Κίμπερλι Γκίλφοϊλ: Από τη «γέφυρα» προς τον Τραμπ στην αποχώρηση από την Αθήνα

Ενώ η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έφτασε στην Ελλάδα ως προσωπική επιλογή και άνθρωπος του στενού κύκλου του Ντόναλντ Τραμπ,
αποχωρεί με απόφαση του ίδιου του προέδρου και μάλλον άδοξα.
Την απόφαση του Λευκού Οίκου να ζητήσει την παραίτησή της ανακοίνωσε η εκπρόσωπος Τύπου Κέιτι Ζακαράια, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης των δημοσιογράφων. «Ζητήσαμε από την πρέσβη Γκίλφοϊλ να παραιτηθεί. Υπήρξε πολύτιμο μέλος της ομάδας μας και της ευχόμαστε καλή τύχη», δήλωσε απαντώντας σε σχετική ερώτηση.
Η εξέλιξη είχε προαναγγελθεί μία ημέρα νωρίτερα από τον ίδιο τον Τραμπ, ο οποίος, ερωτηθείς για το ενδεχόμενο απομάκρυνσης, απάντησε ότι η κυβέρνησή του εξετάζει την υπόθεση και δεν είναι ικανοποιημένη. Αργότερα, μιλώντας σε δημοσιογράφους, εμφανίστηκε λιγότερο θετικός απέναντί της.«Δεν μου άρεσαν όσα διάβασα», δήλωσε, προσθέτοντας ότι δεν είχε μιλήσει προσωπικά με τη Γκιλφόιλ.
Στην πρώτη του τοποθέτηση μετά την αποπομπή, ο Αμερικανός πρόεδρος επιχείρησε να αποσυνδέσει την πρώην πρέσβειρα από το οικογενειακό του περιβάλλον. Υπογράμμισε ότι δεν υπήρξε ποτέ μέλος της οικογένειάς του και ότι απλώς είχε σχέση πριν από αρκετό καιρό με τον γιο του, Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ. Δεν αμφισβήτησε συνολικά το έργο της, συνέδεσε όμως ευθέως την απομάκρυνσή της με τα αρνητικά δημοσιεύματα. Η τοποθέτηση είχε ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η σχέση της με την οικογένεια Τραμπ αποτελούσε βασικό στοιχείο της δημόσιας εικόνας της και είχε τροφοδοτήσει τις εκτιμήσεις αλλά και τις προσδοκίες, για την επιρροή που μπορούσε να ασκήσει μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον.
Το παρασκήνιο: «Δεν επρόκειτο να παραιτηθεί»
Σύμφωνα με το CNN, η Γκιλφόιλ όχι μόνο δεν είχε πρόθεση να παραιτηθεί, αλλά φέρεται να πίστευε ότι είχε εξασφαλίσει την παραμονή της. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου εμφανιζόταν απρόθυμη να αποχωρήσει και επιχειρούσε να κερδίσει τη στήριξη ορισμένων κυβερνητικών αξιωματούχων, παρά τη δυσαρέσκεια που εξέφραζαν στελέχη της κυβέρνησης για τις καταγγελίες περί ανάρμοστης συμπεριφοράς.
Όπως ανέφεραν πηγές στο δίκτυο, ακόμη και πριν δημοσιοποιηθούν οι καταγγελίες είχε αρχίσει να επικοινωνεί με συμμάχους της εντός και εκτός κυβέρνησης, ζητώντας βοήθεια για τη διαχείριση του δημοσιεύματος που επρόκειτο να κυκλοφορήσει. Αρχικά υποστήριξε σε κυβερνητικούς συμμάχους της ότι οι πληροφορίες ήταν ανακριβείς. Αργότερα, οι δικηγόροι της ισχυρίστηκαν ότι ο δωρητής του Τραμπ, Έρικ Ντέτερς, της όφειλε χρήματαγια υπηρεσίες που του είχε προσφέρει και ότι το αίτημά της να εξοφλήσει λογαριασμό της American Express ύψους 100.000 δολαρίων αποσκοπούσε στην είσπραξη αυτής της οφειλής. Η ίδια επέμενε ότι ο Ντέτερς έλεγε ψέματα, ότι επρόκειτο για παρεξήγηση και ότι δεν επρόκειτο για συναλλαγή με αντάλλαγμα την άσκηση επιρροής.
Δύο πηγές του CNN ανέφεραν ότι το Σαββατοκύριακο η Γκιλφόιλ είχε διαμηνύσει σε συμμάχους της πως δεν θα παραιτηθεί, υποστηρίζοντας ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις πως δεν θα την απέπεμπαν. Οι προσπάθειές της δεν κατάφεραν ωστόσο να κατευνάσουν τη δυσαρέσκεια, ενώ, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο επιθυμούσε ιδιαίτερα την αποχώρησή της. «Ουσιαστικά, την απέλυσαν σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση», σχολίασε μία από τις πηγές.
Η χρονική συγκυρία έκανε την ανατροπή πιο εντυπωσιακή. Την προηγούμενη εβδομάδα η Γκιλφόιλ είχε υποδεχθεί στην Αθήνα τον Ρούμπιο, ο οποίος στις 7 Οκτωβρίου την είχε χαρακτηρίσει ισχυρή πρέσβειρα, όταν είχαν ήδη αρχίσει να δημοσιεύονται οι καταγγελίες. Στις 11 Οκτωβρίου, το Associated Press μετέδιδε, επικαλούμενο ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο, ότι τόσο ο Τραμπ όσο και ο Ρούμπιο ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι και εξέταζαν την απομάκρυνσή της.
Η απάντηση της Γκιλφόιλ
Η πρώην πρέσβειρα απάντησε με μια εκτενή ανάρτηση στον προσωπικό της λογαριασμό, στην οποία συνδύασε την υπεράσπιση της θητείας της με την κατηγορηματική απόρριψη των καταγγελιών, αποφεύγοντας κάθε δημόσια αντιπαράθεση με τον Τραμπ. «Η θητεία μου ως Πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα υπήρξε η μεγαλύτερη τιμή της ζωής μου», ανέφερε, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη της προς τον πρόεδρο και τον Ρούμπιο για την εμπιστοσύνη τους. Στην ανάρτηση απαρίθμησε τα επιτεύγματά της, από τις συμφωνίες για αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών LNG στην Ευρώπη και τον Κάθετο Διάδρομο μέχρι την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας με την Ελλάδα.
Το πιο ουσιαστικό σημείο αφορούσε τις καταγγελίες. «Οι κατηγορίες αυτές είναι ψευδείς και σκοπεύω να υπερασπιστώ σθεναρά το όνομά μου, τη φήμη μου και την ακεραιότητά μου», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι δεν θα επιτρέψει σε ισχυρισμούς που απορρίπτει να καθορίσουν την αποτίμηση της επαγγελματικής της διαδρομής. Παρά την αποπομπή, επέμεινε στη δημόσια έκφραση αφοσίωσης προς τον Τραμπ και ξεκαθάρισε ότι η ολοκλήρωση της θητείας της δεν σημαίνει το τέλος της πολιτικής της δέσμευσης στο κίνημα «America First».
Η αντιπαραβολή των δύο δηλώσεων αποτυπώνει μια αξιοσημείωτη αντίφαση: ο Τραμπ περιόρισε την προσωπική και οικογενειακή σύνδεσή του με τη Γκιλφόιλ, ενώ εκείνη επιβεβαίωσε την πολιτική της ταύτιση μαζί του ακόμη και μετά την απομάκρυνσή της. Η στάση αυτή δεν αρκεί για συμπεράσματα σχετικά με τις προσωπικές τους σχέσεις ή τις μελλοντικές επιλογές της.
Από το Fox News στον στενό κύκλο του Τραμπ
Η Γκιλφόιλ δεν υπήρξε ποτέ συμβατική πρέσβειρα καριέρας και αυτό ήταν εξαρχής το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αλλά και η βασική αδυναμία της αποστολής της. Γεννήθηκε το 1969 στο Σαν Φρανσίσκο, από μητέρα με καταγωγή από το Πουέρτο Ρίκο και πατέρα Ιρλανδό μετανάστη. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σαν Φρανσίσκο και εργάστηκε ως εισαγγελέας στο Σαν Φρανσίσκο και το Λος Άντζελες. Το 2001 παντρεύτηκε τον Γκάβιν Νιούσομ, σημερινό κυβερνήτη της Καλιφόρνιας, με τον οποίο χώρισε το 2006. Στη συνέχεια παντρεύτηκε τον επιχειρηματία Έρικ Βίλενσι, με τον οποίο απέκτησε τον γιο της, Ρόναν, και ο γάμος αυτός κατέληξε επίσης σε διαζύγιο.
Η τηλεοπτική καριέρα την έκανε ευρύτερα γνωστή, κυρίως μέσα από την εκπομπή «The Five» στο Fox News, όπου επιδείκνυε έντονο ύφος και ισχυρή πολιτική τοποθέτηση. Η αποχώρησή της το 2018 συνοδεύτηκε από αντιπαράθεση, ενώ το 2020 το New Yorker δημοσίευσε ρεπορτάζ για καταγγελίες πρώην συνεργάτιδάς της. Σύμφωνα με το περιοδικό, η υπόθεση κατέληξε σε εξωδικαστικό συμβιβασμό. Η Γκιλφόιλ αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά και υποστήριξε ότι αποχώρησε οικειοθελώς.
Μετά το Fox News στράφηκε στην πολιτική, συμμετείχε στο America First Action και δραστηριοποιήθηκε στη συγκέντρωση χρημάτων για την προεκλογική εκστρατεία του Τραμπ. Από το 2018, όταν συνδέθηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, βρέθηκε στο κέντρο του περιβάλλοντος του κινήματος MAGA, συμμετέχοντας σε συγκεντρώσεις, κινητοποιώντας δωρητές και αναλαμβάνοντας δημόσια την υπεράσπιση του Τραμπ. Η σχέση τους εξελίχθηκε σε αρραβώνα που δημοσιοποιήθηκε το 2022, ενώ οι ομιλίες της στα συνέδρια των Ρεπουμπλικανών το 2020 και το 2024 αποτύπωσαν τη μεταμόρφωσή της σε αναγνωρίσιμο πρόσωπο της υποψηφιότητας Τραμπ.
Ένας διορισμός με πολιτική βαρύτητα
Για την Αθήνα, η επιλογή της είχε ιδιαίτερη σημασία: η ελληνική κυβέρνηση δεν υποδεχόταν απλώς μια νέα εκπρόσωπο της Ουάσιγκτον, αλλά πρόσωπο με πολυετή παρουσία στον στενό κύκλο του Τραμπ. Η εικόνα μιας γυναίκας που μπορούσε να επικοινωνεί απευθείας με το προεδρικό περιβάλλον είχε αξία για μια χώρα που επιδίωκε να ενισχύσει τη θέση της σε ζητήματα ενέργειας, άμυνας και Ανατολικής Μεσογείου. Στην Αθήνα, ωστόσο, είναι ζητούμενο αν γνώριζαν ότι μια πολιτικά ισχυρή πρέσβειρα διευκολύνει την επικοινωνία αλλά δεν υποκαθιστά την κλασική διπλωματία.
Ο Τραμπ τη χαρακτήρισε στενή φίλη και σύμμαχό του, επικαλούμενος την εμπειρία της στο δίκαιο, στα μέσα ενημέρωσης και στην πολιτική. Ο διορισμός εντασσόταν σε ευρύτερη πρακτική του να τοποθετεί σε διπλωματικές θέσεις πρόσωπα του στενού προσωπικού, πολιτικού και επιχειρηματικού του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με την American Foreign Service Association, έως τις 29 Σεπτεμβρίου 2026, από τους 122 διορισμούς πρεσβευτών της δεύτερης θητείας του οι 97, δηλαδή το 79,5%, αφορούσαν πρόσωπα εκτός του επαγγελματικού διπλωματικού σώματος.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτέλεσαν ο Τομ Μπάρακ στην Άγκυρα, επιχειρηματίας και επί δεκαετίες προσωπικός φίλος του Τραμπ, και ο Τσαρλς Κούσνερ στο Παρίσι, πατέρας του Τζάρεντ Κούσνερ, ο οποίος είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για φορολογικά και άλλα ομοσπονδιακά αδικήματα και είχε λάβει προεδρική χάρη το 2020. Η Γκιλφόιλ εντασσόταν στην ίδια λογική, με μία διαφορά: προερχόταν από την τηλεόραση, την πολιτική επικοινωνία και τη συγκέντρωση χρηματοδοτήσεων για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Για τις κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής, καθώς και για τους φίλους του κυβερνητικού περιβάλλοντος, τέτοιοι διορισμοί είχαν προφανή χρησιμότητα, καθώς προσέφεραν απευθείας επικοινωνία με το προεδρικό περιβάλλον.
Τα δημοσιεύματα που οδήγησαν στην κρίση
Η κρίση δεν ξέσπασε από ένα μεμονωμένο περιστατικό. Διαμορφώθηκε σταδιακά, με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, κυρίως της Wall Street Journal, και στη συνέχεια με ρεπορτάζ αμερικανικών και βρετανικών μέσων. Το πρώτο αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο προωθούσε επιχειρηματικά συμφέροντα στην περιοχή και τις επαφές της με τον όμιλο Aktor και τον Χρήστο Μαραφάτσο, εγγεγραμμένο λομπίστα που εκπροσωπούσε συμφέροντα του ομίλου. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ο Μαραφάτσος τη συνόδευε συχνά σε επίσημες συναντήσεις με ξένους αξιωματούχους, ενώ ορισμένοι συνομιλητές της φέρονται να μην γνώριζαν την ιδιότητά του. Η ίδια και ο όμιλος αρνήθηκαν ότι υπήρξε οτιδήποτε εκτός των κανόνων που ισχύουν παντού και για όλους.
Η δεύτερη ενότητα είχε άμεση πολιτική διάσταση. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, σε δείπνο στην Αθήνα τον Μάρτιο του 2026, παρουσία Ελλήνων και Αμερικανών αξιωματούχων, η Γκιλφόιλ φέρεται να αναφέρθηκε στην πολιτική κατάσταση της Ρουμανίας και να υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ μπορούσαν να επηρεάσουν την ανατροπή κυβερνήσεων, ακόμη και στην Ελλάδα. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι δεν υπήρξε απειλή κατά της ελληνικής κυβέρνησης και ότι μια τέτοια συμπεριφορά δεν θα ήταν αποδεκτή. Ο υπουργός Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, που φερόταν να είναι αποδέκτης των αναφορών, απέρριψε ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση, ενώ ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ο οποίος δήλωσε παρών στο περιστατικό, υποστήριξε επίσης ότι δεν υπήρξε απειλή. Στις 9 Οκτωβρίου ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης απέρριψε την ανάγκη να κληθεί η πρέσβειρα για εξηγήσεις, επικαλούμενος τις διαψεύσεις.
Το τρίτο πλήγμα ήρθε με τη δημοσιοποίηση μηνυμάτων που φέρονται να αντάλλαξε με τον Έρικ Ντίτερς, υποστηρικτή και χρηματοδότη του Τραμπ. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, τον Ιούλιο του 2025, λίγο πριν από την επικύρωση του διορισμού της, η Γκιλφόιλ φέρεται να ζήτησε από τον Ντίτερς να καταβάλει 100.000 δολάρια για την εξόφληση λογαριασμού της στην American Express. Ο δικηγόρος της, Τζέσι Μπίναλ, αμφισβήτησε τη γνησιότητα των μηνυμάτων, ενώ η πλευρά της υποστήριξε ότι οι αξιώσεις αφορούσαν προηγούμενες επαγγελματικές υπηρεσίες και όχι αντάλλαγμα για κυβερνητική επιρροή.
Η τέταρτη ενότητα αφορούσε ταξίδια και παροχές από επιχειρηματίες. Η Wall Street Journal δημοσίευσε στοιχεία για ιδιωτικές πτήσεις και πολυτελείς διαμονές που φέρονται να χρηματοδοτήθηκαν από Έλληνες επιχειρηματίες, με αναφορές στον επικεφαλής του Aktor Αλέξανδρο Εξάρχου και στον εφοπλιστή Νικόλα Τσάκο. Η Γκιλφόιλ φέρεται να είχε αναφερθεί σε τέτοιες μετακινήσεις κατά την παρουσία της στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2026. Η πλευρά της υποστήριξε ότι οι μετακινήσεις είχαν εγκριθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Παράλληλα, αμερικανικά και βρετανικά μέσα περιέγραψαν προβληματικό εργασιακό περιβάλλον στην πρεσβεία. Το Daily Beast μετέφερε καταγγελίες για αυταρχική συμπεριφορά προς υπαλλήλους, έντονες λεκτικές αντιπαραθέσεις, υπερβολικές προσωπικές απαιτήσεις και προβλήματα στη διαχείριση του προσωπικού, μεταξύ άλλων για υποβάθμιση στελέχους ασφαλείας που δεν ανταποκρίθηκε σε προσωπική απαίτηση της πρέσβειρας τις πρώτες πρωινές ώρες και για απομάκρυνση οδηγών έπειτα από διαφωνίες. Οι καταγγελίες αυτές δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως εξακριβωμένα περιστατικά χωρίς σχετικά πορίσματα, η συσσώρευσή τους όμως επιβάρυνε τη δημόσια εικόνα της.
Το Κογκρέσο, η έρευνα και η τελική απόφαση
Το θέμα έφτασε και στο Κογκρέσο. Την 1η Οκτωβρίου 2026, ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίο στέλεχος των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ζήτησε από τον Ρούμπιο απαντήσεις για τη συμπεριφορά της. Στην επιστολή του έθεσε ζητήματα σχετικά με πιθανή παρέμβαση στην ελληνική πολιτική, την προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων και τη συμμετοχή λομπιστών σε επίσημες διπλωματικές επαφές, ζητώντας την απομάκρυνσή της εφόσον επιβεβαιώνονταν οι καταγγελίες. Η υπόθεση απέκτησε θεσμική διάσταση.
Η τελευταία φάση εξελίχθηκε ταχύτατα. Η Wall Street Journal αποτέλεσε τον βασικό φορέα των αποκαλύψεων. Η Washington Post ανέδειξε τις καταγγελίες για τα 100.000 δολάρια και τις πληροφορίες για έλεγχο από το γραφείο του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το Associated Press μετέδωσε τη δυσαρέσκεια Τραμπ και Ρούμπιο, ενώ το CNN, το CBS News και το ABC Newsκάλυψαν τις δηλώσεις του προέδρου και την πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Οι Financial Times ανέδειξαν τις καταγγελίες για τις ιδιωτικές πτήσεις, την πρόσβαση σε κυβερνητικούς αξιωματούχους και τις αναφορές για τη Ρουμανία, ο Guardian επικεντρώθηκε στις οικονομικές αξιώσεις προς τον Ντίτερς και στις συνέπειες για τη διπλωματική αξιοπιστία της Ουάσιγκτον, ενώ η Independentκάλυψε την απόφαση του Λευκού Οίκου και η Daily Mail έβαλε τα δικά της καρφιά.
Το γραφείο του γενικού επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ φέρεται να εξέταζε τις καταγγελίες, αν και οι πληροφορίες για το ακριβές στάδιο και τον τυπικό χαρακτήρα της έρευνας διέφεραν μεταξύ των δημοσιευμάτων. Η απομάκρυνσή της πάντως δεν απαιτούσε την ολοκλήρωση καμίας έρευνας: ως πολιτικά διορισμένη πρέσβειρα υπηρετούσε με την εμπιστοσύνη του Αμερικανού προέδρου και αυτή η εμπιστοσύνη αποδείχθηκε τελικά καθοριστική.