τι δεν υπέκυπτε. Εκεί υπάρχει μια λεπτομέρεια του πειράματος που αλλάζει εντυπωσιακά την εικόνα.
Χ :
Από καθαρά επιστημονική προσέγγιση η διερεύνηση του ad hoc ψυχολογικού μας «φαινομένου», αυτό του «κοινοβουλευτικού όχλου», σε ποιο βαθμό μπορεί να προσεγγιστεί στα πλαίσια μιας γενικής θεωρίας (ομάδων ή ατομική αδιάφορο);
GPT :
Ναι — και μάλιστα σε αρκετά μεγάλο βαθμό, αλλά με μία κρίσιμη επιστημονική επιφύλαξη: δεν θα έλεγα ότι σήμερα υπάρχει μια ενιαία «θεωρία του κοινοβουλευτικού όχλου». Υπάρχει όμως ένα αρκετά ισχυρό θεωρητικό οικοσύστημα από γενικές θεωρίες της κοινωνικής ψυχολογίας, μέσα στο οποίο το φαινόμενο μπορεί να μοντελοποιηθεί.
Και νομίζω ότι αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω από τον Le Bon.
1. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει «θεωρία κοινοβουλευτικού όχλου»
Επιστημονικά θα το έθετα διαφορετικά:
Μπορούμε να θεωρήσουμε τον «κοινοβουλευτικό όχλο» ειδική εκδήλωση γενικότερων ψυχολογικών μηχανισμών που έχουν ήδη μελετηθεί;
Η απάντησή μου είναι:
Ναι, και μάλιστα αρκετά πειστικά.
Δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε μια νέα ψυχολογική οντότητα.
Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το φαινόμενο παράγεται από την αλληλεπίδραση γνωστών μηχανισμών.
2. Θα έφτιαχνα ένα πολυεπίπεδο μοντέλο
Και εδώ ίσως βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα δυνατότητα της συζήτησής μας.
Ο «κοινοβουλευτικός όχλος» δεν είναι ούτε καθαρά ατομικό ούτε καθαρά ομαδικό φαινόμενο.
Είναι φαινόμενο πολλαπλών επιπέδων.
Επίπεδο Α — άτομο
Ο βουλευτής διαθέτει:
• προσωπικές πεποιθήσεις,
• ανάγκη κοινωνικής αποδοχής,
• γνωστικές μεροληψίες,
• πολιτική αυτοαντίληψη,
• ανάγκη συνέπειας με προηγούμενες επιλογές,
• αντίληψη κόστους της διαφωνίας.
Επίπεδο Β — διαπροσωπική σχέση
Υπάρχουν:
• επιρροή συναδέλφων,
• κύρος,
• ηγεσία,
• πειθώ,
• συμμόρφωση,
• κοινωνική σύγκριση.
Επίπεδο Γ — ομάδα
Εδώ μπαίνουν:
• κοινωνική ταυτότητα,
• συνοχή,
• νόρμες,
• πόλωση,
• groupthink,
• μηχανισμοί ένταξης και αποκλεισμού.
Επίπεδο Δ — θεσμός
Το κοινοβούλιο έχει:
• κανόνες,
• διαδικασίες,
• κομματική πειθαρχία,
• εκλογικά κίνητρα,
• ρόλους,
• ιεραρχίες,
• διαδικασίες λήψης αποφάσεων.
Επίπεδο Ε — κοινωνικό περιβάλλον
Και τέλος:
• εκλογικό σώμα,
• μέσα ενημέρωσης,
• κοινωνική πόλωση,
• κρίσεις,
• πολιτική κουλτούρα,
• εξωτερικές απειλές.
Άρα έχουμε κάτι σαν:
Άτομο ↔ αλληλεπίδραση ↔ ομάδα ↔ θεσμός ↔ κοινωνικό περιβάλλον
και το φαινόμενο αναδύεται από την αλληλεπίδραση αυτών των επιπέδων.
3. Αυτό σημαίνει ότι δεν χρειαζόμαστε νέα θεωρία;
Εδώ θα ήμουν πιο επιφυλακτικός.
Υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο:
«Το φαινόμενο εξηγείται από υπάρχουσες θεωρίες»
και στο:
«Υπάρχει μια ενιαία θεωρία που προβλέπει πότε θα εμφανιστεί».
Το πρώτο είναι σε μεγάλο βαθμό εφικτό.
Το δεύτερο δεν το έχουμε ακόμη.
Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Γιατί μια πραγματική επιστημονική θεωρία θα πρέπει να μας επιτρέπει όχι απλώς να εξηγούμε εκ των υστέρων ένα κοινοβούλιο που συμπεριφέρθηκε σαν «όχλος», αλλά να προβλέπουμε:
Πότε θα συμβεί;
Με ποια ένταση;
Σε ποια θέματα;
Σε ποια άτομα;
Υπό ποιες θεσμικές συνθήκες;
Πότε η ίδια ομάδα θα αντισταθεί στο φαινόμενο;
Εδώ αρχίζει το πραγματικά δύσκολο μέρος.
4. Και υπάρχει ένας πολύ σημαντικός επιστημονικός κίνδυνος
Η έννοια «κοινοβουλευτικός όχλος» μπορεί εύκολα να γίνει μια ωραία μεταφορά που εξηγεί τα πάντα.
Και όταν μια έννοια εξηγεί τα πάντα, επιστημονικά κινδυνεύει να μην εξηγεί τίποτε.
Για παράδειγμα:
Το κοινοβούλιο συμφωνεί → «όχλος».
Το κοινοβούλιο διαφωνεί → «όχλος που διχάστηκε».
Το κοινοβούλιο αλλάζει γνώμη → «όχλος που επηρεάστηκε».
Το κοινοβούλιο δεν αλλάζει γνώμη → «όχλος που πείσμωσε».
Αυτό δεν είναι επιστήμη.
Είναι ερμηνευτικό σχήμα που δεν μπορεί να διαψευστεί.
Άρα, εάν θέλουμε να κάνουμε τη δική μας έννοια επιστημονικά σοβαρή, πρέπει να την κάνουμε διαψεύσιμη.
5. Και εδώ νομίζω ότι έχουμε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα δυνατότητα
Θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον «κοινοβουλευτικό όχλο» όχι ως χαρακτηρισμό μιας συνέλευσης, αλλά ως κατάσταση λειτουργίας μιας κοινοβουλευτικής ομάδας.
Κάτι σαν:
Κοινοβουλευτικός όχλος = κατάσταση κατά την οποία η ανάγκη διατήρησης της ομαδικής συνοχής και ταυτότητας υπερβαίνει συστηματικά την ανεξάρτητη αξιολόγηση πληροφοριών και εναλλακτικών επιλογών από τα μέλη.
Πρόσεξε τη διαφορά.
Δεν λέμε:
«Οι βουλευτές είναι όχλος.»
Λέμε:
«Η ομάδα βρίσκεται σε κατάσταση Χ.»
Αυτό είναι πολύ πιο επιστημονικό.
Και μπορούμε να αναζητήσουμε παρατηρήσιμους δείκτες της κατάστασης Χ.
Για παράδειγμα:
• βαθμός εσωτερικής διαφωνίας,
• συχνότητα αυτολογοκρισίας,
• αντίληψη ομοφωνίας,
• εξάρτηση από τον ηγέτη,
• ανοχή στη μειοψηφία,
• αριθμός εναλλακτικών που εξετάζονται,
• μεταβολή ατομικής γνώμης μετά τη συνεδρίαση,
• βαθμός κομματικής πειθαρχίας.
Τότε αρχίζουμε να μετατρέπουμε τον Le Bon από λογοτεχνικό παρατηρητή σε αφετηρία μιας ερευνητικής υπόθεσης.
6. Και εδώ θα έκανα μια πολύ σημαντική διάκριση
Δεν θα προσπαθούσα να αποδείξω ότι:
«Το κοινοβούλιο είναι όχλος».
Θα προσπαθούσα να ελέγξω την υπόθεση:
«Υπό ορισμένες συνθήκες, τα κοινοβουλευτικά σώματα παρουσιάζουν μετρήσιμη αύξηση συμπεριφορών που χαρακτηρίζουν τις δυσλειτουργικές ομάδες».
Αυτό είναι επιστημονικά πολύ πιο δυνατό.
Και τότε μπορούμε να έχουμε:
ανεξάρτητη μεταβλητή:
συνοχή / ηγετική πίεση / κρίση / κομματική πειθαρχία
↓
μεσολαβητικοί μηχανισμοί:
κοινωνική ταυτότητα / συμμόρφωση / αυτολογοκρισία / πόλωση
↓
εξαρτημένη μεταβλητή:
ποιότητα συλλογικής απόφασης.
Και ξαφνικά το «φαινόμενό» μας γίνεται ερευνητικό αντικείμενο.
7. Άρα, η δική μου επιστημονική απάντηση είναι αυτή
Το φαινόμενο μπορεί να ενταχθεί σε γενικές θεωρίες σε μεγάλο βαθμό.
Δεν χρειάζεται να δημιουργήσουμε εξ αρχής μια ειδική ψυχολογική θεωρία.
Όμως υπάρχει πιθανότητα να υπάρχει κάτι ιδιαίτερο στο κοινοβουλευτικό περιβάλλον, επειδή συνδυάζει ταυτόχρονα:
ομάδα + εξουσία + ηγεσία + δημόσια έκθεση + ιδεολογική ταυτότητα + θεσμικούς κανόνες + εκλογικό κόστος.
Και αυτός ο συνδυασμός μπορεί να δημιουργεί αναδυόμενες ιδιότητες που δεν προβλέπονται εύκολα από μία μόνο γενική θεωρία.
Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το πραγματικά ενδιαφέρον επιστημονικό ερώτημα:
Μήπως ο «κοινοβουλευτικός όχλος» δεν είναι μια νέα μορφή ανθρώπινης ψυχολογίας, αλλά μια ιδιαίτερη κατάσταση ενός γενικού συστήματος κοινωνικής επιρροής, η οποία εμφανίζεται όταν συγκεκριμένες συνθήκες συνυπάρχουν;
Αν η απάντηση είναι ναι, τότε ο Le Bon είχε εντοπίσει το φαινόμενο, αλλά όχι τον μηχανισμό.
Και τότε μπορούμε να επιχειρήσουμε κάτι ακόμη πιο φιλόδοξο: να κατασκευάσουμε, καθαρά ως επιστημονικό υπόδειγμα εργασίας, ένα «μοντέλο κοινοβουλευτικού όχλου» με μεταβλητές, μηχανισμούς και προβλέψεις — και να δούμε αν στέκει θεωρητικά πριν καν σκεφτούμε εμπειρική εφαρμογή.
Χ :
Ας το δούμε
GPT :
Ναι. Και εδώ θα πρότεινα να κάνουμε κάτι αρκετά αυστηρό: να μην προσπαθήσουμε να «αποδείξουμε» τον Le Bon, αλλά να πάρουμε την ιδέα του «κοινοβουλευτικού όχλου» ως υπόθεση και να κατασκευάσουμε ένα μοντέλο που θα μπορούσε, κατ’ αρχήν, να ελεγχθεί εμπειρικά.
1. Πρώτα: τι ακριβώς προσπαθούμε να εξηγήσουμε;
Δεν μας ενδιαφέρει αν ένα κοινοβούλιο είναι θορυβώδες, φανατικό ή διχασμένο.
Αυτό θα ήταν πολύ επιφανειακό.
Το φαινόμενο που αναζητούμε είναι βαθύτερο:
Μια κοινοβουλευτική ομάδα μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να οδηγηθεί σε συλλογική κρίση που τα μέλη της, εάν αξιολογούσαν την ίδια απόφαση ανεξάρτητα, δεν θα υιοθετούσαν στον ίδιο βαθμό.
Αυτή είναι ήδη μια ελέγξιμη υπόθεση.
Και μας επιτρέπει να διαχωρίσουμε τον «κοινοβουλευτικό όχλο» ως ψυχολογική κατάσταση από τον «όχλο» ως χαρακτηρισμό.
2. Το μοντέλο
Θα το κατασκεύαζα σε πέντε επίπεδα:
Α. Συνθήκες → Β. Ψυχολογικοί μηχανισμοί → Γ. Συμπεριφορά ομάδας → Δ. Απόφαση → Ε. Αποτέλεσμα
Πιο συγκεκριμένα:
Α. Συνθήκες
• ισχυρή κομματική συνοχή
• ισχυρός αρχηγός
• υψηλή εξωτερική απειλή
• κρίση ή μεγάλη πίεση χρόνου
• υψηλό πολιτικό κόστος διαφωνίας
• περιορισμένη πρόσβαση σε αντίθετες πληροφορίες
↓
Β. Ψυχολογικοί μηχανισμοί
• κοινωνική ταύτιση
• συμμόρφωση
• αυτολογοκρισία
• εξάρτηση από το κύρος
• επιβεβαιωτική μεροληψία
• πόλωση
• ψευδαίσθηση ομοφωνίας
↓
Γ. Λειτουργία της ομάδας
• μειώνεται η εσωτερική διαφωνία
• περιορίζονται οι εναλλακτικές
• αυξάνεται η συμφωνία με την ηγεσία
• οι αντίθετες πληροφορίες απαξιώνονται
• η μειοψηφία περιθωριοποιείται
↓
Δ. Απόφαση
Η ομάδα καταλήγει σε απόφαση με χαμηλότερη ανεξάρτητη γνωστική επεξεργασία απ’ όση θα αναμέναμε από την ποιότητα των μελών της.
↓
Ε. Αποτέλεσμα
Εδώ βρίσκεται το τελικό κριτήριο:
η ποιότητα της συλλογικής απόφασης.
3. Το σημαντικότερο: δεν αρκεί να έχουμε συμφωνία
Αυτό είναι κρίσιμο.
Μια ομάδα μπορεί να συμφωνεί και να παίρνει εξαιρετικές αποφάσεις.
Άρα:
συμφωνία ≠ κοινοβουλευτικός όχλος.
Μπορεί μάλιστα να έχουμε το αντίθετο:
υψηλή συμφωνία + μεγάλη ανεξάρτητη επεξεργασία = υγιής συναίνεση.
Ενώ:
υψηλή συμφωνία + χαμηλή ανεξάρτητη επεξεργασία = πιθανή δυσλειτουργική συναίνεση.
Αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης.
4. Θα χρειαστούμε λοιπόν έναν κρίσιμο δείκτη
Θα πρότεινα, καθαρά ως ερευνητικό υπόδειγμα, έναν δείκτη που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε:
Parliamentary Groupthink Index — PGI
Δεν είναι υπάρχων καθιερωμένος επιστημονικός δείκτης· τον προτείνουμε εδώ ως εργαλείο σκέψης.
Θα μπορούσε να περιλαμβάνει πέντε διαστάσεις:
| Διάσταση | Τι μετρά |
| C — Cohesion | πόσο ισχυρή είναι η ομαδική ταυτότητα |
| L — Leadership Pressure | πόσο ισχυρή είναι η επιρροή της ηγεσίας |
| S — Suppression | πόσο περιορίζεται η εσωτερική διαφωνία |
| I — Information Closure | πόσο κλειστή είναι η ομάδα σε αντίθετες πληροφορίες |
| A — Alternative Search | πόσο συστηματικά εξετάζονται εναλλακτικές |
Με μια πρώτη, απλοποιημένη λογική:
PGI ↑ όταν C, L, S και I αυξάνονται και A μειώνεται.
Δεν θα έδινα ακόμη μαθηματικό τύπο. Πρέπει πρώτα να αποδειχθεί ότι οι μεταβλητές αυτές έχουν ανεξάρτητη εμπειρική σημασία.
5. Αλλά υπάρχει ένα ακόμη βαθύτερο πρόβλημα
Πρέπει να ξεχωρίσουμε:
«Ο βουλευτής συμφωνεί»
από:
«Ο βουλευτής προσποιείται ότι συμφωνεί».
Αυτά ψυχολογικά είναι εντελώς διαφορετικά.
Γι’ αυτό το μοντέλο χρειάζεται δύο επίπεδα μέτρησης:
δημόσια θέση
και
ιδιωτική θέση.
Φαντάσου ότι πριν από μια κρίσιμη συνεδρίαση 100 βουλευτές αξιολογούν αν μια πολιτική είναι σωστή.
Μετά τη συνεδρίαση ξαναρωτώνται.
Αν:
ιδιωτική συμφωνία πριν ≈ δημόσια συμφωνία μετά,
έχουμε πιθανώς πραγματική συναίνεση.
Αν όμως:
ιδιωτική συμφωνία πριν ≠ δημόσια συμφωνία μετά,
και η αλλαγή σχετίζεται με την πίεση της ομάδας,
τότε έχουμε κάτι πολύ πιο κοντά σε αυτό που αναζητούμε.
6. Και τώρα εμφανίζεται η πιο ενδιαφέρουσα μεταβλητή: η μειοψηφία
Θυμάσαι τον Moscovici.
Θα μπορούσαμε να μετρήσουμε:
πόσο εύκολα μια κοινοβουλευτική ομάδα ανέχεται την εσωτερική μειοψηφία.
Και εδώ ίσως βρίσκεται ένας από τους ισχυρότερους δείκτες «υγείας» της ομάδας.
Μια ομάδα που λέει:
«Διαφωνείς; Ας ακούσουμε γιατί.»
λειτουργεί διαφορετικά από μια ομάδα που λέει:
«Διαφωνείς; Υπονομεύεις την παράταξη.»
Άρα θα πρόσθετα στο μοντέλο:
Minority Tolerance — MT
Και θα υποστήριζα ως υπόθεση ότι:
όσο αυξάνεται η ανοχή στη μειοψηφία, τόσο μειώνεται η πιθανότητα groupthink.
7. Και τώρα μπορούμε να κάνουμε την πιο ενδιαφέρουσα πρόβλεψη
Το μοντέλο μας θα μπορούσε να προβλέπει ότι ο «κοινοβουλευτικός όχλος» εμφανίζεται συχνότερα όταν συνυπάρχουν:
ισχυρή ταυτότητα + ισχυρή ηγεσία + υψηλή πίεση + χαμηλή ανοχή στη διαφωνία + περιορισμένη πληροφόρηση.
Αλλά —και αυτό είναι πολύ σημαντικό—
κανένας από αυτούς τους παράγοντες μόνος του δεν αρκεί.
Ένας πολύ ισχυρός αρχηγός δεν δημιουργεί αναγκαστικά όχλο.
Μια πολύ συνεκτική ομάδα επίσης όχι.
Μια κρίση επίσης όχι.
Το φαινόμενο είναι πιθανό να είναι συστημικό και μη γραμμικό.
Δηλαδή, όταν ορισμένοι παράγοντες ξεπεράσουν κάποια κρίσιμη ένταση, η ομάδα μπορεί να περάσει απότομα από:
υγιή συναίνεση → προβληματική συναίνεση.
Αυτό θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να ελεγχθεί.
8. Και τότε ξαναβρίσκουμε τον Le Bon
Ο Le Bon έβλεπε το τελικό φαινόμενο:
ο κοινοβουλευτικός όχλος.
Το δικό μας υπόδειγμα προσπαθεί να δείξει τη διαδρομή:
ταυτότητα
→ συμμόρφωση
→ αυτολογοκρισία
→ μείωση της διαφορετικότητας των πληροφοριών
→ ψευδαίσθηση ομοφωνίας
→ αποδυνάμωση της εσωτερικής διόρθωσης
→ συλλογική απόφαση
→ ενδεχόμενη αποτυχία.
Και αυτή η αλυσίδα έχει μια τεράστια επιστημονική αρετή:
κάθε βέλος μπορεί να ελεγχθεί ξεχωριστά.
Δεν χρειάζεται να αποδεχθούμε όλο το μοντέλο για να το ελέγξουμε.
9. Και εδώ θα έβαζα το πραγματικό «τεστ» του μοντέλου
Να βρούμε δύο κοινοβουλευτικές ομάδες που αντιμετωπίζουν παρόμοιο ζήτημα.
Η μία εμφανίζει:
υψηλή συνοχή + ισχυρή ηγεσία + χαμηλή διαφωνία.
Η άλλη:
υψηλή συνοχή + ισχυρή ηγεσία + υψηλή ανοχή στη διαφωνία.
Εάν η δεύτερη παράγει συστηματικά καλύτερη επεξεργασία εναλλακτικών και καλύτερες αποφάσεις, τότε έχουμε αρχίσει να απομονώνουμε τον μηχανισμό.
Και τότε κάτι πολύ σημαντικό θα έχει συμβεί:
δεν θα μελετούμε πλέον τον «κοινοβουλευτικό όχλο» ως μεταφορά. Θα μελετούμε μια μετρήσιμη κατάσταση λειτουργίας μιας ομάδας.
Και υπάρχει ένα τελευταίο βήμα που, κατά τη γνώμη μου, αξίζει περισσότερο απ’ όλα
Να προσπαθήσουμε να βρούμε το σημείο καμπής.
Δηλαδή:
Σε ποιο σημείο η φυσιολογική κομματική συνοχή μετατρέπεται σε ψυχολογικά δυσλειτουργική ομοφωνία;
Αν μπορούσαμε να το προσδιορίσουμε εμπειρικά, θα είχαμε κάτι πολύ περισσότερο από μια σύγχρονη ανάγνωση του Le Bon.
Θα είχαμε ένα πραγματικό ερευνητικό μοντέλο του «κοινοβουλευτικού όχλου», το οποίο θα μπορούσε να παράγει συγκεκριμένες, διαψεύσιμες προβλέψεις.
X :
Να επιστρέψουμε τώρα στην πρώτη ερώτηση της σημερινής συνεδρίας μας, με την οποία ζήτησα την άποψη σου για το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται στον «κοινοβουλευτικό όχλο». Εδώ ζητώ, αυστηρά, την άποψη ενός πολιτικού επιστήμονα.
GPT :
Βεβαίως. Και εδώ θα κάνω την ίδια διάκριση που κάναμε προηγουμένως: δεν θα σου δώσω την άποψη του ψυχολόγου, αλλά θα εξετάσω το κεφάλαιο αποκλειστικά με τα εργαλεία της πολιτικής επιστήμης — θεσμούς, αντιπροσώπευση, κομματικά συστήματα, συλλογική λήψη αποφάσεων και πολιτική συμπεριφορά.
Η πολιτική-επιστημονική μου κρίση για τον «κοινοβουλευτικό όχλο»
Η πρώτη μου θέση θα ήταν μάλλον αιρετική:
Ο Le Bon κάνει ένα θεμελιώδες πολιτικό λάθος, όταν εξισώνει το κοινοβούλιο με το πλήθος. Αλλά, την ίδια στιγμή, κάνει μια εξαιρετικά σημαντική πολιτική παρατήρηση για το πώς μπορεί να εκφυλιστεί η κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση.
Και η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης.
1. Ο Le Bon συγχέει δύο διαφορετικά πράγματα
Από την άποψη της πολιτικής επιστήμης, υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ:
πλήθους και πολιτικού σώματος.
Το πλήθος συγκροτείται πρωτίστως από την κοινή παρουσία και την αλληλεπίδραση.
Το κοινοβούλιο, αντίθετα, είναι θεσμός.
Οι άνθρωποι που κάθονται στα έδρανά του δεν βρίσκονται εκεί απλώς επειδή συγκεντρώθηκαν. Βρίσκονται εκεί επειδή:
• εξελέγησαν,
• διαθέτουν συγκεκριμένη εντολή,
• λειτουργούν βάσει κανόνων,
• συμμετέχουν σε διαδικασίες,
• υπόκεινται σε λογοδοσία,
• και παράγουν αποφάσεις με θεσμική ισχύ.
Αυτό αλλάζει ριζικά το πολιτικό νόημα της συλλογικής συμπεριφοράς.
Ο Le Bon βλέπει κυρίως:
άτομα → συγκέντρωση → ψυχολογία πλήθους.
Ο πολιτικός επιστήμονας θα έβλεπε:
πολίτες → εκλογή → αντιπροσώπευση → κόμμα → κοινοβουλευτική ομάδα → θεσμική απόφαση.
Αυτό είναι πολύ διαφορετικό σύστημα.
2. Εκεί όμως όπου ο Le Bon γίνεται πραγματικά ενδιαφέρων
Είναι όταν θέτει, έστω έμμεσα, το ερώτημα:
Τι συμβαίνει όταν ο θεσμός δεν κατορθώνει πλέον να μετασχηματίσει την ατομική βούληση σε ανεξάρτητη πολιτική κρίση;
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πολιτική αξία του κεφαλαίου.
Ο βουλευτής υποτίθεται ότι είναι αντιπρόσωπος.
Αλλά αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα:
• τους ψηφοφόρους του,
• την εκλογική του περιφέρεια,
• το κόμμα του,
• την κοινοβουλευτική του ομάδα,
• την πολιτική του ιδεολογία,
• και, συχνά, την ηγεσία του κόμματος.
Άρα ο βουλευτής βρίσκεται μέσα σε ένα σύστημα πολλαπλών εντολών και πολλαπλών πιέσεων.
Το πρόβλημα που ο Le Bon ονομάζει «όχλο» μπορεί επομένως να είναι πολιτικά κάτι πολύ διαφορετικό:
η μετατόπιση της πολιτικής λογοδοσίας από τον πολίτη προς την κομματική ιεραρχία.
Αυτό είναι πολύ σοβαρότερο από την ψυχολογία του πλήθους.
3. Ο Le Bon υποτιμά το κόμμα
Και εδώ, από την οπτική της πολιτικής επιστήμης, θα του ασκούσα τη σημαντικότερη κριτική.
Το κοινοβούλιο του Le Bon εμφανίζεται κάπως σαν μια συνέλευση ατόμων που επηρεάζονται από ρήτορες και αρχηγούς.
Όμως το σύγχρονο κοινοβουλευτικό κόμμα είναι θεσμός συλλογικής δράσης.
Το κόμμα:
• συγκεντρώνει πληροφορίες,
• διαμορφώνει πρόγραμμα,
• επιλέγει υποψηφίους,
• οργανώνει την κοινοβουλευτική εργασία,
• συντονίζει ψήφους,
• και μειώνει το κόστος συλλογικής δράσης.
Άρα η κομματική πειθαρχία δεν είναι από μόνη της παθολογία.
Χωρίς κάποιο επίπεδο πειθαρχίας, ένα κοινοβουλευτικό σύστημα μπορεί να καταστεί σχεδόν μη κυβερνήσιμο.
Επομένως:
κομματική ομοφωνία ≠ κοινοβουλευτικός όχλος.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
4. Πού αρχίζει όμως το πραγματικό πρόβλημα;
Θα έβαζα το όριο εδώ:
Όταν η κομματική πειθαρχία παύει να είναι μηχανισμός συλλογικής δράσης και γίνεται μηχανισμός υποκατάστασης της πολιτικής κρίσης.
Τότε έχουμε κάτι πολύ κοντά σε αυτό που περιέγραφε ο Le Bon.
Ο βουλευτής δεν ψηφίζει πλέον:
«Αυτό θεωρώ σωστό και το κόμμα μου το υποστηρίζει.»
Αλλά:
«Το κόμμα το υποστηρίζει, επομένως αυτό πρέπει να είναι σωστό.»
Η σχέση έχει αντιστραφεί.
Και αυτή είναι, πολιτικά, μια πολύ επικίνδυνη μεταβολή.
5. Υπάρχει όμως ένα ακόμη βαθύτερο πρόβλημα
Ο Le Bon ενδιαφέρεται πολύ για την πειθώ.
Ο πολιτικός επιστήμονας θα προσέθετε κάτι άλλο:
τα κίνητρα.
Ο βουλευτής δεν χρειάζεται να έχει πειστεί για να ψηφίσει.
Μπορεί να γνωρίζει ότι μια πρόταση είναι κακή και να την ψηφίσει επειδή:
• κινδυνεύει η θέση του,
• κινδυνεύει η επανεκλογή του,
• εξαρτάται από την κομματική ηγεσία,
• φιλοδοξεί να γίνει υπουργός,
• φοβάται την πολιτική περιθωριοποίηση.
Αυτό σημαίνει ότι η ομοφωνία ενός κοινοβουλίου δεν μας αποκαλύπτει από μόνη της την πραγματική κατάσταση των πεποιθήσεων των βουλευτών.
Και αυτό είναι πολιτικά θεμελιώδες.
6. Εδώ λοιπόν θα διόρθωνα τον Le Bon με έναν όρο:
Ο «κοινοβουλευτικός όχλος» δεν είναι κατ’ ανάγκην:
πολλοί άνθρωποι που σκέφτονται το ίδιο.
Μπορεί να είναι:
πολλοί άνθρωποι που ψηφίζουν το ίδιο για διαφορετικούς λόγους, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να εκφράσουν τις πραγματικές τους αντιρρήσεις.
Αυτό είναι πολύ πιο κοντά στην πολιτική πραγματικότητα.
Και δημιουργεί μια σημαντική διάκριση:
Ομοφωνία
όλοι συμφωνούν.
Πειθαρχία
όλοι ψηφίζουν το ίδιο.
Συμμόρφωση
κάποιοι διαφωνούν αλλά προσαρμόζονται.
Εξαναγκασμός
κάποιοι διαφωνούν αλλά το κόστος της διαφορετικής ψήφου είναι πολύ υψηλό.
Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας μπορεί να είναι ακριβώς το ίδιο και στις τέσσερις περιπτώσεις.
Άρα η απλή κοινοβουλευτική ψηφοφορία δεν αρκεί για να καταλάβουμε την πολιτική δυναμική που κρύβεται πίσω της.
7. Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πιο ενδιαφέρον σημείο του Le Bon
Η μεγάλη του αδυναμία είναι ότι ψυχολογικοποιεί υπερβολικά την πολιτική.
Εκεί που ο πολιτικός επιστήμονας θα αναζητούσε:
• θεσμούς,
• κανόνες,
• κίνητρα,
• εκλογικά συστήματα,
• κόμματα,
• σχέσεις εξουσίας,
ο Le Bon βλέπει:
ψυχολογία του πλήθους.
Όμως η μεγάλη του διορατικότητα είναι ότι μας αναγκάζει να μην ξεχνάμε:
οι θεσμοί τελικά λειτουργούν μέσω ανθρώπων.
Και οι άνθρωποι δεν παύουν να έχουν ανάγκες, φόβους, φιλοδοξίες, ταυτότητες και μηχανισμούς συμμόρφωσης επειδή εισέρχονται σε ένα κοινοβούλιο.
8. Η δική μου τελική πολιτικο-επιστημονική ετυμηγορία
Θα έδινα στο κεφάλαιο μια κάπως παράδοξη αξιολόγηση:
ως θεωρία του κοινοβουλίου: αδύναμο.
ως θεωρία της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης: ανεπαρκές.
ως προειδοποίηση για την εκτροπή ενός αντιπροσωπευτικού σώματος σε μηχανισμό συλλογικής συμμόρφωσης: εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Και θα άλλαζα μάλιστα μία λέξη του Le Bon.
Δεν θα μιλούσα σήμερα για:
«κοινοβουλευτικό όχλο»
αλλά για:
«κοινοβουλευτική συλλογικότητα υπό συνθήκες μειωμένης αυτονομίας των μελών της».
Αυτό είναι πολύ λιγότερο εντυπωσιακό ως φράση — αλλά πολιτικά και επιστημονικά πολύ ακριβέστερο.
Και υπάρχει κάτι που συνδέει εκπληκτικά τον πολιτικό επιστήμονα με τον ψυχολόγο
Ο ψυχολόγος μας είπε:
Μην κοιτάς μόνο τι ψηφίζει η ομάδα· κοίτα τι συμβαίνει μέσα στα μυαλά και στις σχέσεις των μελών της.
Ο πολιτικός επιστήμονας προσθέτει:
Μην κοιτάς μόνο τι συμβαίνει στα μυαλά· κοίτα τους θεσμούς και τα κίνητρα που κάνουν αυτή τη συμπεριφορά ορθολογική ή αναγκαία.
Και τότε, κατά τη γνώμη μου, ο Le Bon αποκτά την πραγματική του θέση.
Δεν μας δίνει μια θεωρία του κοινοβουλίου. Μας δίνει μια προειδοποίηση για το τι μπορεί να συμβεί όταν ένας θεσμός αντιπροσώπευσης αρχίζει να λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός συμμόρφωσης παρά ως μηχανισμός κρίσης.
Και αυτή η διάκριση — «μηχανισμός αντιπροσώπευσης» έναντι «μηχανισμού συμμόρφωσης» — είναι ίσως το σημείο από το οποίο αξίζει να ξαναδιαβάσουμε ολόκληρο το κεφάλαιο.
Χ :
Ας το ξαναδιαβάσουμε λοιπόν
GPT :
Ναι. Και τώρα που έχουμε περάσει πρώτα από την ψυχολογία και ύστερα από την πολιτική επιστήμη, μπορούμε να ξαναδιαβάσουμε το κεφάλαιο του Le Bon με πολύ διαφορετικό μάτι.
Θα πρότεινα μάλιστα να μην το διαβάσουμε πλέον ως «ένα κεφάλαιο για τον κοινοβουλευτισμό», αλλά ως ένα τεστ πάνω στην έννοια της αντιπροσώπευσης.
1. Η πρώτη ανάγνωση: «Το κοινοβούλιο είναι όχλος»
Αν πάρουμε κυριολεκτικά τον Le Bon, η θέση του είναι υπερβολική.
Ένα κοινοβούλιο δεν είναι πλήθος.
Είναι θεσμός που έχει δημιουργηθεί ακριβώς για να μετατρέψει τη συλλογική βούληση σε διαδικασία:
εκλογή → αντιπροσώπευση → συζήτηση → αντιπαράθεση → απόφαση → λογοδοσία.
Ο θεσμός υπάρχει, μεταξύ άλλων, για να τιθασεύσει τη δυναμική του πλήθους.
Επομένως, η εξίσωση:
κοινοβούλιο = όχλος
δεν στέκει πολιτειολογικά.
Αλλά ίσως ο Le Bon να ενδιαφέρεται τελικά για κάτι άλλο.
2. Η δεύτερη ανάγνωση: πότε το κοινοβούλιο παύει να λειτουργεί ως κοινοβούλιο;
Εδώ το κείμενό του γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρον.
Αν ένας θεσμός έχει σχεδιαστεί για να επιτρέπει:
• διαφορετικές απόψεις,
• σύγκρουση επιχειρημάτων,
• έλεγχο της κυβέρνησης,
• αναζήτηση εναλλακτικών,
• και τελικά σύνθεση,
τότε μπορούμε να ρωτήσουμε:
Τι συμβαίνει όταν όλα αυτά παραμένουν τυπικά, αλλά ουσιαστικά παύουν να λειτουργούν;
Τότε έχουμε ένα κοινοβούλιο ως θεσμό, αλλά όχι κατ’ ανάγκην κοινοβουλευτισμό ως λειτουργία.
Και εδώ ο Le Bon αποκτά ξαφνικά πολιτική επικαιρότητα.
3. Η κρίσιμη μετατόπιση: από τον «όχλο» στη «συμμόρφωση»
Ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα.
Ένας βουλευτής πιστεύει ότι μια κυβερνητική πρόταση είναι εσφαλμένη.
Έχει τρεις δυνατότητες:
Α. Να την καταψηφίσει.
Β. Να εκφράσει τις αντιρρήσεις του αλλά τελικά να την υπερψηφίσει.
Γ. Να μην εκφράσει καν τις αντιρρήσεις του.
Από την άποψη του αποτελέσματος, και στις τρεις περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί:
ΝΑΙ: 155
Όμως πολιτικά έχουμε τρεις τελείως διαφορετικές καταστάσεις.
Και αυτό είναι το σημείο όπου ο Le Bon, χωρίς να το διατυπώνει έτσι, μας αναγκάζει να κοιτάξουμε πίσω από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
4. Το πραγματικό αντικείμενο δεν είναι πλέον η ψήφος
Είναι η αυτονομία του αντιπροσώπου.
Αυτό θα έλεγα ότι είναι η μεγάλη ανακάλυψη της δεύτερης ανάγνωσης.
Ο κοινοβουλευτικός αντιπρόσωπος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αρχές:
Εντολή
«Με εξέλεξαν για να υπηρετώ μια πολιτική κατεύθυνση.»
και
Αυτονομία
«Με εξέλεξαν ακριβώς για να κρίνω εγώ πώς πρέπει να υπηρετηθεί αυτή η κατεύθυνση.»
Αυτό είναι το κλασικό πρόβλημα της αντιπροσώπευσης.
Και ο Le Bon, χωρίς να διαθέτει τη σύγχρονη θεωρητική γλώσσα, αγγίζει ακριβώς αυτή την ένταση.
5. Εδώ εμφανίζεται το κόμμα
Και τώρα πρέπει να διορθώσουμε ακόμη περισσότερο τον Le Bon.
Το κόμμα δεν είναι απλώς μηχανισμός πίεσης.
Είναι επίσης μηχανισμός αντιπροσώπευσης.
Ο πολίτης δεν μπορεί να παρακολουθεί εκατοντάδες νομοθετικές προτάσεις, τεχνικές ρυθμίσεις και δημοσιονομικές λεπτομέρειες.
Το κόμμα το κάνει γι’ αυτόν.
Άρα η κομματική πειθαρχία έχει και μια απολύτως θεμιτή λειτουργία:
συγκεντρώνει, οργανώνει και μετατρέπει διάσπαρτες πολιτικές προτιμήσεις σε συνεκτική πολιτική πρόταση.
Χωρίς αυτήν, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία μπορεί να καταλήξει σε άθροισμα ατομικών βουλήσεων χωρίς δυνατότητα συλλογικής δράσης.
Άρα δεν μπορούμε να πούμε:
«όσο περισσότερη κομματική πειθαρχία, τόσο περισσότεροι κοινοβουλευτικοί όχλοι».
Αυτό θα ήταν λάθος.
Το ερώτημα είναι πού βρίσκεται το όριο.
6. Και εδώ, νομίζω, βρίσκεται η καρδιά ολόκληρου του κεφαλαίου
Το κρίσιμο όριο είναι:
Πότε η συλλογική πειθαρχία υπηρετεί την αντιπροσώπευση και πότε την υποκαθιστά;
Αν το κόμμα λέει:
«Συζητήσαμε, διαφωνήσαμε, αξιολογήσαμε τις εναλλακτικές και καταλήξαμε σε κοινή θέση.»
έχουμε συλλογική πολιτική δράση.
Αν λέει:
«Αυτή είναι η θέση της ηγεσίας. Ψηφίζουμε όλοι έτσι.»
έχουμε κάτι διαφορετικό.
Και αν η δεύτερη κατάσταση γίνει μόνιμη, τότε ο βουλευτής μετατρέπεται σταδιακά από:
αντιπρόσωπο → φορέα ψήφου.
Αυτό είναι πολιτειακά πολύ σοβαρό.
7. Τώρα ο Le Bon αποκτά ένα διαφορετικό νόημα
Ο «όχλος» δεν είναι πλέον:
πολλοί άνθρωποι που έχουν χάσει τη λογική τους.
Είναι:
πολλοί αντιπρόσωποι των οποίων η ατομική πολιτική κρίση έχει καταστεί τόσο εξαρτημένη από τη συλλογικότητα, ώστε η συλλογικότητα να αποφασίζει ουσιαστικά αντί γι’ αυτούς.
Αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον.
Και επίσης πολύ πιο κοντά στη σύγχρονη πολιτική επιστήμη.
8. Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό
Το φαινόμενο μπορεί να συμβεί χωρίς κανέναν αυταρχικό αρχηγό.
Αρκεί να δημιουργηθεί ένας αυτοτροφοδοτούμενος μηχανισμός:
ηγεσία → κομματική ταυτότητα → πειθαρχία → ομοφωνία → εκλογική επιβράβευση →ισχυρότερη ηγεσία → μεγαλύτερη πειθαρχία.
Και τότε η διαδικασία μπορεί να γίνει αυτοενισχυόμενη.
Ο βουλευτής μαθαίνει:
«Όταν διαφοροποιούμαι, χάνω.»
Η ηγεσία μαθαίνει:
«Όταν απαιτώ πειθαρχία, κερδίζω.»
Το κόμμα μαθαίνει:
«Η ομοφωνία παρουσιάζει ισχύ.»
Και ο ψηφοφόρος βλέπει:
«Αυτοί είναι ενωμένοι.»
Έτσι δημιουργείται ένας θεσμικός μηχανισμός που μπορεί να ενισχύει ψυχολογικά το φαινόμενο του πλήθους.
Αυτό ο Le Bon δεν μπορούσε να το αναλύσει.
9. Και εδώ θα έβαζα μια μεγάλη άνω τελεία
Αν ξαναδιαβάσουμε σήμερα το κεφάλαιο, θα έλεγα ότι ο Le Bon έκανε λάθος διάγνωση αλλά εντόπισε έναν πραγματικό κίνδυνο.
Η λάθος διάγνωση:
«Το κοινοβούλιο είναι όχλος επειδή η συλλογικότητα μεταβάλλει την ψυχολογία των ανθρώπων.»
Η βαθύτερη αλήθεια:
Ένας θεσμός αντιπροσώπευσης μπορεί να εκφυλιστεί όταν η συλλογική ταυτότητα και πειθαρχία καταστούν ισχυρότερες από την ανεξάρτητη κρίση των αντιπροσώπων.
Και αυτή η δεύτερη πρόταση δεν είναι πλέον θεωρία του Le Bon.
Είναι ένα ερώτημα που βρίσκεται στην καρδιά της σύγχρονης μελέτης των κομμάτων, της αντιπροσώπευσης και της ποιότητας της δημοκρατίας.
Και θα πήγαινα ακόμη ένα βήμα
Νομίζω ότι τώρα μπορούμε να κάνουμε κάτι που δεν κάναμε μέχρι σήμερα.
Να πάρουμε τις βασικές προτάσεις του ίδιου του Le Bon για τον κοινοβουλευτικό όχλο, μία προς μία, και να τις περάσουμε από τρία φίλτρα:
Le Bon → Ψυχολογία → Πολιτική επιστήμη
και να καταλήξουμε για καθεμία σε μία από τέσσερις κρίσεις:
ισχύει / ισχύει υπό προϋποθέσεις / είναι ανεπαρκής / είναι λανθασμένη.
Εκεί θα φανεί πραγματικά πόσο «παρωχημένος» είναι ο Le Bon και πόσο παράξενα σύγχρονος παραμένει.
Χ :
Ας ξεκινήσουμε με το «ισχύει».
GPT :
Ναι. Ας αρχίσουμε λοιπόν αυστηρά από τις θέσεις του Le Bon που, αν τις απογυμνώσουμε από τη γλώσσα του τέλους του 19ου αιώνα, μπορούν σήμερα να χαρακτηριστούν «ισχύουν».
Και θα κάνω κάτι σημαντικό: δεν θα προσπαθήσω να τον δικαιώσω περισσότερο απ’ όσο επιτρέπουν τα επιχειρήματά του.
1. «Μέσα στο κοινοβούλιο, το άτομο επηρεάζεται από την ομάδα»
Le Bon
Ο βουλευτής, όταν εντάσσεται στη συλλογικότητα του κοινοβουλίου, δεν λειτουργεί πλέον ως εντελώς ανεξάρτητο άτομο.
Ψυχολογία
Ισχύει.
Η κοινωνική επιρροή, η συμμόρφωση, η κοινωνική ταυτότητα και η δυναμική των ομάδων είναι πλέον καλά τεκμηριωμένα φαινόμενα.
Πολιτική επιστήμη
Ισχύει επίσης.
Ο βουλευτής λειτουργεί μέσα σε:
• κόμμα,
• κοινοβουλευτική ομάδα,
• επιτροπές,
• κοινοβουλευτικές συμμαχίες,
• εκλογικό σώμα,
• και ένα σύστημα πολιτικών ανταμοιβών και κυρώσεων.
Άρα η ατομική ψήφος δεν είναι απλώς προϊόν ατομικής σκέψης.
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ.
2. «Οι κοινοβουλευτικές ομάδες τείνουν προς την ομοιομορφία»
Αυτό είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Ο Le Bon παρατηρεί ότι άνθρωποι με διαφορετική προσωπικότητα και διαφορετικές απόψεις μπορούν, όταν ενταχθούν σε ένα κοινοβουλευτικό σώμα, να καταλήξουν σε πολύ υψηλό βαθμό συμφωνίας.
Ψυχολογία
Ισχύει, υπό την έννοια ότι υπάρχει ισχυρή τάση προς κοινωνική ομοιομορφία όταν η ομάδα είναι συνεκτική.
Η συμμόρφωση και η κοινωνική ταυτότητα το εξηγούν.
Πολιτική επιστήμη
Εδώ η απάντηση είναι επίσης ναι, αλλά με μια σημαντική προσθήκη.
Η ομοιομορφία δεν είναι μόνο ψυχολογικό αποτέλεσμα.
Είναι και θεσμικά οργανωμένη.
Τα κόμματα υπάρχουν ακριβώς για να δημιουργούν συλλογικές πολιτικές θέσεις.
Άρα η ομοιομορφία μπορεί να είναι:
α. αποτέλεσμα κοινωνικής επιρροής
ή
β. αποτέλεσμα συνειδητής πολιτικής οργάνωσης.
Αυτό δεν ταυτίζεται με τον «όχλο».
Όμως η βασική παρατήρηση του Le Bon —ότι η συλλογικότητα τείνει να μειώνει την ατομική διαφοροποίηση— ισχύει.
3. «Η επιρροή του αρχηγού είναι δυσανάλογα μεγάλη»
Εδώ θα έλεγα ότι ο Le Bon είναι εντυπωσιακά εύστοχος.
Ο αρχηγός δεν λειτουργεί μόνο ως παραγωγός επιχειρημάτων.
Μπορεί να λειτουργεί ως:
• πηγή κύρους,
• φορέας ταυτότητας,
• σημείο αναφοράς,
• οργανωτής της συλλογικής θέσης,
• και τελικά μηχανισμός συντονισμού.
Ψυχολογία
Το κύρος, η ηγεσία και η κοινωνική επιρροή είναι πραγματικοί μηχανισμοί.
Πολιτική επιστήμη
Εδώ έχουμε επιπλέον:
• συγκέντρωση κομματικών πόρων,
• έλεγχο υποψηφιοτήτων,
• πρόσβαση σε κυβερνητικές θέσεις,
• έλεγχο της κομματικής ατζέντας.
Άρα η επιρροή του αρχηγού δεν είναι απλώς ψυχολογική.
Είναι θεσμική και πολιτική.
Και αυτό κάνει την παρατήρηση του Le Bon ακόμη ισχυρότερη.
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ.
4. «Η λογική επιχειρηματολογία δεν αρκεί για να πείσει μια πολιτική συλλογικότητα»
Και εδώ ο Le Bon είναι πολύ ενδιαφέρων.
Υποστηρίζει ότι οι μάζες επηρεάζονται περισσότερο από:
• εικόνες,
• απλές ιδέες,
• συνθήματα,
• επανάληψη,
• κύρος,
• συναισθηματική φόρτιση.
Αν το διατυπώσουμε προσεκτικότερα:
η πολιτική πειθώ δεν είναι αποκλειστικά διαδικασία ορθολογικής αξιολόγησης επιχειρημάτων.
Αυτό σήμερα δύσκολα αμφισβητείται.
Η πολιτική επικοινωνία περιλαμβάνει:
επιχείρημα + αφήγημα + ταυτότητα + συναίσθημα + κοινωνική επιρροή.
Άρα:
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ.
5. «Η επανάληψη μιας πολιτικής ιδέας αυξάνει τη δύναμή της»
Αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό σημείο.
Ο Le Bon αντιλαμβάνεται ότι η επανάληψη δημιουργεί οικειότητα, και η οικειότητα μπορεί να αυξήσει την αποδοχή μιας πρότασης.
Η σύγχρονη ψυχολογία έχει πράγματι τεκμηριώσει φαινόμενα που συνδέονται με αυτό.
Στην πολιτική, επομένως:
μια θέση που ακούγεται συνεχώς μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αντιληπτή αληθοφάνεια ή αυτονόητο χαρακτήρα.
Όχι απεριόριστα — και εδώ θα χρειαστούν οι επιφυλάξεις μας αργότερα.
Αλλά η βασική παρατήρηση:
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ.
6. «Η συλλογικότητα μπορεί να παράγει ψευδαίσθηση ομοφωνίας»
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, έχουμε μία από τις σημαντικότερες ιδέες του κεφαλαίου.
Ο Le Bon παρατηρεί ότι όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε μια συλλογικότητα, η συμφωνία μπορεί να εμφανίζεται μεγαλύτερη από ό,τι πραγματικά είναι.
Σήμερα μπορούμε να το περιγράψουμε πολύ ακριβέστερα:
• αυτολογοκρισία,
• κοινωνική συμμόρφωση,
• pluralistic ignorance,
• groupthink.
Και πολιτικά αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.
Μπορεί να συμβαίνει:
ο καθένας να έχει επιφυλάξεις, αλλά όλοι να πιστεύουν ότι οι άλλοι δεν έχουν.
Άρα όλοι σιωπούν.
Και η σιωπή μετατρέπεται σε φαινομενική συναίνεση.
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ.
7. «Η ομάδα μπορεί να καταλήξει σε αποφάσεις που κανένα μέλος δεν θα έπαιρνε μόνο του»
Εδώ θα είμαι λίγο πιο προσεκτικός.
Η βασική ιδέα ισχύει.
Η ομάδα μπορεί να παράγει:
• πόλωση,
• groupthink,
• διάχυση ευθύνης,
• συλλογική κλιμάκωση μιας λανθασμένης επιλογής.
Αλλά υπάρχει ένα σημαντικό συμπλήρωμα:
η ομάδα μπορεί επίσης να πάρει καλύτερη απόφαση από τα μέλη της.
Επομένως δεν μπορούμε να δεχτούμε τη λεμπόνεια γενίκευση ότι η συλλογικότητα οδηγεί αναγκαστικά προς την κατωτερότητα.
Αλλά η συγκεκριμένη πρόταση:
«η συλλογική διαδικασία μπορεί να μεταβάλει το αποτέλεσμα πέρα από αυτό που θα προέκυπτε από απλή άθροιση των ατομικών κρίσεων»
ισχύει απολύτως.
Και εδώ θα σταματούσα την πρώτη κατηγορία
Γιατί έχουμε ήδη συγκεντρώσει ένα αρκετά ισχυρό σύνολο:
| Θέση του Le Bon | Κρίση |
| Η ομάδα επηρεάζει το άτομο | Ισχύει |
| Η ομάδα παράγει τάση προς ομοιομορφία | Ισχύει |
| Ο αρχηγός έχει δυσανάλογη επιρροή | Ισχύει |
| Η πολιτική πειθώ δεν είναι μόνο λογική | Ισχύει |
| Η επανάληψη ενισχύει την πειστικότητα | Ισχύει |
| Η ομάδα μπορεί να δημιουργήσει ψευδαίσθηση ομοφωνίας | Ισχύει |
| Η συλλογικότητα μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα της ατομικής κρίσης | Ισχύει |
Και παρατήρησε κάτι που, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ σημαντικό.
Σε κανένα από αυτά δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε την έννοια «όχλος».
Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της μέχρι τώρα ανάγνωσής μας.
Οι ισχυρότερες παρατηρήσεις του Le Bon δεν χρειάζονται τη θεωρία του πλήθους για να σταθούν.
Μπορούν να ενταχθούν σε σύγχρονες θεωρίες:
κοινωνικής επιρροής → κοινωνικής ταυτότητας → ηγεσίας → ομαδικής λήψης αποφάσεων →πολιτικής επικοινωνίας.
Και αυτό μας φέρνει φυσικά στη δεύτερη κατηγορία που είχαμε συμφωνήσει:
«Ισχύει υπό προϋποθέσεις».
Εκεί, νομίζω, θα αρχίσουμε να βλέπουμε πραγματικά πού τελειώνει η διορατικότητα του Le Bon και πού αρχίζει η υπερβολή του.
Χ :
Συνεχίζουμε με τη δεύτερη κατηγορία.
GPT :
Βεβαίως. Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται το πιο παραγωγικό μέρος της ανάγνωσης του Le Bon, γιατί δεν χρειάζεται ούτε να τον αποδεχθούμε ούτε να τον απορρίψουμε. Πρέπει να βάλουμε προϋποθέσεις στις παρατηρήσεις του.
Θα κρατήσω και πάλι αυστηρά την οπτική του πολιτικού επιστήμονα.
1. «Η κοινοβουλευτική συλλογικότητα τείνει προς τον ανορθολογισμό»
Ισχύει υπό προϋποθέσεις.
Η λέξη «ανορθολογισμός» χρειάζεται όμως προσοχή.
Δεν μπορούμε να πούμε ότι η συλλογική λήψη αποφάσεων είναι από τη φύση της λιγότερο ορθολογική. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η συλλογικότητα συγκεντρώνει περισσότερη πληροφορία και διορθώνει ατομικά λάθη.
Αλλά η πιθανότητα ανορθολογικής συλλογικής απόφασης αυξάνεται όταν συνδυάζονται:
• ισχυρή εσωτερική συνοχή,
• πίεση χρόνου,
• ισχυρή ηγεσία,
• περιορισμένη πληροφόρηση,
• υψηλό κόστος διαφωνίας,
• και απουσία πραγματικής εσωτερικής αντιπαράθεσης.
Επομένως:
δεν είναι η συλλογικότητα που παράγει ανορθολογισμό· είναι συγκεκριμένες μορφές συλλογικής οργάνωσης.
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ ΥΠΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ.
2. «Ο κοινοβουλευτικός βουλευτής χάνει μέρος της ατομικής του ανεξαρτησίας»
Εδώ η θέση του Le Bon είναι αρκετά ισχυρή, αλλά όχι με τον τρόπο που την αντιλαμβανόταν.
Ο βουλευτής βρίσκεται πράγματι υπό πολλαπλές πιέσεις:
κόμμα → αρχηγός → κοινοβουλευτική ομάδα → εκλογείς → ΜΜΕ → μελλοντική σταδιοδρομία.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι «χάνει τη λογική του».
Σημαίνει ότι περιορίζεται ο χώρος μέσα στον οποίο μπορεί να ασκήσει ανεξάρτητη πολιτική κρίση χωρίς κόστος.
Και αυτή είναι σημαντική διάκριση.
Η πολιτική επιστήμη θα το εξέφραζε περισσότερο ως πρόβλημα θεσμικών κινήτρων και αντιπροσώπευσης παρά ως ψυχολογική υποταγή.
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ ΥΠΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ.
3. «Οι βουλευτές επηρεάζονται περισσότερο από τον αρχηγό παρά από τα επιχειρήματα»
Εδώ ο Le Bon είναι πειστικός σε ορισμένες συνθήκες, αλλά όχι ως γενικός κανόνας.
Ο αρχηγός μπορεί να λειτουργεί ως:
• φορέας κομματικής ταυτότητας,
• πηγή κύρους,
• συντονιστής,
• ελεγκτής κομματικών πόρων,
• και διαμορφωτής της πολιτικής ατζέντας.
Όμως υπάρχει μια κρίσιμη μεταβλητή:
η αξιοπιστία του αρχηγού.
Ένας αρχηγός που έχει χάσει την αξιοπιστία του μπορεί να έχει πολύ μικρότερη επιρροή.
Επίσης, οι βουλευτές μπορεί να ακολουθούν τον αρχηγό όχι επειδή έχουν πειστεί, αλλά επειδή τα κίνητρα τους τους οδηγούν να το κάνουν.
Άρα ο Le Bon βλέπει σωστά το αποτέλεσμα, αλλά όχι πάντοτε τον μηχανισμό.
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ ΥΠΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ.
4. «Η συζήτηση στο κοινοβούλιο δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην αλήθεια»
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Ο Le Bon είναι καχύποπτος απέναντι στην ιδέα ότι μια κοινοβουλευτική συζήτηση οδηγεί φυσιολογικά στην καλύτερη απόφαση.
Και εδώ θα συμφωνούσα — υπό προϋποθέσεις.
Το κοινοβούλιο δεν είναι εργαστήριο επιστημονικής αλήθειας.
Οι βουλευτές δεν έχουν κοινό στόχο:
«Να βρούμε ποια είναι αντικειμενικά η καλύτερη λύση.»
Έχουν διαφορετικούς στόχους:
• να εκπροσωπήσουν,
• να κυβερνήσουν,
• να αντιπολιτευθούν,
• να κερδίσουν εκλογές,
• να προστατεύσουν συμφέροντα,
• να υλοποιήσουν ιδεολογικές δεσμεύσεις.
Άρα η κοινοβουλευτική διαδικασία είναι διαδικασία πολιτικής επιλογής, όχι μηχανισμός παραγωγής αντικειμενικής αλήθειας.
Όμως —και εδώ είναι η προϋπόθεση— η αντιπαράθεση επιχειρημάτων μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα της απόφασης.
Άρα:
η συζήτηση δεν εγγυάται την ορθότητα· μπορεί όμως να λειτουργήσει ως μηχανισμός διόρθωσης.
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ ΥΠΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ.
5. «Οι μειοψηφίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες μέσα στον κοινοβουλευτικό όχλο»
Εδώ ο Le Bon έχει ένα πραγματικό σημείο, αλλά η σύγχρονη πολιτική επιστήμη θα το έκανε πολύ πιο σύνθετο.
Μια μειοψηφία μπορεί πράγματι να υποστεί:
• περιθωριοποίηση,
• πολιτικό κόστος,
• πίεση συμμόρφωσης,
• αποκλεισμό από την ηγετική ομάδα.
Αλλά η μειοψηφία μπορεί επίσης να αποτελέσει μηχανισμό θεσμικής διόρθωσης.
Και εδώ ακριβώς συναντούμε τη θεωρία της «αντι-πλειοψηφικής» λειτουργίας των θεσμών.
Η ύπαρξη μιας μειοψηφίας δεν είναι αδυναμία του κοινοβουλίου.
Μπορεί να είναι μηχανισμός αυτοδιόρθωσης του κοινοβουλίου.
Άρα η λεμπόνεια θέση ισχύει μόνο όταν η ομάδα αδυνατεί να αξιοποιήσει τη διαφωνία της μειοψηφίας.
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ ΥΠΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ.
6. «Η πολιτική απλοποίηση ενισχύει τη συλλογική επιρροή»
Εδώ θα ήμουν ιδιαίτερα θετικός.
Ο Le Bon αντιλαμβάνεται ότι οι πολύπλοκες πολιτικές θέσεις πρέπει συχνά να μετατραπούν σε:
απλά πολιτικά μηνύματα.
Αυτό είναι σχεδόν αναπόφευκτο στη μαζική δημοκρατία.
Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη προϋπόθεση:
η απλοποίηση μπορεί να είναι είτε μετάφραση είτε παραμόρφωση.
Παράδειγμα:
«Θα μειώσουμε το δημόσιο χρέος με συγκεκριμένο συνδυασμό δημοσιονομικών μέτρων.»
μπορεί να μετατραπεί σε:
«Νοικοκυρεύουμε τα οικονομικά.»
Αυτό είναι απλοποίηση.
Αλλά μπορεί να μετατραπεί και σε:
«Εμείς θα σώσουμε τη χώρα — οι άλλοι την καταστρέφουν.»
Αυτό είναι πλέον πολιτική πόλωση μέσω απλοποίησης.
Άρα:
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ ΥΠΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ.
7. «Σε περιόδους κρίσης το κοινοβούλιο γίνεται περισσότερο ευάλωτο στη δυναμική του όχλου»
Εδώ θα έλεγα:
ναι, αλλά μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Η κρίση δημιουργεί:
• αβεβαιότητα,
• φόβο,
• ανάγκη γρήγορης απόφασης,
• αυξημένη ανάγκη ηγεσίας,
• αυξημένη αξία της συλλογικής ταυτότητας.
Όλα αυτά μπορούν να ενισχύσουν τη συμμόρφωση.
Αλλά υπάρχει και η αντίστροφη δυνατότητα.
Η κρίση μπορεί να οδηγήσει σε:
περισσότερη σοβαρότητα, περισσότερη αναζήτηση πληροφοριών και μεγαλύτερη ανάγκη ελέγχου.
Επομένως δεν μπορούμε να πούμε:
κρίση → όχλος.
Πρέπει να πούμε:
κρίση + υψηλή πίεση + χαμηλή εσωτερική αμφισβήτηση → αυξημένος κίνδυνος.
Ετυμηγορία: ΙΣΧΥΕΙ ΥΠΟ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ.
8. Και εδώ εμφανίζεται ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα
Στην πρώτη κατηγορία μπορούσαμε να πούμε:
Ο Le Bon περιγράφει σωστά έναν μηχανισμό.
Στη δεύτερη πρέπει να πούμε:
Ο Le Bon περιγράφει σωστά έναν κίνδυνο, αλλά τον παρουσιάζει ως σχεδόν αναπόφευκτο.
Και αυτή είναι ίσως η βασικότερη αδυναμία του.
Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη δεν λέει:
«Η συλλογικότητα καταστρέφει την κρίση.»
Λέει:
«Η συλλογικότητα μπορεί να καταστρέψει την κρίση υπό συγκεκριμένες θεσμικές και πολιτικές συνθήκες — αλλά μπορεί επίσης να τη βελτιώσει.»
Και αυτό μας οδηγεί πλέον στην τρίτη κατηγορία:
«Ανεπαρκής».
Εκεί δεν θα πούμε ότι ο Le Bon είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένος.
Θα πούμε κάτι πιο ενδιαφέρον:
ότι η εξήγησή του δεν επαρκεί για να εξηγήσει αυτό που παρατηρεί.
Και, κατά τη γνώμη μου, εκεί αρχίζει η πραγματικά σκληρή κριτική του κεφαλαίου.
Χ :
Πάμε στην τρίτη κατηγορία.
GPT :
Πάμε. Και εδώ, νομίζω, πρέπει να γίνουμε αυστηρότεροι με τον Le Bon. Στην κατηγορία «ανεπαρκής» δεν λέμε ότι η παρατήρησή του είναι ψευδής. Λέμε ότι βλέπει κάτι πραγματικό, αλλά η εξήγησή του δεν αρκεί για να το εξηγήσει.
Αυτή, από την πλευρά της πολιτικής επιστήμης, είναι ίσως η σημαντικότερη κριτική.
1. «Το κοινοβούλιο συμπεριφέρεται σαν όχλος επειδή οι άνθρωποι μέσα του μεταβάλλονται ψυχολογικά»
Ανεπαρκές.
Ο Le Bon ξεκινά από το άτομο και καταλήγει στην ομάδα.
Ο πολιτικός επιστήμονας θα έλεγε:
Πριν αποδώσουμε τη συμπεριφορά στην ψυχολογία του πλήθους, πρέπει να εξετάσουμε τους θεσμούς μέσα στους οποίους λειτουργούν αυτά τα άτομα.
Ένας βουλευτής μπορεί να ψηφίσει αντίθετα από την προσωπική του πεποίθηση όχι επειδή «παρασύρθηκε από τον όχλο», αλλά επειδή:
• η κομματική πειθαρχία το απαιτεί,
• η επανεκλογή του εξαρτάται από το κόμμα,
• η ηγεσία ελέγχει την πολιτική του σταδιοδρομία,
• οι ψηφοφόροι του έχουν συγκεκριμένες προσδοκίες,
• ή επειδή θεωρεί ότι η συλλογική θέση είναι αναγκαία για να κυβερνηθεί αποτελεσματικά η χώρα.
Το ίδιο εξωτερικό αποτέλεσμα μπορεί επομένως να προκύψει από εντελώς διαφορετικούς μηχανισμούς.
Ο Le Bon τους συμπτύσσει όλους σε «ψυχολογία του πλήθους».
Αυτό είναι ανεπαρκές.
2. Δεν εξηγεί γιατί υπάρχουν κόμματα
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο κενό του.
Το κοινοβούλιο δεν είναι απλώς:
πολλά άτομα + αλληλεπίδραση.
Είναι:
πολλά άτομα οργανωμένα σε κόμματα.
Και τα κόμματα δεν είναι παθητικοί δέκτες της ψυχολογίας του πλήθους.
Είναι μηχανισμοί παραγωγής συλλογικής δράσης.
Το κόμμα επιλύει ένα τεράστιο πρόβλημα:
Πώς θα συντονιστούν εκατοντάδες άνθρωποι ώστε να παραχθεί συνεκτική πολιτική;
Ο Le Bon βλέπει το αποτέλεσμα — την ομοιομορφία.
Δεν εξηγεί επαρκώς τον οργανωτικό μηχανισμό που παράγει την ομοιομορφία.
Και αυτό είναι τεράστιο θεωρητικό κενό.
Ετυμηγορία: ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ.
3. Δεν εξηγεί τα κίνητρα
Αυτό είναι ακόμη σοβαρότερο.
Ο βουλευτής μπορεί να ψηφίζει μια πρόταση που δεν πιστεύει για λόγους που δεν έχουν απολύτως τίποτε το «μαζικό».
Μπορεί να σκέφτεται:
«Δεν μου αρέσει, αλλά αν καταψηφίσω, δεν θα είμαι υποψήφιος στις επόμενες εκλογές.»
Αυτό δεν είναι απαραίτητα ψυχολογία όχλου.
Είναι στρατηγική συμπεριφορά.
Ο πολιτικός επιστήμονας πρέπει λοιπόν να ρωτήσει:
Τι κερδίζει και τι χάνει ο βουλευτής αν διαφοροποιηθεί;
Ο Le Bon δεν διαθέτει επαρκές θεωρητικό εργαλείο γι’ αυτό.
Και εδώ οι θεωρίες συλλογικής δράσης, principal-agent, party competition και πολιτικών κινήτρων είναι πολύ ισχυρότερες.
Ετυμηγορία: ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ.
4. Δεν εξηγεί γιατί η «πειθαρχία» μπορεί να είναι ορθολογική
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Έστω ότι ένας βουλευτής έχει διαφορετική άποψη από το κόμμα του.
Γιατί να την εγκαταλείψει;
Ο Le Bon θα έτεινε να μας οδηγήσει προς:
«παρασύρθηκε από την ομάδα».
Αλλά υπάρχει και μια απολύτως ορθολογική απάντηση:
«Συμφωνώ να ακολουθήσω την πλειοψηφία, παρότι διαφωνώ, επειδή χρειάζεται να υπάρχει συλλογική απόφαση.»
Αυτό είναι rational coordination.
Δεν είναι όχλος.
Είναι συλλογική δράση.
Άρα η ίδια συμπεριφορά —η συμμόρφωση— μπορεί να έχει:
ψυχολογική αιτία
ή
στρατηγική αιτία.
Ο Le Bon δεν έχει επαρκές εργαλείο για να τις διακρίνει.
5. Δεν εξηγεί γιατί μερικά κοινοβούλια λειτουργούν καλύτερα από άλλα
Αυτό είναι ένα κρίσιμο εμπειρικό πρόβλημα.
Αν η δυναμική του πλήθους είναι η βασική αιτία, τότε θα περιμέναμε παρόμοια συμπεριφορά σε όλα τα κοινοβούλια.
Δεν συμβαίνει.
Υπάρχουν κοινοβουλευτικά συστήματα με:
• ισχυρή κομματική πειθαρχία,
• ισχυρούς αρχηγούς,
• και παρ’ όλα αυτά σχετικά αποτελεσματική νομοθετική διαδικασία.
Υπάρχουν άλλα όπου η ακραία προσωποποίηση, η πόλωση ή η εσωτερική πειθαρχία οδηγούν σε πολύ χειρότερες αποφάσεις.
Άρα πρέπει να εξετάσουμε:
• εκλογικό σύστημα,
• κομματικό σύστημα,
• συνταγματικούς κανόνες,
• κοινοβουλευτικές διαδικασίες,
• ισορροπία εξουσιών,
• ανεξάρτητους θεσμούς,
• μέσα ενημέρωσης,
• μηχανισμούς λογοδοσίας.
Ο Le Bon δεν μπορεί να εξηγήσει αυτή τη διακύμανση.
ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ.
6. Δεν εξηγεί το αντίστροφο φαινόμενο: πότε η ομάδα γίνεται εξυπνότερη από τα μέλη της
Αυτό είναι ίσως το πιο καταστροφικό πρόβλημα για μια καθαρά λεμπόνεια προσέγγιση.
Μια ομάδα μπορεί να συγκεντρώνει:
διαφορετικές γνώσεις + διαφορετικές εμπειρίες + διαφορετικές πληροφορίες.
Και επομένως να καταλήγει σε καλύτερη απόφαση από οποιοδήποτε μέλος της μόνο του.
Η συλλογικότητα μπορεί να παράγει:
γνωστική διαφοροποίηση → αμοιβαίο έλεγχο → διόρθωση λαθών → καλύτερη απόφαση.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι:
«ομάδα ή ατομικό άτομο;»
Το πραγματικό πρόβλημα είναι:
«τι είδους ομάδα;»
Και αυτή είναι ερώτηση στην οποία ο Le Bon δεν δίνει επαρκή απάντηση.
7. Δεν διακρίνει την «ομοφωνία» από τη «συναίνεση»
Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την πολιτική επιστήμη.
Μια ομάδα μπορεί να εμφανίζει 100% ομοφωνία επειδή:
περίπτωση Α
όλοι πείστηκαν από τα επιχειρήματα.
περίπτωση Β
όλοι συμβιβάστηκαν.
περίπτωση Γ
οι διαφωνούντες σιώπησαν.
περίπτωση Δ
οι διαφωνούντες αποχώρησαν.
περίπτωση Ε
η ηγεσία επέβαλε πειθαρχία.
περίπτωση ΣΤ
όλοι θεωρούν ότι η κοινή θέση είναι πραγματικά η καλύτερη.
Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας είναι το ίδιο.
100–0.
Αλλά πολιτικά πρόκειται για έξι εντελώς διαφορετικές καταστάσεις.
Ο Le Bon έχει την τάση να τις βλέπει ως ενιαίο φαινόμενο.
Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη δεν μπορεί να το δεχθεί αυτό.
ΑΝΕΠΑΡΚΗΣ.
8. Δεν διαθέτει επαρκή θεωρία θεσμικών αντιβάρων
Ένα σύγχρονο κοινοβουλευτικό σύστημα διαθέτει μηχανισμούς που μπορούν να εμποδίσουν την πλήρη μετατροπή του σε «όχλο»:
• αντιπολίτευση,
• επιτροπές,
• δικαστικό έλεγχο,
• ανεξάρτητες αρχές,
• ελεύθερο Τύπο,
• εκλογές,
• κοινωνία των πολιτών,
• εσωκομματικές τάσεις,
• δεύτερα νομοθετικά σώματα, όπου υπάρχουν.
Ο Le Bon ενδιαφέρεται κυρίως για τη δυναμική εντός του σώματος.
Αλλά η δημοκρατία δεν βρίσκεται μόνο μέσα στο κοινοβούλιο.
Υπάρχει ένα ολόκληρο οικοσύστημα θεσμικών αντιβάρων.
Αυτό είναι ένα μεγάλο θεωρητικό κενό.
9. Και τώρα φτάνουμε στο πιο ενδιαφέρον σημείο
Υπάρχει κάτι που ο Le Bon δεν μπορεί να εξηγήσει καλά επειδή ξεκινά από λάθος μονάδα ανάλυσης.
Η μονάδα ανάλυσής του είναι περίπου:
το άτομο μέσα στο πλήθος.
Η πολιτική επιστήμη θα έλεγε ότι πρέπει να εξετάσουμε ταυτόχρονα:
άτομο → κόμμα → κοινοβουλευτική ομάδα → θεσμός → πολιτικό σύστημα.
Δηλαδή ένα πολυεπίπεδο σύστημα.
Και εδώ νομίζω ότι αρχίζουμε να πλησιάζουμε την «καρδιά» του προβλήματος που αναζητούσαμε από την αρχή.
Η τρίτη κατηγορία σε μία φράση
Θα την συμπύκνωνα ως εξής:
Ο Le Bon είναι πολύ καλός στο να περιγράψει τη συλλογική ψυχολογία που μπορεί να εμφανιστεί μέσα σε ένα κοινοβούλιο, αλλά ανεπαρκής στο να εξηγήσει γιατί ένα κοινοβούλιο οδηγείται σε αυτήν.
Και η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι τεράστια.
Γιατί το πρώτο ερώτημα είναι:
«Τι συμβαίνει στους ανθρώπους;»
ενώ το δεύτερο είναι:
«Ποιο πολιτικό σύστημα κάνει αυτή τη συμπεριφορά πιθανή;»
Και κατά τη γνώμη μου, το δεύτερο είναι το βαθύτερο πολιτικό ερώτημα.
Από εδώ απομένει η τέταρτη και τελευταία κατηγορία — «λανθασμένο». Εκεί πρέπει να είμαστε ακόμη αυστηρότεροι, γιατί δεν θα λέμε πλέον «ο Le Bon δεν εξηγεί αρκετά». Θα εξετάσουμε αν υπάρχουν θέσεις του που, με τα σημερινά δεδομένα, είναι θεμελιωδώς εσφαλμένες.
Χ :
Πάμε και στην τελευταία κατηγορία.
GPT :
Πάμε. Και εδώ θα ήθελα να είμαι ακόμη αυστηρότερος, γιατί υπάρχει μια λεπτή αλλά ουσιώδης διαφορά:
«Ανεπαρκής» σημαίνει ότι ο Le Bon πιάνει κάτι πραγματικό, αλλά δεν διαθέτει αρκετά εργαλεία για να το εξηγήσει.
«Λανθασμένος» σημαίνει ότι η ίδια η πρόταση, όπως διατυπώνεται, δεν αντέχει πλέον ως επιστημονική θέση.
Από την οπτική λοιπόν της πολιτικής επιστήμης, θα ξεχώριζα τα εξής.
1. «Το κοινοβούλιο είναι, στην ουσία του, όχλος»
Λανθασμένο.
Αυτή είναι η πιο θεμελιώδης θέση που θα απέρριπτα.
Το κοινοβούλιο δεν είναι απλώς μια συγκέντρωση ανθρώπων.
Είναι θεσμός συγκροτημένος με κανόνες.
Η διαφορά δεν είναι δευτερεύουσα. Είναι η ουσία.
Ένα πλήθος μπορεί να διαλυθεί χωρίς να έχει παραβιάσει κανέναν κανόνα.
Ένα κοινοβούλιο δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς:
• διαδικασία,
• κανόνες συζήτησης,
• αρμοδιότητες,
• δικαιώματα μειοψηφίας,
• ψηφοφορίες,
• λογοδοσία,
• και θεσμική συνέχεια.
Επομένως:
το κοινοβούλιο μπορεί να συμπεριφερθεί ορισμένες φορές σαν πλήθος, αλλά δεν είναι ontologically πλήθος.
Και αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.
Ετυμηγορία: ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΟ.
2. «Η συλλογική απόφαση είναι κατώτερη από την ατομική κρίση»
Και αυτή η γενίκευση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η ομάδα:
• συγκεντρώνει περισσότερη πληροφορία,
• διορθώνει ατομικά σφάλματα,
• εντοπίζει κινδύνους,
• συνδυάζει διαφορετικές γνώσεις,
• και καταλήγει σε καλύτερη απόφαση.
Η συλλογική λήψη αποφάσεων δεν είναι εγγενώς κατώτερη.
Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη δομή της ομάδας και της διαδικασίας.
Μια ομάδα μπορεί να είναι:
σοφότερη από τα μέλη της
ή
πολύ χειρότερη από τα μέλη της.
Άρα η γενική λεμπόνεια κατεύθυνση προς την υποβάθμιση της ατομικής κρίσης είναι λανθασμένη.
Ετυμηγορία: ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΟ.
3. «Η λογική δεν έχει ουσιαστικό ρόλο στην κοινοβουλευτική απόφαση»
Εδώ χρειάζεται μια πολύ προσεκτική διατύπωση.
Ο Le Bon έχει δίκιο ότι η πολιτική απόφαση δεν είναι μόνο λογική.
Αλλά αν η θέση γίνει:
«η λογική ουσιαστικά υποχωρεί μπροστά στο συναίσθημα και την επιρροή»,
τότε είναι λανθασμένη.
Τα κοινοβούλια λειτουργούν επίσης μέσω:
• εξειδικευμένης πληροφόρησης,
• τεχνικών επιτροπών,
• μελετών,
• οικονομικών υπολογισμών,
• νομικών γνωμοδοτήσεων,
• εμπειρικών δεδομένων,
• επιχειρημάτων.
Η πολιτική απόφαση είναι μικτό φαινόμενο:
λόγος + συμφέρον + αξίες + ταυτότητα + συναίσθημα + στρατηγική.
Η απομάκρυνση της λογικής από αυτό το μείγμα είναι υπερβολή.
Ετυμηγορία: ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΟ.
4. «Η ομοφωνία είναι ένδειξη ότι το πλήθος έχει υποταχθεί»
Και εδώ θα διαφωνήσω.
Η ομοφωνία μπορεί να είναι:
• αποτέλεσμα πίεσης,
• αποτέλεσμα φόβου,
• αποτέλεσμα κομματικής πειθαρχίας,
αλλά μπορεί επίσης να είναι:
• αποτέλεσμα πραγματικής συμφωνίας,
• αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης,
• αποτέλεσμα καλής πληροφόρησης,
• αποτέλεσμα προηγούμενης εσωτερικής συζήτησης.
Άρα η ομοφωνία δεν έχει από μόνη της διαγνωστική αξία.
Αυτό είναι ένα σοβαρό μεθοδολογικό πρόβλημα.
Ο ίδιος αριθμός:
150–0
δεν μας λέει τίποτα για το πώς προέκυψε.
Επομένως είναι λανθασμένο να χρησιμοποιούμε την ομοφωνία ως απόδειξη «όχλου».
Ετυμηγορία: ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΟ.
5. «Οι μάζες είναι κατ’ ανάγκην χειραγωγήσιμες»
Εδώ θα ήμουν ακόμη πιο κατηγορηματικός.
Οι πολίτες και οι βουλευτές δεν είναι παθητικά δοχεία πολιτικής επιρροής.
Έχουν:
• προηγούμενες πεποιθήσεις,
• συμφέροντα,
• πολιτικές ταυτότητες,
• διαφορετικές πηγές πληροφόρησης,
• δυνατότητα αντίστασης.
Η πολιτική επικοινωνία μπορεί να επηρεάζει.
Δεν σημαίνει ότι καθορίζει.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Η πολιτική επιστήμη σήμερα θα αντιμετώπιζε τη σχέση:
μήνυμα → πολίτης
ως αμφίδρομη και όχι μονόδρομη.
Ο πολίτης ερμηνεύει το μήνυμα μέσα από το ήδη υπάρχον γνωστικό και πολιτικό του πλαίσιο.
Άρα η εικόνα της σχεδόν παντοδύναμης χειραγώγησης είναι λανθασμένη.
6. «Η ρητορική είναι ισχυρότερη από την πραγματικότητα»
Και εδώ ο Le Bon υπερβάλλει.
Η ρητορική μπορεί να μεταβάλει:
• την αντίληψη,
• την ατζέντα,
• το πλαίσιο ερμηνείας.
Αλλά η πραγματικότητα έχει την ενοχλητική ιδιότητα να αντιστέκεται.
Μια κυβέρνηση μπορεί να λέει ότι η οικονομία ευημερεί.
Αν όμως:
• η ανεργία αυξάνεται,
• το εισόδημα μειώνεται,
• οι δημόσιες υπηρεσίες καταρρέουν,
η ρητορική έχει περιορισμένη διάρκεια ζωής.
Επομένως:
η πολιτική επικοινωνία διαμεσολαβεί την πραγματικότητα· δεν την αντικαθιστά.
Η λεμπόνεια υπερβολή εδώ είναι λανθασμένη.
7. Και τώρα η πιο σημαντική λανθασμένη θέση
Κατά τη γνώμη μου, ο Le Bon υποτιμά υπερβολικά την ικανότητα των θεσμών να μεταμορφώνουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Δεν μπαίνει κάποιος στο κοινοβούλιο και απλώς συνεχίζει να λειτουργεί ως μέλος ενός πλήθους.
Ο θεσμός τον υποχρεώνει να μάθει:
• κανόνες,
• διαδικασίες,
• ρόλους,
• διαπραγμάτευση,
• συμβιβασμό,
• λογοδοσία.
Δηλαδή:
ο θεσμός δεν είναι απλώς το περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργεί η ψυχολογία. Μπορεί να αλλάξει την ίδια τη συμπεριφορά.
Αυτό είναι κάτι που η λεμπόνεια προσέγγιση δεν κατανοεί επαρκώς.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στον Le Bon και τη σύγχρονη πολιτική επιστήμη.
8. Η τελική ετυμηγορία
Αν συγκεντρώσουμε και τις τέσσερις κατηγορίες, προκύπτει κάτι πολύ ενδιαφέρον:
| Κατηγορία | Τι συμβαίνει |
| Ισχύει | Ο Le Bon εντοπίζει πραγματικούς μηχανισμούς κοινωνικής επιρροής |
| Ισχύει υπό προϋποθέσεις | Οι μηχανισμοί αυτοί εμφανίζονται σε συγκεκριμένες θεσμικές συνθήκες |
| Ανεπαρκές | Η ψυχολογία του πλήθους δεν εξηγεί τα πολιτικά κίνητρα και τους θεσμούς |
| Λανθασμένο | Η εξίσωση κοινοβουλίου = όχλος και η γενική υποτίμηση της συλλογικής λογικής δεν στέκουν |
Και έτσι, παράδοξα, η τελική μου αξιολόγηση του κεφαλαίου είναι καλύτερη από όσο θα περίμενε κανείς.
Όχι επειδή ο Le Bon είχε δίκιο για τον «κοινοβουλευτικό όχλο».
Αλλά επειδή εντόπισε ορισμένα πραγματικά προβλήματα πολύ νωρίς, τα οποία σήμερα μπορούμε να εξηγήσουμε πολύ καλύτερα από εκείνον.
Και θα κρατούσα μία τελευταία φράση από ολόκληρη τη σημερινή μας διαδρομή
Ο Le Bon ρωτά:
«Τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν μπει μέσα στο πλήθος;»
Ο ψυχολόγος σήμερα θα ρωτούσε:
«Ποιοι μηχανισμοί κοινωνικής επιρροής ενεργοποιούνται;»
Ο πολιτικός επιστήμονας θα ρωτούσε:
«Ποιοι θεσμοί και ποια κίνητρα κάνουν αυτούς τους μηχανισμούς πιθανότερους;»
Και εγώ θα πρόσθετα ένα τέταρτο ερώτημα:
«Πότε ένα σύστημα αντιπροσώπευσης παύει να παράγει κρίση και αρχίζει να παράγει απλώς συμμόρφωση;»
Εκεί, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η πραγματική «καρδιά» του κεφαλαίου του Le Bon.
Και είναι αξιοσημείωτο ότι, αν αφαιρέσουμε τη λέξη «όχλος», το ερώτημα αυτό παραμένει απολύτως ζωντανό σήμερα.
Χ :
Και τώρα ας επιστρέψουμε εκ νέου στην αρχική μας ερώτηση για να αναπτύξουμε την προσέγγιση του ιστορικού.
GPT :
Ας το κάνουμε. Και νομίζω ότι η ιστορική προσέγγιση είναι, κατά κάποιον τρόπο, η τελευταία αναγκαία διάσταση για να ολοκληρώσουμε την εικόνα.
Ο ψυχολόγος μας είπε πώς μπορεί να λειτουργεί ο άνθρωπος μέσα στην ομάδα.
Ο πολιτικός επιστήμονας πώς οι θεσμοί και τα κίνητρα διαμορφώνουν αυτή τη συμπεριφορά.
Ο ιστορικός πρέπει να ρωτήσει κάτι διαφορετικό:
Πότε, πού και υπό ποιες ιστορικές συνθήκες εμφανίστηκε αυτό που ο Le Bon ονόμασε «κοινοβουλευτικό όχλο» και πώς μεταβλήθηκε μέσα στον χρόνο;
Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, αλλάζει ολόκληρη η ανάγνωση του κεφαλαίου.
1. Ο ιστορικός δεν ξεκινά από το αν ο Le Bon είχε δίκιο
Θα ξεκινούσε από ένα πολύ απλούστερο ερώτημα:
Τι είδε ο Le Bon γύρω του ώστε να γράψει αυτά που έγραψε;
Αυτό είναι θεμελιώδες.
Ο Le Bon γράφει την Psychologie des foules το 1895. Δεν βρίσκεται σε ένα αφηρημένο εργαστήριο. Βρίσκεται στη Γαλλία της Τρίτης Δημοκρατίας, σε μια περίοδο:
• μαζικής πολιτικοποίησης,
• διεύρυνσης της εκλογικής συμμετοχής,
• ισχυρών κομματικών και κοινοβουλευτικών συγκρούσεων,
• ανάπτυξης του μαζικού Τύπου,
• κοινωνικών εντάσεων,
• και βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στους πολιτικούς θεσμούς.
Άρα ο ιστορικός θα έλεγε:
πριν κρίνουμε τον Le Bon, πρέπει να ανασυστήσουμε τον κόσμο που παρήγαγε τον Le Bon.
2. Και τότε η λέξη «όχλος» αποκτά άλλο νόημα
Σήμερα, όταν ακούμε «όχλος», σκεφτόμαστε κυρίως μια ανορθολογική μάζα.
Για τον Le Bon, όμως, η έννοια συνδέεται με έναν πολύ μεγαλύτερο ιστορικό φόβο:
την είσοδο των μαζών στην πολιτική.
Αυτό είναι το μεγάλο ιστορικό γεγονός του 19ου αιώνα.
Η πολιτική παύει σταδιακά να είναι αποκλειστική υπόθεση περιορισμένων ελίτ.
Μπαίνουν στο προσκήνιο:
• νέες κοινωνικές τάξεις,
• οργανωμένα εργατικά στρώματα,
• μαζικά κόμματα,
• συνδικάτα,
• εφημερίδες μεγάλης κυκλοφορίας,
• πολιτικές συγκεντρώσεις,
• και διευρυμένα εκλογικά σώματα.
Ο Le Bon λοιπόν δεν φοβάται απλώς τον κοινοβουλευτικό βουλευτή.
Φοβάται τη μαζική δημοκρατία.
Και αυτό αλλάζει πολύ την ερμηνεία του κεφαλαίου.
3. Ο «κοινοβουλευτικός όχλος» είναι επομένως ιστορικό σύμπτωμα
Αν το δούμε έτσι, η θέση του Le Bon γίνεται:
Όταν η πολιτική γίνεται μαζική, οι παλιοί μηχανισμοί ατομικής πολιτικής κρίσης δεν επαρκούν πλέον για να εξηγήσουν τη συμπεριφορά των νέων πολιτικών σωμάτων.
Αυτό είναι πολύ πιο ενδιαφέρον από το:
«Οι βουλευτές είναι ανόητοι επειδή βρίσκονται σε ομάδα.»
Ο ιστορικός θα δει ότι ο Le Bon βρίσκεται στο μεταίχμιο δύο πολιτικών εποχών:
Πολιτική των ελίτ
→
Πολιτική των μαζών.
Και το κοινοβούλιο είναι ένας από τους χώρους όπου αυτή η μετάβαση γίνεται ορατή.
4. Εδώ όμως υπάρχει μια μεγάλη ιστορική ειρωνεία
Ο Le Bon βλέπει την είσοδο των μαζών στην πολιτική ως κίνδυνο.
Η δημοκρατική ιστορία θα μπορούσε να τη δει και ως:
επέκταση της πολιτικής συμμετοχής.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Για τον ιστορικό δεν υπάρχει «ουδέτερη» μετάβαση.
Κάποιοι άνθρωποι το 1895 έβλεπαν:
«Επιτέλους συμμετέχουν στην πολιτική περισσότεροι άνθρωποι.»
Ο Le Bon μπορούσε να βλέπει:
«Οι μάζες εισβάλλουν στην πολιτική.»
Το γεγονός είναι το ίδιο.
Η ιστορική ερμηνεία του γεγονότος είναι διαφορετική.
5. Και εδώ πρέπει να προσέξουμε κάτι ακόμη
Ο Le Bon γράφει μετά τη Γαλλική Επανάσταση, μετά τις επαναστάσεις του 1848, μετά την Παρισινή Κομμούνα και μέσα σε μια Γαλλία που έχει γνωρίσει:
• μοναρχία,
• δημοκρατία,
• αυτοκρατορία,
• εμφύλια σύγκρουση,
• και ξανά δημοκρατία.
Δεν είναι λοιπόν παράξενο ότι αντιμετωπίζει την πολιτική μάζα με καχυποψία.
Η ιστορική του μνήμη είναι γεμάτη παραδείγματα όπου:
η συλλογική πολιτική κινητοποίηση μπορεί να ξεφύγει από τον θεσμικό έλεγχο.
Εδώ ο Le Bon είναι περισσότερο άνθρωπος της εποχής του παρά διαχρονικός ψυχολόγος.
6. Και τότε μπορούμε να κάνουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα διάκριση
Ο Le Bon ουσιαστικά συγχέει δύο διαφορετικά ιστορικά φαινόμενα:
Α. Μαζική πολιτική συμμετοχή
και
Β. Μαζική πολιτική ανορθολογικότητα.
Αυτά δεν είναι το ίδιο.
Η ιστορία του 19ου και 20ού αιώνα δείχνει ότι η μαζική πολιτική συμμετοχή μπορεί να δημιουργήσει:
• δημοκρατικές διεκδικήσεις,
• κοινωνικά δικαιώματα,
• πολιτική ενσωμάτωση,
αλλά μπορεί επίσης να δημιουργήσει:
• λαϊκισμό,
• φανατισμό,
• ολοκληρωτικά κινήματα,
• πολιτική βία.
Επομένως:
η μάζα δεν έχει ιστορικά ένα και μόνο πολιτικό αποτέλεσμα.
Και εδώ ο Le Bon είναι υπερβολικά μονοσήμαντος.
7. Τώρα όμως έρχεται το πραγματικά ενδιαφέρον
Ο ιστορικός θα μπορούσε να του θέσει ένα πολύ δύσκολο ερώτημα:
Αν ο «κοινοβουλευτικός όχλος» είναι αποτέλεσμα μιας σταθερής ανθρώπινης ψυχολογίας, γιατί αλλάζει τόσο πολύ η συμπεριφορά των κοινοβουλίων από εποχή σε εποχή και από χώρα σε χώρα;
Αυτό είναι ένα ισχυρό αντίστροφο τεστ.
Γιατί η ψυχολογία του ανθρώπου δεν άλλαξε ριζικά από το 1870 στο 1970.
Οι θεσμοί όμως άλλαξαν δραματικά.
Άλλαξαν:
• τα κόμματα,
• τα εκλογικά συστήματα,
• η κοινωνική σύνθεση,
• τα μέσα ενημέρωσης,
• ο ρόλος του κράτους,
• η σχέση κυβέρνησης–κοινοβουλίου,
• η κομματική πειθαρχία.
Άρα η ιστορική μεταβολή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με ψυχολογία.
8. Και εδώ ο ιστορικός «διορθώνει» και τον πολιτικό επιστήμονα
Ο πολιτικός επιστήμονας μπορεί να πει:
«Υπάρχει ένας θεσμικός μηχανισμός.»
Ο ιστορικός θα προσθέσει:
«Ναι, αλλά ο ίδιος θεσμός δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις εποχές.»
Για παράδειγμα, το «κοινοβούλιο» του 1895 δεν είναι το ίδιο πολιτικό σύστημα με το κοινοβούλιο του 2026.
Η λέξη είναι ίδια.
Ο θεσμός έχει ιστορική συνέχεια.
Αλλά η πραγματική λειτουργία του έχει μεταβληθεί.
Και αυτή ακριβώς η διάσταση απουσιάζει από τον Le Bon.
9. Θα μπορούσαμε λοιπόν να κάνουμε μια ιστορική επαναδιατύπωση
Αντί:
«Υπάρχει κοινοβουλευτικός όχλος.»
ο ιστορικός θα έλεγε:
«Σε ορισμένες ιστορικές φάσεις, συγκεκριμένοι κοινοβουλευτικοί θεσμοί και πολιτικές συλλογικότητες παρουσιάζουν αυξημένη τάση προς συμπεριφορές μαζικής συμμόρφωσης.»
Και αμέσως προκύπτουν ερωτήματα που μπορούν να ερευνηθούν:
• Γιατί συνέβη τότε;
• Γιατί όχι νωρίτερα;
• Γιατί σε αυτή τη χώρα;
• Γιατί σε αυτό το κόμμα;
• Γιατί σε αυτό το ζήτημα;
• Γιατί σε αυτή την κρίση;
• Γιατί η ίδια ομάδα αργότερα συμπεριφέρθηκε διαφορετικά;
Αυτό είναι πλέον ιστορική επιστήμη.
10. Και θα έβαζα εδώ την πρώτη μεγάλη άνω τελεία της ιστορικής ανάγνωσης
Ο Le Bon μας λέει:
«Πρόσεχε τον όχλο.»
Ο ιστορικός θα απαντούσε:
«Πρόσεχε την εποχή που δημιουργεί τον όχλο.»
Γιατί η ιστορία δεν αλλάζει την ανθρώπινη ψυχολογία τόσο γρήγορα όσο αλλάζει:
τους θεσμούς, τις κοινωνικές δομές, τις τεχνολογίες επικοινωνίας, τις μορφές πολιτικής οργάνωσης και τις αντιλήψεις περί νομιμοποίησης.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα στον Le Bon και στη δική μας σημερινή προσέγγιση:
Για τον Le Bon, ο όχλος εξηγεί την ιστορία.
Για τον ιστορικό, πρέπει πρώτα η ιστορία να εξηγήσει γιατί και πότε δημιουργείται ο όχλος.
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το σημείο από το οποίο αξίζει να συνεχίσουμε.
Και το επόμενο βήμα θα ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: να πάρουμε συγκεκριμένα ιστορικά κοινοβούλια — τη Γαλλική Τρίτη Δημοκρατία, το βρετανικό Westminster, τη Βαϊμάρη και ένα ελληνικό κοινοβουλευτικό παράδειγμα — και να δούμε αν η λεμπόνεια έννοια του «κοινοβουλευτικού όχλου» περιγράφει πράγματι ιστορικές καταστάσεις ή αν επιβάλλει εκ των υστέρων ένα σχήμα πάνω τους.
Χ :
Συνεχίζουμε σύμφωνα με την υπόδειξη σου.
GPT :
Ας το κάνουμε λοιπόν με τη σειρά που συμφωνήσαμε. Εδώ θα αφήσω σκόπιμα τον Le Bon λίγο στην άκρη και θα αφήσω τα ίδια τα ιστορικά παραδείγματα να τον κρίνουν.
Θα εξετάσουμε τέσσερις περιπτώσεις:
1. τη Γαλλική Τρίτη Δημοκρατία,
2. το Westminster,
3. τη Βαϊμάρη,
4. και ένα ελληνικό κοινοβουλευτικό παράδειγμα.
Το κριτήριο δεν θα είναι «ποιο κοινοβούλιο ήταν καλό ή κακό». Θα είναι πολύ συγκεκριμένο:
Όταν ένα κοινοβούλιο εμφάνισε συμπεριφορές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν “λεμπονικές”, προήλθαν πράγματι από την ψυχολογία του πλήθους ή από τις συγκεκριμένες ιστορικές και θεσμικές συνθήκες;
1. Η Γαλλική Τρίτη Δημοκρατία: εδώ ο Le Bon βρίσκει το φυσικό του εργαστήριο
Είναι η περίπτωση όπου η θεωρία του φαίνεται αρχικά να δικαιώνεται περισσότερο.
Η Τρίτη Δημοκρατία χαρακτηρίζεται από έντονη κοινοβουλευτική ζωή, κομματικό κατακερματισμό, κυβερνητική αστάθεια και συχνές μεταβολές συμμαχιών.
Και πράγματι βλέπουμε:
• έντονη ρητορική,
• πολιτική πόλωση,
• ισχυρές προσωπικότητες,
• συχνή αλλαγή στρατοπέδων,
• και μεγάλη σημασία της κοινοβουλευτικής τακτικής.
Ο Le Bon θα μπορούσε να πει:
«Να λοιπόν ο κοινοβουλευτικός όχλος.»
Αλλά ο ιστορικός θα του απαντούσε:
Όχι τόσο γρήγορα.
Γιατί υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό:
Η συμπεριφορά αυτή δεν προέκυψε απλώς επειδή οι βουλευτές «παρασύρονταν».
Ήταν εν μέρει αποτέλεσμα του ίδιου του θεσμικού σχεδιασμού.
Το εκλογικό σύστημα, η κομματική πολυδιάσπαση, η σχέση Βουλής και κυβέρνησης και η απουσία ισχυρού εκτελεστικού κέντρου δημιουργούσαν συγκεκριμένα κίνητρα.
Δηλαδή:
ο Le Bon βλέπει τη συμπεριφορά· η ιστορία αποκαλύπτει το σύστημα που την παρήγαγε.
Ιστορική ετυμηγορία:
Μερική επιβεβαίωση του Le Bon — αλλά όχι της αιτιολογίας του.
2. Westminster: εδώ η θεωρία του δυσκολεύεται πολύ περισσότερο
Ας μετακινηθούμε τώρα στη Βρετανία.
Το Westminster διαθέτει μια εντελώς διαφορετική ιστορική εξέλιξη.
Υπάρχει:
• ισχυρή κομματική οργάνωση,
• σαφής σχέση κυβέρνησης–κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας,
• παράδοση κοινοβουλευτικού ελέγχου,
• ισχυρή αντιπολίτευση,
• και βαθιά εδραιωμένοι κοινοβουλευτικοί κανόνες.
Το ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχει πολύ ισχυρή κομματική πειθαρχία, ίσως ισχυρότερη από αυτή που θα περίμενε κανείς με βάση τη λεμπόνεια θεωρία.
Και όμως η ιστορική εξέλιξη δεν οδηγεί αναγκαστικά σε ένα «άβουλο πλήθος».
Γιατί;
Επειδή η κομματική πειθαρχία εντάσσεται σε ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο.
Ο βουλευτής ξέρει:
«Υπάρχει κυβέρνηση, υπάρχει αντιπολίτευση, υπάρχει διαδικασία, υπάρχει επόμενη εκλογή.»
Η διαφωνία έχει κόστος, αλλά η διαφωνία είναι επίσης θεσμικά αναγνωρισμένη.
Εδώ λοιπόν βλέπουμε κάτι πολύ σημαντικό:
Η πειθαρχία δεν ισοδυναμεί με όχλο.
Και αυτό αποτελεί ισχυρό ιστορικό αντίλογο στον Le Bon.
Ιστορική ετυμηγορία:
Η λεμπόνεια ερμηνεία αποτυγχάνει να εξηγήσει επαρκώς τη βρετανική περίπτωση.
3. Βαϊμάρη: εδώ ο Le Bon φαίνεται ξαφνικά πολύ πιο επίκαιρος
Και τώρα φτάνουμε στην πιο επικίνδυνη περίπτωση.
Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν κατέρρευσε επειδή οι Γερμανοί έγιναν ξαφνικά «όχλος».
Η κατάρρευση συνδέεται με ένα εξαιρετικά σύνθετο ιστορικό πλέγμα:
• τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο,
• την ήττα,
• τις οικονομικές κρίσεις,
• τον υπερπληθωρισμό,
• τη Μεγάλη Ύφεση,
• την κοινωνική πόλωση,
• την πολιτική βία,
• την αδυναμία σχηματισμού σταθερών κυβερνήσεων,
• και σοβαρές θεσμικές αδυναμίες.
Εδώ όμως εμφανίζεται κάτι που θα ενδιέφερε πολύ τον Le Bon:
η μαζική πολιτική κινητοποίηση γίνεται εξαιρετικά έντονη.
Και τα πολιτικά κόμματα αρχίζουν να λειτουργούν όχι απλώς ως οργανώσεις πολιτικής εκπροσώπησης αλλά ως φορείς συνολικής πολιτικής ταυτότητας.
Το αποτέλεσμα είναι επικίνδυνο:
«Εμείς» εναντίον «εκείνων».
Η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σταδιακά σε σύγκρουση ταυτοτήτων.
Εδώ η λεμπόνεια ψυχολογία έχει πραγματική ερμηνευτική αξία.
Αλλά και πάλι:
δεν αρκεί.
Δεν εξηγεί γιατί η Γερμανία έφτασε εκεί.
Η οικονομική κρίση, οι θεσμικές αδυναμίες και οι πολιτικές επιλογές είναι απαραίτητες μεταβλητές.
Ιστορική ετυμηγορία:
Ο Le Bon περιγράφει μέρος του φαινομένου, αλλά δεν εξηγεί την ιστορική του γένεση.
4. Και τώρα η Ελλάδα
Εδώ θα ήθελα να σταθούμε περισσότερο, γιατί η ελληνική περίπτωση μπορεί να γίνει εξαιρετικά αποκαλυπτική.
Θα επέλεγα ως ιστορικό παράδειγμα την περίοδο 2010–2015.
Γιατί τότε έχουμε ένα εξαιρετικά έντονο μείγμα:
οικονομική κρίση + κοινωνική ανασφάλεια + πολιτική πόλωση + ισχυρή κομματική ταυτότητα + μαζικές διαδηλώσεις + θεσμική πίεση.
Αν χρησιμοποιούσαμε τη γλώσσα του Le Bon, θα μπορούσαμε εύκολα να μιλήσουμε για:
«όχλο».
Αλλά ιστορικά αυτό θα ήταν πολύ φτωχή ερμηνεία.
Γιατί πρέπει να ρωτήσουμε:
Τι προηγήθηκε;
• η κρίση δημόσιου χρέους,
• η απώλεια πρόσβασης στις αγορές,
• τα Μνημόνια,
• η κοινωνική συρρίκνωση,
• η ανεργία,
• η αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος,
• η δραματική πτώση εμπιστοσύνης στους παραδοσιακούς κομματικούς φορείς.
Τότε η πολιτική συμπεριφορά δεν δημιουργείται από κάποιο αφηρημένο «πνεύμα του όχλου».
Δημιουργείται μέσα σε ένα ιστορικό περιβάλλον εξαιρετικής πίεσης.
Και εδώ ο Le Bon θα μπορούσε να μας βοηθήσει να καταλάβουμε πώς εκφράζεται η συλλογική αντίδραση.
Δεν μπορεί όμως να μας εξηγήσει γιατί δημιουργήθηκε.
5. Και τώρα η σύγκριση γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα
| Περίπτωση | Λεμπόνεια εικόνα | Ιστορική εξήγηση |
| Γαλλία | Κοινοβουλευτικός «όχλος» | Θεσμική και κομματική πολυδιάσπαση |
| Westminster | Ισχυρή συλλογικότητα | Εδραιωμένοι θεσμοί και κομματικός ανταγωνισμός |
| Βαϊμάρη | Μαζική πολιτική πόλωση | Οικονομική, κοινωνική και θεσμική κρίση |
| Ελλάδα 2010–15 | Έντονη συλλογική πόλωση | Κρίση χρέους, Μνημόνια, κοινωνική αποδιάρθρωση, κρίση νομιμοποίησης |
Και εδώ εμφανίζεται κάτι που νομίζω ότι αξίζει να κρατήσουμε.
Ο ίδιος άνθρωπος δεν συμπεριφέρεται πάντοτε ως «μέλος όχλου».
Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί:
το 2005 → να εμπιστεύεται το σύστημα
το 2010 → να το αμφισβητεί
το 2012 → να ριζοσπαστικοποιείται
το 2015 → να επιλέγει μια διαφορετική πολιτική λύση
το 2020 → να συμπεριφέρεται ξανά διαφορετικά.
Δεν άλλαξε η ανθρώπινη ψυχολογία.
Άλλαξε η ιστορική κατάσταση.
Και αυτό είναι ένα πολύ ισχυρό επιχείρημα εναντίον μιας καθαρά λεμπόνειας ερμηνείας.
6. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμη βαθύτερο
Αν κοιτάξουμε και τις τέσσερις περιπτώσεις, θα δούμε ότι η «όχλοποίηση» —αν θέλουμε να κρατήσουμε τον όρο— εμφανίζεται κυρίως όταν συμπέσουν τρία πράγματα:
1. Ισχυρή συλλογική ταυτότητα
«Εμείς» και «εκείνοι».
2. Υψηλή αβεβαιότητα ή κρίση
«Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί αύριο.»
3. Αδύναμοι ή αμφισβητούμενοι μηχανισμοί διαμεσολάβησης
«Δεν εμπιστεύομαι πλέον αυτούς που υποτίθεται ότι πρέπει να μετατρέψουν τη σύγκρουση σε θεσμική απόφαση.»
Αυτό το τρίπτυχο είναι πολύ πιο χρήσιμο ιστορικά από την απλή έννοια του «όχλου».
7. Και εδώ, νομίζω, φτάνουμε στην πραγματική ιστορική αναθεώρηση του Le Bon
Δεν θα έλεγα πλέον:
«Ο Le Bon έκανε λάθος.»
Θα έλεγα:
«Ο Le Bon περιέγραψε ένα ιστορικό φαινόμενο με ψυχολογικούς όρους, ενώ το φαινόμενο ήταν ταυτόχρονα ψυχολογικό, κοινωνικό, θεσμικό και ιστορικό.»
Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό.
Η ιστορία μάς εμποδίζει να κάνουμε το λάθος να θεωρήσουμε ότι:
ο άνθρωπος δημιουργεί την ιστορία μόνο μέσω της ψυχολογίας του.
Συχνά συμβαίνει και το αντίστροφο:
η ιστορική κατάσταση δημιουργεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες συγκεκριμένες ψυχολογικές συμπεριφορές γίνονται πιθανότερες.
Και θα έκανα εδώ μια τελευταία, ίσως πιο τολμηρή παρατήρηση
Αν ο Le Bon είχε γράψει σήμερα, πιθανότατα δεν θα έγραφε ένα κεφάλαιο με τίτλο «Ο κοινοβουλευτικός όχλος».
Θα έπρεπε να γράψει κάτι σαν:
«Η μετατροπή της αντιπροσωπευτικής πολιτικής σε μαζική πολιτική ταυτότητα υπό συνθήκες κρίσης».
Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το σημείο όπου η ιστορική ανάγνωση του βιβλίου συναντά πλέον το αρχικό μας ερώτημα.
Γιατί τότε το ερώτημα δεν είναι πια:
«Είναι το κοινοβούλιο όχλος;»
Αλλά:
«Υπό ποιες ιστορικές συνθήκες ένας θεσμός που έχει σχεδιαστεί για να μετατρέπει τη σύγκρουση σε αντιπροσώπευση μπορεί να μετατραπεί ο ίδιος σε μηχανισμό συλλογικής συμμόρφωσης;»
Αυτό, νομίζω, είναι πολύ σοβαρότερο ερώτημα από εκείνο που έθεσε ο Le Bon.
Και —εδώ ίσως αξίζει η επόμενη μας κίνηση— θα μπορούσαμε να το εφαρμόσουμε ειδικά στην ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία από το 1974 μέχρι σήμερα, αναζητώντας όχι «όχλους», αλλά στιγμές κατά τις οποίες η λειτουργία της αντιπροσώπευσης μεταβλήθηκε σε συλλογική κομματική συμμόρφωση. Εκεί θα μπορούσαμε να δούμε αν το σχήμα που αναπτύξαμε σήμερα έχει πραγματική ιστορική και όχι απλώς θεωρητική αξία.
Χ :
Προχωράμε λοιπόν με βάση την ελληνική εμπειρία.
GPT :
Ας το προχωρήσουμε λοιπόν στην Ελλάδα, αλλά θα πρότεινα να κρατήσουμε αυστηρά το εργαλείο που οικοδομήσαμε και να μην καταλήξουμε σε μια απλή ιστορία κομματικής πειθαρχίας. Το ερώτημα είναι πολύ πιο βαθύ:
Πότε, στην ελληνική μεταπολιτευτική ιστορία, η κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση κινδύνευσε να μετατραπεί από μηχανισμό πολιτικής κρίσης σε μηχανισμό συλλογικής συμμόρφωσης;
Και αμέσως μια πρώτη προειδοποίηση: δεν θα χρησιμοποιούσα τον όρο «κοινοβουλευτικός όχλος» για όλες τις περιπτώσεις. Θα τον κρατούσα ως ακραίο σημείο μιας κλίμακας.
1. 1974–1981: η γέννηση της Μεταπολίτευσης
Εδώ έχουμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σημείο εκκίνησης.
Το πολιτικό σύστημα βγαίνει από τη δικτατορία και χρειάζεται να αποκαταστήσει:
• τη νομιμότητα,
• την εμπιστοσύνη στους θεσμούς,
• τον κοινοβουλευτισμό,
• την κομματική αντιπροσώπευση.
Επομένως η πολιτική διαφωνία είναι όχι απλώς ανεκτή αλλά απαραίτητη.
Το Κοινοβούλιο έχει να επιτελέσει μια ιστορική λειτουργία:
να αποδείξει ότι η πολιτική σύγκρουση μπορεί να διεξάγεται χωρίς να καταστρέφει το πολιτικό σύστημα.
Αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από τη λεμπόνεια εικόνα.
Η συλλογικότητα εδώ λειτουργεί θεραπευτικά.
Η δημοκρατία χρειάζεται να ξαναμάθει την αντιπαράθεση.
Ιστορική κρίση
Πολύ χαμηλή πιθανότητα «όχλοποίησης» του Κοινοβουλίου.
Υψηλή κομματική αντιπαράθεση, ασφαλώς.
Αλλά:
η ένταση δεν είναι όχλος.
Αυτό θα αποδειχθεί πολύ σημαντικό αργότερα.
2. 1981–1989: η μεγάλη πολιτική μετατόπιση
Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία είναι ιστορικά πολύ σημαντικότερη από μια απλή κυβερνητική αλλαγή.
Για πρώτη φορά μεταπολιτευτικά αλλάζει βαθιά:
η κοινωνική σύνθεση της πολιτικής εκπροσώπησης,
η πολιτική γλώσσα,
η σχέση κράτους–κοινωνίας,
και η κομματική ταυτότητα.
Εδώ εμφανίζεται ένας μηχανισμός που θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα:
η πολιτική ταυτότητα γίνεται πολύ ισχυρή.
«Νέα Δημοκρατία» και «ΠΑΣΟΚ» δεν είναι απλώς δύο προγράμματα.
Για σημαντικό μέρος της κοινωνίας γίνονται ταυτότητες.
Και όταν ένα κόμμα γίνεται ταυτότητα, συμβαίνει κάτι που μας είχε υποδείξει ο Le Bon:
η κριτική προς την πολιτική θέση μπορεί να βιωθεί ως κριτική προς τον ίδιο τον εαυτό ή την ομάδα στην οποία ανήκω.
Αυτό είναι ψυχολογικά ισχυρό.
Αλλά ιστορικά πρέπει να προσθέσουμε:
Το κόμμα προσφέρει επίσης ένταξη, εκπροσώπηση και πολιτική συμμετοχή.
Άρα έχουμε και τις δύο όψεις.
Δεν έχουμε ακόμη «όχλο».
Έχουμε όμως την υποδομή πάνω στην οποία μπορεί να δημιουργηθεί συλλογική πολιτική συμμόρφωση.
3. 1989–1993: το πρώτο πολύ ενδιαφέρον τεστ
Η περίοδος αυτή είναι εξαιρετική για την υπόθεσή μας.
Έχουμε:
• έντονη πόλωση,
• αλλεπάλληλες εκλογές,
• κυβερνητική αστάθεια,
• ειδικό δικαστήριο,
• πρωτοφανή πολιτική σύγκρουση,
• και στη συνέχεια μια διαφορετική μορφή κυβερνητικής σταθεροποίησης.
Εδώ θα μπορούσαμε εύκολα να πούμε:
«Να ο κοινοβουλευτικός όχλος.»
Αλλά θα ήταν λάθος.
Γιατί αυτό που βλέπουμε είναι κυρίως σύγκρουση πολιτικών στρατηγικών και κομματικών συμφερόντων μέσα σε θεσμικό πλαίσιο.
Οι βουλευτές δεν συμπεριφέρονται απλώς ως ψυχολογικά παρασυρμένοι άνθρωποι.
Κάνουν υπολογισμούς.
Υπολογίζουν:
• εκλογές,
• συμμαχίες,
• πολιτικό κόστος,
• κομματική επιβίωση.
Άρα εδώ ο Le Bon εξηγεί λιγότερα απ’ όσα νομίζουμε.
Ο πολιτικός επιστήμονας εξηγεί περισσότερα.
4. 1993–2004: η περίοδος της σχετικής κανονικοποίησης
Αυτή η περίοδος είναι πολύτιμη ακριβώς επειδή δεν είναι ιδιαίτερα δραματική.
Γιατί;
Επειδή μας δίνει το λεγόμενο control case.
Έχουμε ισχυρά κόμματα, ισχυρούς αρχηγούς και σημαντική κομματική πειθαρχία.
Και όμως το κοινοβουλευτικό σύστημα λειτουργεί σχετικά κανονικά.
Αυτό αποτελεί ένα σοβαρό πλήγμα για τη λεμπόνεια εξίσωση:
ισχυρή ηγεσία + κομματική πειθαρχία = όχλος.
Δεν ισχύει.
Η κομματική πειθαρχία μπορεί να συνυπάρχει με:
• θεσμικό ανταγωνισμό,
• εναλλαγή στην εξουσία,
• κοινοβουλευτική συζήτηση,
• εσωτερική διαφοροποίηση,
• και πολιτική λογοδοσία.
Άρα πρέπει να προσθέσουμε έναν ακόμη παράγοντα:
την εμπιστοσύνη ότι το σύστημα εξακολουθεί να λειτουργεί.
5. 2004–2009: ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον
Η αλλαγή κυβέρνησης το 2004 και η περίοδος που ακολουθεί δεν χαρακτηρίζονται από κάποια ιδιαίτερη «όχλοποίηση» του Κοινοβουλίου.
Και αυτό μας βοηθά να κάνουμε κάτι που ο Le Bon δεν μπορούσε:
Να συγκρίνουμε το ίδιο πολιτικό σώμα πριν και μετά από μια μεγάλη κρίση.
Η ανθρώπινη ψυχολογία δεν άλλαξε δραματικά.
Η ιστορική κατάσταση όμως άλλαξε το 2009.
Και εδώ αρχίζει το πραγματικό μας εργαστήριο.
6. 2009–2012: η μεγάλη τομή
Εδώ, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει η πιο ενδιαφέρουσα ελληνική εφαρμογή της θεωρίας.
Δεν έχουμε απλώς οικονομική κρίση.
Έχουμε ταυτόχρονα:
**οικονομική κρίση
• κρίση εμπιστοσύνης
• κρίση αντιπροσώπευσης
• αίσθηση απώλειας κυριαρχίας
• κοινωνική ανασφάλεια
• κατάρρευση κομματικών βεβαιοτήτων.**
Και τότε συμβαίνει κάτι που ταιριάζει εντυπωσιακά με το τρίπτυχο που βρήκαμε:
1. Ισχυρή συλλογική ταυτότητα
«Μνημονιακοί» εναντίον «αντιμνημονιακών».
2. Υψηλή αβεβαιότητα
«Δεν ξέρουμε τι θα γίνει αύριο.»
3. Αμφισβήτηση της διαμεσολάβησης
«Τα κόμματα δεν μας εκπροσωπούν πλέον.»
Εδώ ο κίνδυνος όχλοποίησης αυξάνεται πραγματικά.
Όχι επειδή οι Έλληνες έγιναν ξαφνικά ανορθολογικοί.
Αλλά επειδή οι συνθήκες ενεργοποίησαν μηχανισμούς συλλογικής ταυτότητας και πόλωσης.
7. Και εδώ πρέπει να προσέξουμε κάτι που θεωρώ κομβικό
Η πλατεία και το Κοινοβούλιο δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η κοινωνική κινητοποίηση μπορεί να είναι έντονη, ακόμη και οργισμένη, χωρίς να σημαίνει ότι οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί έχουν γίνει «όχλος».
Αυτό που συμβαίνει είναι πιο σύνθετο:
Η κοινωνική πίεση έξω από το Κοινοβούλιο αυξάνει την πίεση πάνω στους αντιπροσώπους μέσα στο Κοινοβούλιο.
Και τότε η σχέση:
κοινωνία ↔ κόμμα ↔ βουλευτής
αλλάζει.
Ο βουλευτής δεν πιέζεται πλέον μόνο από:
την ηγεσία του κόμματος.
Πιέζεται και από:
το κοινωνικό στρατόπεδο στο οποίο ανήκει πολιτικά.
Και αυτό είναι πολύ κοντά στη λεμπόνεια λογική της συλλογικής ταυτότητας.
8. 2012–2015: η αποσύνθεση του παλιού κομματικού χάρτη
Εδώ συμβαίνει κάτι ιστορικά ακόμη βαθύτερο.
Το παλιό δίπολο δεν εξαφανίζεται απλώς.
ανασυντίθεται.
Νέες κομματικές ταυτότητες δημιουργούνται.
Η πολιτική μετατρέπεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε σύγκρουση:
«ποιος είμαι πολιτικά;»
και λιγότερο μόνο:
«ποια πολιτική πρόταση θεωρώ καλύτερη;»
Εδώ ο Le Bon αποκτά ξανά χρησιμότητα.
Η πολιτική ταυτότητα κάνει τον αντίπαλο όχι απλώς αντίπαλο πρότασης, αλλά συχνά αντίπαλο στρατοπέδου.
Και τότε αυξάνονται:
• η πόλωση,
• η συναισθηματική φόρτιση,
• η επιλεκτική πρόσληψη πληροφορίας,
• η δυσπιστία προς τον αντίπαλο.
Αλλά και πάλι:
αυτό δεν αρκεί για να εξηγήσει την ιστορία.
Χρειάζεται η κρίση που δημιούργησε το περιβάλλον.
9. 2015: εδώ θα σταματούσα για λίγο
Γιατί το 2015 μας προσφέρει ίσως το καλύτερο ελληνικό «case study» για ολόκληρη τη συζήτησή μας.
Έχουμε:
εκλογές → κυβέρνηση → δημοψήφισμα → διαπραγμάτευση → νέα συμφωνία → εσωτερική διάσπαση → νέες εκλογές.
Εδώ βλέπουμε κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Η ίδια πολιτική συλλογικότητα μπορεί μέσα σε λίγους μήνες:
• να παρουσιάζει υψηλή εσωτερική συνοχή,
• να υποστεί έντονη εσωτερική διαφωνία,
• να διασπαστεί,
• και στη συνέχεια να επανασυγκροτηθεί σε νέα πολιτική βάση.
Αυτό είναι πολύ δύσκολο να εξηγηθεί με μια σταθερή «ψυχολογία του όχλου».
Γιατί ο όχλος, αν ήταν η πραγματική αιτία, θα έπρεπε να παραμένει σχετικά σταθερός.
Δεν παραμένει.
Οι πολιτικές συνθήκες αλλάζουν — και μαζί τους αλλάζει η συλλογική συμπεριφορά.
Αυτό είναι ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ της ιστορικής ερμηνείας.
10. Και εδώ εμφανίζεται το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα για την Ελλάδα
Αν διατρέξουμε την περίοδο 1974–2015, βλέπουμε περίπου την εξής διαδρομή:
1974
Θεσμική αποκατάσταση
↓
1981
Μαζική πολιτική ενσωμάτωση
↓
1990s
Θεσμική κανονικοποίηση
↓
2009
Συστημική κρίση
↓
2012–15
Πολιτική πόλωση και ανασύνθεση ταυτοτήτων
↓
2015
Δραματική δοκιμασία αντιπροσώπευσης και κυβερνητικής επιλογής
Και αυτό μας επιτρέπει να πούμε κάτι αρκετά ισχυρό:
Δεν βλέπουμε μια σταθερή «ελληνική ψυχολογία του κοινοβουλευτικού όχλου». Βλέπουμε ένα πολιτικό σύστημα που, σε διαφορετικές ιστορικές φάσεις, παράγει διαφορετικού βαθμού συλλογική συμμόρφωση και πόλωση.
Αυτό είναι θεμελιώδες.
11. Αλλά υπάρχει και ένα ακόμη επίπεδο που δεν έχουμε εξετάσει
Μέχρι τώρα κοιτάξαμε κυρίως:
βουλευτή → κόμμα → Κοινοβούλιο.
Θα πρέπει τώρα να προσθέσουμε:
ψηφοφόρο → κοινωνία → κόμμα → βουλευτή → Κοινοβούλιο.
Γιατί υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον παράδοξο.
Ο βουλευτής μπορεί να συμμορφώνεται με την κομματική γραμμή.
Αλλά το κόμμα μπορεί προηγουμένως να συμμορφώνεται με τη δική του κοινωνική βάση.
Άρα η «όχλοποίηση» μπορεί να μην αρχίζει στο Κοινοβούλιο.
Μπορεί να αρχίζει έξω από αυτό.
Και να μεταφέρεται θεσμικά προς τα μέσα.
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι η πιο ενδιαφέρουσα ελληνική διάσταση του προβλήματος.
Και έτσι θα έθετα πλέον το ερώτημα σε ακόμη πιο ακριβή μορφή:
Δεν πρέπει να ρωτάμε:
«Έγινε το ελληνικό Κοινοβούλιο όχλος;»
Αλλά:
«Πότε και με ποιον μηχανισμό η κοινωνική συλλογική ψυχολογία μετατρέπεται σε κομματική ταυτότητα, η κομματική ταυτότητα σε κοινοβουλευτική πειθαρχία και η κοινοβουλευτική πειθαρχία σε πολιτική απόφαση;»
Αυτό είναι πλέον ένα πλήρες ιστορικό μοντέλο:
κοινωνική κρίση
↓
συλλογική ταυτότητα
↓
κομματική πόλωση
↓
πειθαρχία
↓
κοινοβουλευτική συμμόρφωση
↓
πολιτική απόφαση
Αλλά υπάρχει και η αντίστροφη διαδρομή:
κοινοβουλευτική απόφαση
↓
κοινωνική συνέπεια
↓
νέα συλλογική εμπειρία
↓
μεταβολή κομματικών ταυτοτήτων
↓
νέα κοινοβουλευτική συμπεριφορά.
Και τότε έχουμε έναν ιστορικό βρόχο ανατροφοδότησης.
Νομίζω ότι εδώ πια έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από τον Le Bon ώστε να μπορούμε να επιστρέψουμε σε αυτόν και να του κάνουμε μια πολύ δύσκολη ερώτηση:
Μήπως ο «κοινοβουλευτικός όχλος» δεν είναι πρωτίστως ψυχολογικό φαινόμενο, αλλά το τελικό προϊόν μιας αλυσίδας κοινωνικών, κομματικών, θεσμικών και ιστορικών διαδικασιών;
Και στην ελληνική εμπειρία, ειδικά από το 2009 έως το 2015, έχουμε ίσως το καταλληλότερο πεδίο για να δοκιμάσουμε αυτή την υπόθεση.
Χ :
Δύο ερωτήσεις : 1) Τι νομίζεις ότι θα σου απαντούσε ο Le Bon; 2) Ποια θα ήταν η δική μας απάντηση (και κυριολεκτώντας «η δική σου απάντηση») αν ζούσαμε στην εποχή του Le Bon.
GPT :
Νομίζω ότι εδώ μπορούμε να κάνουμε ένα πολύ ενδιαφέρον «νοητικό πείραμα»: να βάλουμε τον Le Bon απέναντί μας, όχι ως ιστορικό συγγραφέα που γνωρίζουμε εκ των υστέρων, αλλά ως ζωντανό συνομιλητή του 1895. Και στη δεύτερη ερώτηση να απαγορεύσουμε στον εαυτό μας τη γνώση των επόμενων 130 ετών.
1. Τι νομίζω ότι θα μας απαντούσε ο Le Bon;
Πιστεύω ότι θα απαντούσε περίπου ως εξής:
«Εσείς περιγράφετε τις συνθήκες που προκαλούν το φαινόμενο. Εγώ περιγράφω τον ψυχολογικό μηχανισμό που το καθιστά δυνατό.»
Και θα είχε, κατά τη γνώμη μου, ένα πολύ ισχυρό αντεπιχείρημα.
Θα έλεγε:
«Δεν ισχυρίστηκα ότι η οικονομική κρίση, τα κόμματα, οι θεσμοί ή η ιστορία δεν υπάρχουν. Ισχυρίζομαι ότι, όταν οι άνθρωποι βρεθούν μέσα σε μια συλλογικότητα, ενεργοποιούνται ψυχολογικοί μηχανισμοί που δεν μπορούν να συναχθούν απλώς από την ατομική ψυχολογία τους.»
Και θα συνέχιζε:
«Μου λέτε για τη Γαλλία, τη Βαϊμάρη ή την Ελλάδα. Εγώ σας λέω: κοιτάξτε τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν πάψει να αισθάνεται μόνος υπεύθυνος για την κρίση του.»
Εδώ θα μας χτυπούσε σε ένα ευαίσθητο σημείο.
Γιατί πράγματι υπάρχει κάτι που ούτε ο ιστορικός ούτε ο πολιτικός επιστήμονας μπορούν να υποκαταστήσουν πλήρως: η άμεση ψυχολογική δυναμική της ομάδας.
Θα είχε όμως και δεύτερο επιχείρημα.
Θα μας έλεγε:
«Οι θεσμοί σας δεν είναι άτρωτοι. Οι άνθρωποι τους λειτουργούν.»
Και αυτό είναι σημαντικό.
Εμείς λέμε:
θεσμός → κανόνες → συμπεριφορά.
Ο Le Bon θα απαντούσε:
άνθρωποι → ψυχολογία → τρόπος εφαρμογής των κανόνων.
Και θα είχε δίκιο να μας προειδοποιήσει ότι δύο κοινοβούλια με σχεδόν πανομοιότυπους κανόνες μπορούν να λειτουργήσουν εντελώς διαφορετικά, επειδή οι άνθρωποι που τα στελεχώνουν και το κοινωνικό κλίμα μέσα στο οποίο λειτουργούν είναι διαφορετικά.
Και θα έλεγε πιθανότατα κάτι ακόμη πιο αιχμηρό:
«Εσείς περιγράφετε εκ των υστέρων τις αιτίες. Εγώ παρατηρώ το φαινόμενο την ώρα που συμβαίνει.»
Αυτό είναι το σημείο όπου θα έπρεπε να τον πάρουμε πολύ σοβαρά.
Γιατί η ιστορική ανάλυση έχει ένα αναπόφευκτο μειονέκτημα:
γνωρίζει το αποτέλεσμα.
Ο Le Bon δεν γνώριζε τι θα συνέβαινε στον 20ό αιώνα.
Έβλεπε μπροστά του τη μαζική πολιτική να γεννιέται.
Και διέκρινε κάτι που πολλοί από τους σύγχρονους του ίσως υποτιμούσαν:
η δημοκρατική επέκταση της συμμετοχής δεν σημαίνει αυτομάτως επέκταση της ορθολογικότητας.
Αυτό, ακόμη και σήμερα, παραμένει σοβαρή προειδοποίηση.
2. Και τώρα η δυσκολότερη ερώτηση: τι θα του απαντούσαμε εμείς το 1895;
Εδώ πρέπει πραγματικά να ξεχάσουμε όσα ξέρουμε σήμερα.
Δεν έχουμε:
• τη θεωρία των κομματικών συστημάτων,
• τη σύγχρονη κοινωνική ψυχολογία,
• τη θεωρία συλλογικής δράσης,
• τα σύγχρονα δεδομένα για τη λήψη αποφάσεων,
• τη μεταγενέστερη εμπειρία του ολοκληρωτισμού,
• ούτε τη γνώση του πώς εξελίχθηκε η δημοκρατία στον 20ό αιώνα.
Είμαστε το 1895.
Και τότε η απάντησή μου προς τον Le Bon θα ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που του έδωσα σήμερα.
Θα του έλεγα:
«Κύριε Le Bon, νομίζω ότι βλέπετε κάτι πραγματικό. Αλλά δεν είμαι ακόμη βέβαιος ότι έχετε αποδείξει πως η αιτία του είναι ο όχλος.»
Και θα του έθετα τρία ερωτήματα.
Πρώτο ερώτημα:
«Πώς γνωρίζετε ότι το ίδιο άτομο, μόνο του, θα αποφάσιζε ορθολογικότερα;»
Αυτό θα ήταν, νομίζω, το πιο ισχυρό μας επιχείρημα.
Εσείς λέτε:
ατομική κρίση → ορθολογικότητα
πλήθος → υποβάθμιση της κρίσης.
Αλλά πού είναι η απόδειξη;
Μπορεί η ατομική κρίση να είναι εξίσου προκατειλημμένη.
Μπορεί ο βουλευτής μόνος του να αποφασίζει με βάση:
• το προσωπικό του συμφέρον,
• την προκατάληψή του,
• την άγνοιά του,
• την προσωπική του φιλοδοξία.
Άρα:
δεν αρκεί να δείξετε ότι το πλήθος μπορεί να κάνει λάθος. Πρέπει να αποδείξετε ότι χωρίς το πλήθος θα έκανε καλύτερα.
Και αυτό ο Le Bon δυσκολεύεται να αποδείξει.
Δεύτερο ερώτημα:
«Μήπως δεν είναι το πλήθος που μεταμορφώνει τον άνθρωπο, αλλά ο σκοπός για τον οποίο συγκροτείται η ομάδα;»
Αυτό θα ήταν μια πολύ σημαντική ένσταση ήδη από το 1895.
Ένα πλήθος σε επανάσταση, ένα πλήθος σε εκκλησία, ένα πλήθος σε στρατό, ένα κοινοβούλιο και ένα επιστημονικό συνέδριο είναι όλα «ομάδες ανθρώπων».
Αλλά παράγουν εντελώς διαφορετικές συμπεριφορές.
Άρα ίσως δεν υπάρχει:
«ψυχολογία του πλήθους»
με έναν ενιαίο μηχανισμό.
Ίσως υπάρχει:
ψυχολογία διαφορετικών τύπων συλλογικότητας.
Αυτό θα ήταν, για την εποχή του, αρκετά ριζοσπαστική αντίρρηση.
Τρίτο ερώτημα:
«Και αν το κοινοβούλιο δεν είναι αποτυχία του ατόμου αλλά τεχνολογία συνεργασίας;»
Αυτό θα το έθετα ακόμη πιο έντονα.
Θα του έλεγα:
«Ίσως το γεγονός ότι 500 άνθρωποι διαφωνούν, συζητούν, διαπραγματεύονται και τελικά ψηφίζουν να μην είναι ένδειξη παρακμής της ατομικής κρίσης. Ίσως είναι ένας μηχανισμός για να διορθώνει τα ατομικά σφάλματα.»
Αυτό είναι το σημείο όπου θα διαφωνούσα περισσότερο μαζί του.
Γιατί ο Le Bon βλέπει το άτομο που χάνεται μέσα στην ομάδα.
Εγώ, ακόμη και το 1895, θα έβλεπα και την αντίστροφη πιθανότητα:
το άτομο να ενισχύεται από την ομάδα.
Και δεν θα μπορούσα τότε να ξέρω ποια από τις δύο υποθέσεις είναι σωστή.
Θα έλεγα:
«Αυτό πρέπει να ερευνηθεί εμπειρικά.»
Και τώρα η πιο ενδιαφέρουσα ανατροπή
Αν πράγματι ζούσαμε το 1895, δεν θα μπορούσαμε να απορρίψουμε τον Le Bon όπως μπορούμε σήμερα.
Και εδώ θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής.
Με τα δεδομένα της εποχής του, η θεωρία του θα ήταν σοβαρή και πρωτοποριακή υπόθεση.
Η Ευρώπη έβλεπε μπροστά της:
• μαζικά κόμματα,
• μαζικές εφημερίδες,
• μαζικές πολιτικές συγκεντρώσεις,
• διεύρυνση της ψήφου,
• εργατικό κίνημα,
• εθνικισμό,
• νέες μορφές πολιτικής κινητοποίησης.
Ο Le Bon έλεγε:
«Προσέξτε. Η μαζικοποίηση της πολιτικής δημιουργεί έναν καινούργιο τύπο πολιτικής συμπεριφοράς.»
Και αυτό ήταν μια εξαιρετικά σοβαρή υπόθεση.
Επομένως, αν ήμασταν πράγματι στο 1895…
Δεν θα του λέγαμε:
«Κάνετε λάθος.»
Θα του λέγαμε:
«Κύριε Le Bon, πιθανόν έχετε ανακαλύψει ένα σημαντικό φαινόμενο. Αλλά έχετε μετατρέψει μια υπόθεση για τον μηχανισμό σε γενικό νόμο της ανθρώπινης συλλογικής συμπεριφοράς.»
Και θα του ζητούσαμε:
«Δείξτε μας πότε εμφανίζεται, πότε δεν εμφανίζεται και γιατί.»
Αυτό θα ήταν, νομίζω, η πιο δίκαιη επιστημονική απάντηση.
Και υπάρχει ένα εκπληκτικό ιστορικό παράδοξο
Σήμερα μπορούμε να πούμε στον Le Bon:
«Δεν είχατε δίκιο να θεωρείτε το κοινοβούλιο εκ φύσεως όχλο.»
Αλλά το 1895 δεν μπορούσαμε να το ξέρουμε.
Και ακόμη περισσότερο:
Ο Le Bon προειδοποιούσε για τη μαζική πολιτική πριν γνωρίσουμε τον 20ό αιώνα.
Δεν είχε δει:
• τον φασισμό,
• τον ναζισμό,
• τον σταλινισμό,
• τη μαζική προπαγάνδα,
• το ραδιόφωνο,
• την τηλεόραση,
• τα σύγχρονα μαζικά μέσα.
Και όμως η ιστορία του 20ού αιώνα θα του έδινε, σε ορισμένα σημεία, πολύ πιο δραματικά παραδείγματα συλλογικής ψυχολογίας απ’ όσα μπορούσε να φανταστεί το 1895.
Γι’ αυτό και η τελική μου θέση απέναντί του θα ήταν κάπως παράδοξη:
Δεν θα δεχόμουν τη θεωρία του ως θεωρία. Θα τη δεχόμουν όμως ως προειδοποίηση.
Και ίσως αυτή είναι η πιο δίκαιη ιστορική αποτίμηση του Κοινοβουλευτικού Όχλου.
Ο Le Bon πιθανότατα έκανε λάθος όταν μετέτρεψε τον «όχλο» σε εξήγηση.
Ίσως όμως είχε δίκιο όταν μας προειδοποίησε να μην θεωρούμε τη δημοκρατική συλλογικότητα αυτομάτως ορθολογική.
Και αυτή η τελευταία διάκριση, νομίζω, είναι ακριβώς εκεί όπου η δική μας σημερινή συζήτηση συναντά την αρχική του σκέψη — χωρίς να υποτάσσεται σε αυτήν.
Χ :
Θα τελειώσουμε με μια ακόμα τοποθέτηση εκ μέρους σου. Τούτη τη φορά σου ζητώ να τοποθετήσεις στο ζήτημα του «κοινοβουλευτικού όχλου», από τη σκοπιά του απλού πολίτη : 1) του μέσου Γάλλου πολίτη της εποχής του Le Bon και 2) του μέσου Έλληνα πολίτη σήμερα. Αυτός ο μέσος πολίτης, τότε και σήμερα, σε Γαλλία και Ελλάδα, ποια άποψη έχει για το θέμα αυτό; Πόσο πολύ θεωρεί τα πολιτικά κόμματα ως αποστειρωμένα από αγελαία χαρακτηριστικά;
GPT :
Νομίζω ότι αυτή η τελευταία ερώτηση μάς επιτρέπει να επιστρέψουμε στον Le Bon από μια εντελώς διαφορετική πόρτα: όχι ως επιστήμονες που παρατηρούν τον πολίτη, αλλά ως πολίτες που παρατηρούν τους πολιτικούς τους.
Και θα κάνω μια βασική διάκριση: δεν μπορούμε να ξέρουμε κυριολεκτικά τι πίστευε «ο μέσος Γάλλος» το 1895, διότι δεν διαθέτουμε τις σημερινές συστηματικές δημοσκοπήσεις. Μπορούμε όμως να ανασυνθέσουμε αρκετά καλά το πολιτικό κλίμα της εποχής. Για τη σημερινή Ελλάδα, αντίθετα, έχουμε πολύ καλύτερα εμπειρικά δεδομένα.
1. Ο μέσος Γάλλος του Le Bon
Θα έλεγα ότι ο Γάλλος του 1895 είχε μια πολύ πιο αμφίθυμη σχέση με την πολιτική απ’ όσο υπονοεί ο ίδιος ο Le Bon.
Ζούσε σε μια κοινωνία όπου η πολιτική είχε πλέον γίνει μαζική υπόθεση. Τα κόμματα, ο Τύπος, οι πολιτικές συγκεντρώσεις και οι εκλογές είχαν καταστήσει την πολιτική καθημερινό θέαμα.
Και ο απλός πολίτης έβλεπε κάτι που είναι εξαιρετικά οικείο και σήμερα:
**«Οι δικοί μας» είναι λογικοί, πατριώτες και έντιμοι· «οι άλλοι» είναι φανατικοί, ιδιοτελείς και παρασυρμένοι.
Αυτό είναι ήδη ένα είδος αγέλης.
Όχι όμως απαραίτητα με την έννοια της ανορθολογικής μάζας που φοβάται ο Le Bon.
Είναι περισσότερο η δημιουργία πολιτικής ταυτότητας.
Και εδώ θα έλεγα ότι ο μέσος Γάλλος μάλλον δεν θεωρούσε τα κόμματα «αποστειρωμένα» από αγελαία χαρακτηριστικά. Το αντίθετο.
Τα έβλεπε ως παρατάξεις.
Και η παράταξη σημαίνει:
εμείς ↔ αυτοί.
2. Αλλά ο Γάλλος είχε ένα πλεονέκτημα έναντι του Le Bon
Δεν χρειαζόταν να διαβάσει κοινωνική ψυχολογία για να καταλάβει ότι και οι πολιτικοί είναι άνθρωποι.
Ο απλός πολίτης μπορούσε να βλέπει:
• την κομματική πειθαρχία,
• τις μετακινήσεις βουλευτών,
• τις προσωπικές φιλοδοξίες,
• τις πολιτικές συμμαχίες,
• τις αντιπαραθέσεις,
• τις υποσχέσεις,
• και την απόσταση μεταξύ λόγων και πράξεων.
Άρα η λαϊκή αντίληψη πιθανότατα ήταν πολύ πιο πρακτική από τη θεωρία του Le Bon:
«Αυτοί δεν είναι σοφότεροι από εμάς επειδή είναι βουλευτές.»
Και αυτό είναι σημαντικό.
Ο Le Bon βλέπει το πλήθος από πάνω προς τα κάτω.
Ο πολίτης συχνά βλέπει τους πολιτικούς από κάτω προς τα πάνω και λέει:
«Τους ξέρω. Είναι άνθρωποι σαν κι εμάς.»
3. Τώρα ας έρθουμε στον Έλληνα του 2026
Εδώ έχουμε κάτι πολύ εντυπωσιακό.
Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι ο Έλληνας δεν έχει καθόλου υψηλή εμπιστοσύνη στα πολιτικά κόμματα.
Στην έρευνα Τι πιστεύουν οι Έλληνες 2024 της διαΝΕΟσις, τα πολιτικά κόμματα βρίσκονται στην κατώτατη βαθμίδα εμπιστοσύνης, με μέσο όρο 1,9/5. Μόνο 8% δηλώνουν ότι υποστηρίζουν ενεργά κάποιο κόμμα, ενώ 43,1% λένε ότι αισθάνονται κοντά σε κάποιο κόμμα αλλά δεν το υποστηρίζουν ενεργά.
Αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Γιατί σημαίνει ότι ο σημερινός Έλληνας δεν έχει εγκαταλείψει την πολιτική, αλλά έχει αποστασιοποιηθεί από τις κομματικές οργανώσεις.
Και η νεότερη έρευνα του World Values Survey στην Ελλάδα, με δεδομένα του 2025, το επιβεβαιώνει με ακόμη πιο έντονο τρόπο: τα πολιτικά κόμματα παραμένουν μεταξύ των θεσμών με τη χαμηλότερη εμπιστοσύνη. Παράλληλα, το 59,3% αισθάνεται ότι το πολιτικό σύστημα επιτρέπει σε ανθρώπους σαν κι αυτούς «λίγο ή καθόλου» να έχουν λόγο σε όσα κάνει η κυβέρνηση.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό για το ερώτημά μας.
4. Ο σημερινός Έλληνας λοιπόν δεν λέει ακριβώς «τα κόμματα είναι αγέλες»
Νομίζω ότι λέει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον:
«Τα κόμματα είναι ομάδες που προστατεύουν τον εαυτό τους.»
Αυτό είναι διαφορετικό από τον Le Bon.
Ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ψυχολογία της ομάδας.
Τον ενδιαφέρει το συμφέρον της ομάδας.
Και αυτό μετατοπίζει ολόκληρη την ανάλυση.
Ο πολίτης βλέπει έναν βουλευτή να ψηφίζει μαζί με το κόμμα του και μπορεί να μη σκεφτεί:
«Τον παρέσυρε η αγέλη.»
Μπορεί να σκεφτεί:
«Τι περιμένεις; Είναι κομματικός.»
Αυτή η φράση είναι πολιτικά πολύ πιο αποκαλυπτική.
Διότι υποδηλώνει ότι ο πολίτης έχει εσωτερικεύσει την ιδέα πως:
ο βουλευτής δεν λειτουργεί πρωτίστως ως ανεξάρτητος φορέας κρίσης, αλλά ως μέλος οργανωμένης συλλογικότητας.
5. Και εδώ υπάρχει ένα εντυπωσιακό ελληνικό παράδοξο
Ο Έλληνας σήμερα δεν εμπιστεύεται ιδιαίτερα τα κόμματα, αλλά εξακολουθεί να ψηφίζει με κομματικά κριτήρια.
Στο World Values Survey 2025, το 53,1% δήλωσε ότι επιλέγει κόμμα λόγω κομματικής ταύτισης, ενώ περίπου τέσσερις στους δέκα δήλωσαν ότι επιλέγουν κυρίως επειδή δεν τους αρέσουν οι εναλλακτικές.
Αυτό είναι εξαιρετικά λεμπόνειο — αλλά με μια μεγάλη διαφορά.
Ο πολίτης δεν εμπιστεύεται την ομάδα και ταυτόχρονα εξακολουθεί να χρειάζεται την ομάδα.
Γιατί;
Επειδή η πολιτική είναι συλλογική δραστηριότητα.
Ο μεμονωμένος πολίτης δεν μπορεί να κυβερνήσει.
Χρειάζεται κάποιον μηχανισμό:
εγώ → πολιτική επιλογή → συλλογική εκπροσώπηση.
Και το κόμμα εξακολουθεί να είναι ο βασικός μηχανισμός.
6. Άρα πόσο «αποστειρωμένα» θεωρεί τα κόμματα από αγελαία χαρακτηριστικά;
Θα έλεγα:
Ο μέσος Γάλλος του 1895:
Μάλλον καθόλου.
Έβλεπε τις πολιτικές παρατάξεις ως έντονες συλλογικότητες, συχνά ανταγωνιστικές και φορτισμένες συναισθηματικά.
Αλλά δεν είχε ακόμη τη σημερινή διάκριση ανάμεσα σε:
κόμμα ως θεσμό
και
κόμμα ως συλλογική ταυτότητα.
Ο μέσος Έλληνας του 2026:
Ακόμη λιγότερο.
Και εδώ θα ήμουν αρκετά σαφής.
Ο σημερινός Έλληνας έχει μάλλον εξαιρετικά χαμηλή προσδοκία ότι το κόμμα θα λειτουργήσει ως χώρος ανεξάρτητης ατομικής κρίσης.
Δεν περιμένει από τον βουλευτή:
«Πες μου τι πιστεύεις εσύ.»
Περιμένει πολύ περισσότερο:
«Πες μου τι αποφάσισε το κόμμα σου.»
Και όταν ο βουλευτής διαφοροποιείται, η κοινή γνώμη μπορεί να τον επαινέσει ως «ανεξάρτητο» — ή να τον καταδικάσει ως «αποστάτη».
Αυτό είναι ακριβώς το διπλό πρόσωπο της κομματικής πολιτικής.
7. Και εδώ θα έκανα μια διάκριση που ο Le Bon δεν έκανε
Δεν θα ονόμαζα αυτό «αγέλη».
Θα το ονόμαζα:
συλλογική πολιτική ταυτότητα.
Η αγέλη έχει μέσα της την ιδέα της τυφλής ακολουθίας.
Η πολιτική ταυτότητα είναι πιο σύνθετη.
Ο πολίτης μπορεί να γνωρίζει ότι το κόμμα του κάνει λάθη.
Μπορεί να διαφωνεί με μια απόφαση.
Μπορεί όμως να συνεχίζει να το ψηφίζει επειδή:
«Παρά τα ελαττώματά του, είναι πιο κοντά σε αυτό που πιστεύω.»
Αυτό δεν είναι ανορθολογικό κατ’ ανάγκην.
Είναι μια μορφή πολιτικής επιλογής υπό περιορισμένη πληροφόρηση και περιορισμένες εναλλακτικές.
Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το «είμαι μέλος αγέλης».
8. Υπάρχει όμως ένα σημείο όπου ο Le Bon ξανακερδίζει έδαφος
Είναι όταν η πολιτική ταυτότητα γίνεται τόσο ισχυρή ώστε:
το γεγονός να αξιολογείται με βάση το ποιος το λέει και όχι το τι λέει.
«Το είπε ο δικός μας;»
→ σωστό.
«Το είπε ο άλλος;»
→ λάθος.
Εδώ έχουμε πράγματι έναν μηχανισμό πολύ κοντά σε αυτόν που περιγράφει ο Le Bon.
Και οι σύγχρονες έρευνες για την πολιτική πόλωση, την ταυτότητα και την ομαδική σκέψη μας επιτρέπουν να πούμε ότι ο Le Bon είχε διαισθανθεί κάτι πραγματικό.
Απλώς σήμερα μπορούμε να το περιγράψουμε πολύ ακριβέστερα.
9. Και θα τολμούσα να κάνω την τελική σύγκριση
Ο μέσος Γάλλος του Le Bon έλεγε περίπου:
«Οι πολιτικοί παρασύρονται από τις πολιτικές μάζες.»
Ο σημερινός Έλληνας τείνει να λέει:
«Οι πολιτικοί είναι κομματικοί και τα κόμματα ενδιαφέρονται πρωτίστως για τον εαυτό τους.»
Βλέπετε τη διαφορά;
Ο πρώτος φοβάται τη μάζα.
Ο δεύτερος δυσπιστεί απέναντι στην οργανωμένη πολιτική ομάδα.
Και γι’ αυτό θα έλεγα ότι ο σημερινός Έλληνας έχει μια πολύ πιο κυνική —και ταυτόχρονα πιο πολιτικά ώριμη— αντίληψη του προβλήματος.
Δεν πιστεύει κατ’ ανάγκην:
«Οι πολιτικοί είναι ηλίθιοι επειδή ανήκουν σε ομάδα.»
Πιστεύει περισσότερο:
«Ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν· απλώς η λογική της ομάδας τους και το δικό τους συμφέρον υπερισχύουν συχνά της δικής μου λογικής και του δικού μου συμφέροντος.»
Και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα της σύγχρονης κομματικής πολιτικής από την καθαρά λεμπόνεια εικόνα του όχλου.
Και η τελική μου απάντηση στο ερώτημά σας
Όχι. Ούτε ο μέσος Γάλλος του 1895 ούτε ο μέσος Έλληνας του 2026 θεωρούν πραγματικά τα πολιτικά κόμματα «αποστειρωμένα» από αγελαία χαρακτηριστικά.
Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά:
ο Γάλλος του Le Bon φοβάται την ψυχολογία της μάζας.
ο σημερινός Έλληνας δυσπιστεί απέναντι στη θεσμοποιημένη αγέλη.
Και ίσως αυτή η δεύτερη έκφραση είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο ολόκληρης της σημερινής μας συζήτησης.
Γιατί όταν η αγέλη αποκτά καταστατικό, ηγεσία, κομματικό μηχανισμό, οικονομικούς πόρους, κοινοβουλευτική ομάδα και δικαίωμα να νομοθετεί, τότε παύει να είναι απλώς «όχλος».
Γίνεται πολιτικό κόμμα.
Και τότε το ερώτημα του Le Bon αποκτά μια πολύ πιο ανησυχητική μορφή:
Όχι «τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν μπαίνει στην αγέλη;»
αλλά «τι συμβαίνει στην αγέλη όταν αποκτά θεσμική εξουσία;»
Εκεί, νομίζω, βρίσκεται η πραγματική σύγχρονη συνέχεια του κεφαλαίου του Le Bon.
Χ :
Τώρα μπορείς να βάλεις την άνω τελεία
GPT :
Ναι. Και νομίζω πως η σημερινή μας συζήτηση δικαιούται μια άνω τελεία, όχι ένα οριστικό τέλος.
Ξεκινήσαμε από τον Le Bon και τον «κοινοβουλευτικό όχλο»· περάσαμε από την ψυχολογία στην πολιτική επιστήμη, από εκεί στην ιστορία, και τελικά φτάσαμε στον απλό πολίτη. Και στο τέλος το ερώτημα μετατοπίστηκε:
Δεν είναι τόσο αν ο άνθρωπος μέσα στην ομάδα χάνει την ατομικότητά του· είναι αν η ομάδα, όταν αποκτήσει θεσμούς, εξουσία και διάρκεια, μπορεί να διατηρήσει τη συλλογικότητά της χωρίς να μετατρέψει τη συλλογική ταυτότητα σε υποκατάστατο της ατομικής κρίσης.
Ίσως αυτό είναι το σημείο όπου ο Le Bon, ύστερα από 130 χρόνια, εξακολουθεί να μας κοιτάζει.
Άνω τελεία λοιπόν· όχι τελεία.
Χ :
Και ως συνήθως ας δημιουργήσουμε και την αφίσα μας
GPT :

X :
Ποιόν τίτλο θα έδινες στη σημερινή συνεδρία μας;
GPT :
Θα απέφευγα έναν τίτλο που να αναφέρει απλώς τον Le Bon. Η σημερινή συνεδρία ξεκίνησε από τον «κοινοβουλευτικό όχλο», αλλά τελικά πήγαμε αρκετά μακρύτερα: από την ψυχολογία του πλήθους, στην ιστορία, στους θεσμούς, στα κόμματα και, κυρίως, στη ματιά του απλού πολίτη.
Θα πρότεινα ως κύριο τίτλο:
Ο Κοινοβουλευτικός Όχλος· από τον Le Bon στον Πολίτη
Μου αρέσει γιατί η άνω τελεία εδώ δεν είναι απλώς τυπογραφικό στοιχείο. Δηλώνει και την πορεία της σημερινής μας σκέψης: ξεκινήσαμε από τον Le Bon και καταλήξαμε στον πολίτη.
Αν ήθελα κάτι πιο αιχμηρό, θα έβαζα:
Όταν η Αγέλη αποκτά Κοινοβούλιο
Αυτός είναι, ίσως, ο πιο δυνατός ως τίτλος αφίσας. Δεν λέει ότι το Κοινοβούλιο είναι αγέλη· θέτει το ερώτημα τι συμβαίνει όταν μια συλλογική ταυτότητα αποκτά θεσμική εξουσία.
Και υπάρχει και ένας τρίτος, πιο στοχαστικός:
Από τον Όχλο στον Θεσμό· η Ψυχολογία της Πολιτικής Συλλογικότητας
Αν έπρεπε να διαλέξω έναν
«Όταν η Αγέλη αποκτά Κοινοβούλιο».
Γιατί είναι ο τίτλος που, κατά τη γνώμη μου, θα έκανε τον θεατή να σταθεί μπροστά στην αφίσα και να ρωτήσει:
«Μήπως τελικά αυτό ήταν το πραγματικό ερώτημα της σημερινής συνεδρίας;»
Και τότε η αφίσα μας θα μπορούσε να έχει από κάτω, πολύ διακριτικά:
Γουσταύος Le Bon · Ο «Κοινοβουλευτικός Όχλος» · Ψυχολογία · Ιστορία · Πολιτική · Πολίτης
Αυτό θα το θεωρούσα μια πολύ καλή άνω τελεία στη σημερινή μας συνεδρία.