Γιώργος Βενετσάνος: Καταρρίπτοντας έναν στρατευμένο ιστορικό μύθο

Καταρρίπτοντας έναν στρατευμένο ιστορικό μύθο
Γράφει ο Γιώργος Βενετσάνος
Αφορμή για αυτό το κείμενο μου έδωσαν ορισμένα άρθρα “περισπούδαστων” συμπολιτών μας, οι οποίοι περιβάλλουν τον λόγο τους με έναν μανδύα δήθεν επιστημονικότητας.
Ο ισχυρισμός τους ότι κατά την πολιορκία της Βασιλεύουσας υπήρχαν 200.000 ή 500.000 μοναχοί που αρνήθηκαν να πολεμήσουν, δεν είναι απλώς ιστορικά ανυπόστατος, αλλά εντελώς εξωπραγματικός. Αν ίσχυαν αυτοί οι αριθμοί, οι μοναχοί θα ήταν πολλαπλάσιοι από ολόκληρο τον πληθυσμό της ίδιας της πόλης! Πρόκειται για έναν κατασκευασμένο μύθο που επιχειρείται να μας σερβιριστεί για σκοπούς που μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
Η ιστορική πραγματικότητα, ωστόσο, είναι τελείως διαφορετική.
Με βάση τις δημογραφικές μελέτες της ύστερης βυζαντινής περιόδου (όπως του διακεκριμένου ιστορικού Πήτερ Χαρανή), κατά την πολιορκία και την Άλωση του 1453, οι μοναχοί αποτελούσαν μόλις το 1,1% με 2% του συνολικού πληθυσμού. Σε μια πόλη που ο πληθυσμός της είχε συρρικνωθεί σε περίπου 50.000 κατοίκους, το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε μόλις 540 μοναχούς.»
Όχι μόνο δεν υπήρχαν εκατοντάδες χιλιάδες “λουφαδόροι” μοναχοί, αλλά η ιστορική αλήθεια είναι ακόμη πιο συγκλονιστική: λόγω της απελπιστικής έλλειψης στρατιωτών —αφού οι αμυνόμενοι όλοι κι όλοι, μαζί με τους ξένους εθελοντές, δεν ξεπερνούσαν τους 7.000 με 8.500 άνδρες— κλήρος και μοναχοί πήραν τα όπλα και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή.
Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί μεταγενέστερη εθνική μυθοπλασία, αλλά καταγράφεται από τον Βενετό γιατρό Νικολό Μπάρμπαρο, ο οποίος έζησε λεπτό προς λεπτό την πολιορκία. Στο ημερολόγιό του σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ομάδες Ελλήνων μοναχών είχαν αναλάβει τη φύλαξη ενός ολόκληρου τμήματος των θαλάσσιων τειχών (μήκους περίπου ενός μιλίου) στα νότια παράλια της Πόλης προς την Προποντίδα, κοντά στην περιοχή της Μονής Στουδίου.
Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί μεταγενέστερη εθνική μυθοπλασία, αλλά καταγράφεται από τον Βενετό γιατρό Νικολό Μπάρμπαρο, ο οποίος έζησε λεπτό προς λεπτό την πολιορκία. Στο ημερολόγιό του σημειώνει χαρακτηριστικά ότι ομάδες Ελλήνων μοναχών είχαν αναλάβει τη φύλαξη ενός ολόκληρου τμήματος των θαλάσσιων τειχών στα νότια παράλια της Πόλης προς την Προποντίδα, κοντά στην περιοχή της Μονής Στουδίου.
Πέραν όμως αυτού του έμπρακτου καθήκοντος προς την πατρίδα,
ο κλήρος και οι μοναχοί αποτελούσαν την ψυχή της άμυνας, ενισχύοντας ψυχολογικά και ηθικά το στράτευμα. Σε μια περίοδο που οι λιγοστοί υπερασπιστές ήταν πλέον εξαντλημένοι και λυγισμένοι από την υπερπροσπάθεια, οι μοναχοί κρατούσαν το φρόνημα υψηλό.
Με τις συνεχείς λιτανείες κατά μήκος των τειχών, μεταφέροντας τις πιο ιερές εικόνες της Πόλης —όπως της Παναγίας της Οδηγήτριας— μετέτρεπαν την απελπισία σε ηρωική αυταπάρνηση. Αυτή η πνευματική θωράκιση ήταν που επέτρεψε σε 7.000 άνδρες να αποκρούουν για 57 ημέρες την πανίσχυρη πολεμική μηχανή των Οθωμανών.
Αντί, λοιπόν, να αναπαράγονται ιδεολογικά υποκινούμενοι μύθοι για εκατοντάδες χιλιάδες μοναχούς που δήθεν “λουφάζαν”, καλό θα ήταν οι εγχώριοι επικριτές να συμβουλεύονται τις πρωτογενείς πηγές. Εκεί θα έβλεπαν ότι ακόμα και οι ελάχιστοι εναπομείναντες μοναχοί της Βασιλεύουσας έπεσαν στα τείχη, υπερασπιζόμενοι την πίστη και την πατρίδα τους μέχρι την τελευταία στιγμή.
