Γιατί η Τουρκία θέτει σε προτεραιότητα την διαπραγμάτευση για τα 6 μαχητικά F-35 που παραμένουν σε ειδική φύλαξη στις ΗΠΑ

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι διαβουλεύσεις μεταξύ της Τουρκίας και των Ηνωμένων Πολιτειών
με αντικείμενο την παράδοση των έξι μαχητικών αεροσκαφών F-35, τα οποία είχαν κατασκευαστεί αρχικά για λογαριασμό της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση από το τουρκικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας στην εβδομαδιαία συνάντηση με τους εκπροσώπους του Τύπου, η Άγκυρα θέτει με επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της πλήρους άρσης των κυρώσεων που της έχουν επιβληθεί μέσω του νόμου CAATSA, ζητώντας παράλληλα να τερματιστούν όλοι οι άμεσοι ή έμμεσοι περιορισμοί που επηρεάζουν την εγχώρια αμυντική της βιομηχανία.
«Οι επαφές μας με τις αρχές των ΗΠΑ σχετικά με την παράδοση των 6 μαχητικών αεροσκαφών F-35 που παρήχθησαν για τη χώρα μας συνεχίζονται. Η προσδοκία μας είναι ότι οι κυρώσεις CAATSA, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με το πνεύμα της συμμαχίας, και όλοι οι άμεσοι ή έμμεσοι περιορισμοί στην αμυντική μας βιομηχανία θα αρθούν», δήλωσε ο εκπρόσωπος του τουρκικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (MSB) υποναύαρχος Ζέκι Ακτούρκ.
Εξέφρασε την εκτίμηση ότι οι συνομιλίες θα οδηγήσουν σε θετικό αποτέλεσμα στηριζόμενες στις συμμαχικές σχέσεις και τα αμοιβαία συμφέροντα των δύο πλευρών.
Από την επίσημη τελετή παράδοσης στο «πάγωμα» λόγω των S-400
Τα έξι μαχητικά πέμπτης γενιάς F-35A, τα οποία κατασκευάστηκαν από τη Lockheed Martin για λογαριασμό της Τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας, φαίνεται ότι αποτελούν πρώτιστο στόχο της Άγκυρας, καθώς είναι άμεσα παραδοτέα σε περίπτωση που αρθούν οι κυρώσεις CAATSA. Με αυτό τον τρόπο φαίνεται ότι θέλει να υπερπηδήσει το ελληνικό προβάδισμα, καθώς η παράδοση των πρώτων ελληνικών F-35 υπολογίζεται το 2028 – 2029.
Τα πρώτα από τα τουρκικά αεροσκάφη είχαν παρουσιαστεί σε επίσημη τελετή παράδοσης στις Ηνωμένες Πολιτείες το 2018, λίγο πριν ξεκινήσει το πρόγραμμα εκπαίδευσης των Τούρκων πιλότων. Ωστόσο, η τροπή της υπόθεσης άλλαξε άρδην το 2019, όταν η Άγκυρα προχώρησε στην παραλαβή του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400. Η κίνηση αυτή προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Ουάσιγκτον, η οποία απέκλεισε ολοκληρωτικά την Τουρκία από το πρόγραμμα παραγωγής και προμήθειας των F-35, με αποτέλεσμα τα αεροσκάφη να μην ταξιδέψουν ποτέ προς τη γειτονική χώρα.

Στη συνέχεια, μέσω του αμερικανικού αμυντικού προϋπολογισμού (NDAA 2020), το αμερικανικό Κογκρέσο εξουσιοδότησε την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία να αγοράσει και να εντάξει τα έξι αεροσκάφη στον δικό της στόλο, προχωρώντας παράλληλα στον οικονομικό συμψηφισμό ή την επιστροφή των τουρκικών κονδυλίων.
Η σημερινή κατάσταση των αεροσκαφών στις αμερικανικές εγκαταστάσεις
Σήμερα, τα έξι stealth μαχητικά παραμένουν σε ειδική φύλαξη εντός αμερικανικών εγκαταστάσεων. Παρά το γεγονός ότι τυπικά έχουν μεταφερθεί στη δικαιοδοσία των Ηνωμένων Πολιτειών και της αμερικανικής αεροπορίας, η τελική τους επιχειρησιακή αξιοποίηση παρέμεινε ουσιαστικά «παγωμένη», καθώς η τύχη τους αποτελεί μέρος των ευρύτερων πολιτικών και διπλωματικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας. Τα αεροσκάφη συντηρούνται τεχνικά, παραμένοντας σφραγισμένα έως ότου ληφθούν οριστικές αποφάσεις.
Τα τρία μεγάλα ακανθώδη εμπόδια για την παράδοσή τους
Παρά τις τουρκικές πιέσεις, η παράδοση των αεροσκαφών στην Τουρκία δεν θεωρείται σε καμία περίπτωση άμεσα εφικτή, καθώς προσκρούει σε τρία πολύ σημαντικά εμπόδια.
Το πρώτο και βασικότερο εμπόδιο είναι αμιγώς πολιτικό και νομικό. Ο αμερικανικός νόμος CAATSA και οι σχετικές αποφάσεις του Κογκρέσου απαγορεύουν αυστηρά τη μεταφορά τεχνολογίας stealth στην Τουρκία εφόσον το ρωσικό σύστημα S-400 παραμένει υπό τουρκικό έλεγχο. Χωρίς μια επίσημη, νομικά δεσμευτική συμφωνία για την απομάκρυνση, αδρανοποίηση ή πώληση των S-400 σε τρίτη χώρα, η οποία θα λάβει την έγκριση του αμερικανικού νομοθετικού σώματος, καμία διαδικασία μεταβίβασης δεν μπορεί να εκκινήσει.
Το δεύτερο εμπόδιο αφορά το τεχνικό σκέλος της επαναφοράς των αεροσκαφών σε πλήρη λειτουργία. Επειδή τα F-35 βρίσκονται ακινητοποιημένα και αποθηκευμένα για αρκετά χρόνια, απαιτείται μια χρονοβόρα διαδικασία «αποσφράγισης», εκτεταμένου τεχνικού ελέγχου, αναβάθμισης λογισμικού και πιστοποίησης ασφαλείας, ώστε να μπορέσουν να θεωρηθούν ξανά ετοιμοπόλεμα.
Το τρίτο εμπόδιο σχετίζεται με τις επιχειρησιακές υποδομές και το ανθρώπινο δυναμικό. Μετά την αποβολή των Τούρκων ιπταμένων και μηχανικών από τα αμερικανικά εκπαιδευτικά κέντρα το 2019, η επαναφορά του προγράμματος θα απαιτούσε σημαντικό χρόνο. Ακόμη και στην περίπτωση που υπήρχε άμεση πολιτική συμφωνία, θα χρειάζονταν από αρκετούς μήνες έως και χρόνια για την επανεκπαίδευση του προσωπικού, τη συγκρότηση της απαραίτητης εφοδιαστικής αλυσίδας και την προετοιμασία των τουρκικών αεροπορικών βάσεων.
Ως εκ τούτου, τα έξι μαχητικά F-35A παραμένουν ουσιαστικά «εγκλωβισμένα» σε αμερικανικό έδαφος, με τη διαδρομή προς τους τουρκικούς αιθέρες να παραμένει μια μακρά και αβέβαιη διαδικασία, η οποία όμως αν ενεργοποιηθεί, μπορεί να φέρει τα αμερικανικά stealth σε τουρκικό έδαφος, σε ένα χρονικό διάστημα που να βρίσκεται κοντά στις παραδώσεις των πρώτων ελληνικών F-35.