ΚΥΡΙΑΚΗ, 25 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2026
ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ομιλία ορόσημο του Κώστα Καραμανλή

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Πρόσθεσε το olympia.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Ομιλία του πρώην Πρωθυπουργού κ. Κώστα Καραμανλή

σε εκδήλωση που διοργανώνει η Ένωση Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού

για την Επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 (Πολεμικό Μουσείο)

Κύριε Πρόεδρε,

Με συγκίνηση και εθνική υπερηφάνεια συναντιόμαστε σήμερα για να τιμήσουμε μια από τις πιο λαμπρές και ένδοξες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Θέλω να ευχαριστήσω το προεδρείο της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού για την τιμητική πρόσκληση και την πρότασή τους να απευθυνθώ σήμερα, σε ανθρώπους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην υπηρεσία της πατρίδας, της ελευθερίας και της ακεραιότητάς της. Είμαι βέβαιος ότι εκφράζω κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα δηλώνοντας τον απεριόριστο σεβασμό και την ευγνωμοσύνη μας για την προσφορά σας στον τόπο.

Κυρίες και Κύριοι,

Η επίθεση της Ιταλίας κατά της Ελλάδας ήταν μια προσχεδιασμένη πολεμική επιχείρηση με ανοικτή ημερομηνία εκδήλωσης. Η κατάληψη της Αλβανίας τον Απρίλιο του 1939 και ο τορπιλισμός του ευδρόμου «Έλλη» μέσα στο λιμάνι της Τήνου τον Δεκαπενταύγουστο του 1940, δεν άφηναν καμιά αμφιβολία για τον επόμενο στόχο του Μουσολίνι.

H ιταλική εισβολή δεν εξέπληξε τους Έλληνες. Δεν αιφνιδίασε την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Αυτό που κάποιους εξέπληξε ήταν το άμεσο, αδιαπραγμάτευτο, κατηγορηματικό «ΟΧΙ» του Ιωάννη Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο, δεδομένης της ιδεολογίας του και της θετικής του άποψης για την Γερμανία, όπου είχε σπουδάσει.

Εκείνο πάντως που ξάφνιασε τους πάντες, σε όλον τον κόσμο, ήταν ο απροσδόκητος, ο φλογερός ενθουσιασμός με τον οποίο ο Ελληνικός Λαός, στο σύνολό του, υποδέχθηκε την κήρυξη του πολέμου. Σαν έτοιμοι από καιρό οι Έλληνες εγέρθηκαν να υπερασπιστούν την πατρίδα, τα ιερά και τα όσια του έθνους.
Ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου το ανατριχιαστικό ουρλιαχτό των σειρήνων μετέφερε την είδηση του πολέμου, ενός προαναγγελθέντος πολέμου. Οι μήνες που μεσολάβησαν από την κατάκτηση της Αλβανίας και τη βύθιση της «Έλλης» έδωσαν τον χρόνο και τη δυνατότητα στην Ελλάδα να επισπεύσει και να εντείνει τις προσπάθειες ολοκλήρωσης της πολεμικής προετοιμασίας ώστε να αντιμετωπίσει την προφανή ιταλική απειλή.

Η αμυντική πολιτική της Ελλάδας επανασχεδιάστηκε.

Υιοθετήθηκε ένα νέο αμυντικό δόγμα που προέβλεπε και την άμεση αμυντική θωράκιση της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Στις αρχές του 1940 ο νέος αμυντικός σχεδιασμός ολοκληρώθηκε. Συστηματικά και κυρίως αθόρυβα, με ατομικές προσκλήσεις, προχωρεί επίσης η μερική επιστράτευση μεραρχιών με καίριο ρόλο και στρατηγικό τομέα ευθύνης στην Ήπειρο και την Δυτική Μακεδονία.

Παράλληλα, επισπεύδεται η παράδοση πολεμικού υλικού και γίνονται νέες παραγγελίες, ενώ εξορθολογίζεται η διαχείριση παλαιότερων οπλικών συστημάτων, που είτε εκσυγχρονίζονται, είτε επισκευάζονται ριζικά και ενισχύεται σημαντικά η παραγωγική δυνατότητα των ελληνικών εταιρειών κατασκευής σφαιρών και βλημάτων.

Ταυτόχρονα με την στρατιωτική προετοιμασία της χώρας εξελίσσεται ο σχεδιασμός της πολιτικής επιστράτευσης και προστασίας. Το σύνολο του πληθυσμού ανεξαρτήτως φύλου καλείται να συνεισφέρει στην Εθνική Άμυνα και πιο συγκεκριμένα στην οργάνωση και λειτουργία μέτρων παθητικής αεράμυνας, στον επισιτισμό, στη λειτουργία εργοστασίων αμυντικού υλικού, στην οργάνωση της υγειονομικής περίθαλψης.

Η πολεμική προπαρασκευή δεδομένων των οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας και βεβαίως του διαθέσιμου χρόνου υπήρξε επαρκής. Εκρίθη άλλωστε στην πράξη, στο πεδίο. Όμως, ο συσχετισμός δυνάμεων παρέμενε συντριπτικός υπέρ των καραδοκούντων εισβολέων. Κανείς δεν έτρεφε αυταπάτες, όλοι γνώριζαν την πραγματικότητα. Η υπεροπλία της φασιστικής τότε Ιταλίας και σε αριθμούς αλλά και σε οπλικά συστήματα ήταν τεράστια.

Το φρόνημα όμως, η αποφασιστικότητα, το αίσθημα αδικίας, το θάρρος απέναντι στην αλαζονεία και την δολιότητα μπορούν να κάνουν θαύματα. Και το θαύμα έγινε!

Με την κήρυξη του πολέμου και της επιστράτευσης, ο ήχος, των σειρήνων μπλέκεται με το αναστάσιμο κουδούνισμα από τις καμπάνες των εκκλησιών. Οι Ελληνίδες και οι Έλληνες, στις πόλεις και τα χωριά βγαίνουν στους δρόμους πανηγυρίζοντας με τις σημαίες στα χέρια, δίνοντας ηχηρή έγκριση στην απόφαση της ηγεσίας της χώρας, δηλώνοντας υπερήφανοι γι΄ αυτήν. Οι επιστρατευμένοι συρρέουν στα έμπεδα για να καταταγούν και να ντυθούν στο χακί. Με πάθος και ενθουσιασμό, σαν να πηγαίνουν σε γιορτή, γεμίζουν ασφυκτικά τα τρένα που φεύγουν για το μέτωπο. Αξίζει να επισημανθεί ότι ενώ τους δόθηκε περιθώριο πέντε ημερών, πάνω από το 80% των επιστρατευμένων παρουσιάστηκαν την πρώτη κιόλας μέρα. Άνδρες κάθε ηλικίας, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης, πνευματικοί άνθρωποι, ακαδημαϊκοί, λογοτέχνες σπεύδουν να δηλώσουν εθελοντές. Δεν έχει τέλος η λίστα των επώνυμων που μπαίνουν μπροστά, ταγοί στην εθνική πανστρατιά.

Ένας από αυτούς ήταν και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Η κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου τον βρίσκει εκτοπισμένο από το καθεστώς στην Κάρυστο. Δεν εξεπλάγη, ήταν βέβαιος ότι η Ιταλία θα επιτεθεί. Είχε μάλιστα αποστείλει στον Μεταξά δύο υπομνήματα στα οποία προέβλεπε, όπως αποδείχτηκε με ακρίβεια, την πορεία των πραγμάτων. Δικαιωμένος για την επιβεβαίωση των εκτιμήσεών του και υπερήφανος για την εθνική στάση του Μεταξά, για την οποία όπως και άλλοι αμφέβαλε, τηλεγραφεί στον Πρωθυπουργό. Του ζητούσε να επανέλθει στην Αθήνα, να του επιτραπεί να καταταγεί ως εθελοντής στρατιώτης, να σταλεί στο Αλβανικό μέτωπο και να πολεμήσει κατά των Ιταλών. Η κυβέρνηση πράγματι ικανοποίησε το αίτημά του, ο Κανελλόπουλος επέστρεψε στην Αθήνα στις αρχές Νοεμβρίου και όταν ολοκληρώθηκε η επιστράτευση ήταν από τους πρώτους καταταχθέντες εθελοντές που προωθήθηκε στο μέτωπο.

Πρωταγωνιστές του Έπους του ΄40 αναδεικνύονται στα χιονισμένα βουνά της μεθορίου ο Έλληνας στρατιώτης και στα μετόπισθεν οι άμαχοι εθελοντές. Συγκροτούν όλοι μαζί, με ακαταμάχητα όπλα τους το πατριωτικό φρόνημα και την πεποίθηση ότι υπερασπίζονται το Δίκαιο, μια ανίκητη στρατιά.

Τον Έλληνα στρατιώτη εξυμνεί και εξηγεί την υπεροχή του στο πεδίο της μάχης ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ασύρματος» την πρωτοχρονιά του 1941. Γράφει μεταξύ άλλων «…έκαστος Έλλην πολεμιστής έχει την συνείδησιν ότι μάχεται παρακολουθούμενος και υποστηριζόμενος από έναν αδιαίρετον λαόν, από μίαν εθνικήν οικογένειαν….Ο Έλλην στρατιώτης είναι και στρατηγός, είναι και αρχηγός του κράτους, είναι ολόκληρη η Ελλάς. Όχι διότι παρακούει, αλλά διότι έχει αδιάκοπα την εποπτείαν του όλου. Διότι εις πάσαν στιγμήν τοποθετεί συνειδητά τον εαυτόν του εκεί που πρέπει, μέσα εις το όλον και τον συσχετίζει με αυτό. Βαδίζει διότι γνωρίζει πού πηγαίνει. Έχει ιστορικήν και πολιτικήν συνείδησιν. Δεν είναι στέλεχος άβουλον αγέλης».

Οι άμαχοι εθελοντές, μέσα σε μια στιγμή συνεγείρονται και συντονίζονται, αναλαμβάνοντας αποστολές στήριξης των αγωνιστών στο μέτωπο. Οι νοσοκόμες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στελεχώνουν νοσοκομεία και χειρουργεία εκστρατείας. Οι αγέρωχες γυναίκες της Πίνδου σε ακραίες καιρικές συνθήκες ζαλώνονται τρόφιμα και πολεμοφόδια σκαρφαλώνοντας στην πρώτη γραμμή. Γυναίκες στην Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις διοργανώνουν εράνους και πλέκουν μάλλινα ρούχα για τη «φανέλα του στρατιώτη». Στην ύπαιθρο γυναίκες, ηλικιωμένοι και παιδιά ματώνουν καθημερινά για να καλύψουν το κενό που αφήνουν πίσω τους οι άνδρες που πολεμούν στα βουνά της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Προσπαθούν να κρατήσουν όρθια την αγροτική παραγωγή που σε καιρό πολέμου κρατά τη χώρα ζωντανή.

Όλες και όλοι μαζί, μια γροθιά, μια ψυχή, μεταδίδουν στην υπό κατοχή ή υπό απειλή Δύση, αλλά και στον υπόλοιπο ανήσυχο κόσμο, μήνυμα αγωνιστικότητας και ελπίδας. Όπως λέει ο Ελύτης «του κόσμου η πιο λαμπρή στιγμή σημαίνει. Ελευθερία! Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο».

Κυρίες και Κύριοι,

Αν επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε, με λίγα λόγια, το ιστορικά μοναδικό Έπος του ΄40, θα πρέπει να αναδείξουμε το τρίπτυχο Ηγεσία – Προετοιμασία – Φρόνημα και βέβαια ενότητα.

– Ηγεσία, αποφασισμένη να υπερασπιστεί με όποιο κόστος το εθνικό συμφέρον, την εδαφική κυριαρχία, την εθνική αξιοπρέπεια.
– Προετοιμασία, με διασφάλιση αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος και διαρκή ετοιμότητα.
– Φρόνημα πατριωτικό, που εξυψώνει τις αρετές του έθνους και τονώνει την εθνική αυτοπεποίθηση.

Και εθνική ομοψυχία που ενώνει τους πολίτες στον υπέρτατο κοινό σκοπό, την υπεράσπιση της πατρίδας. Αυτό το μοναδικό επίτευγμα, αυτό το εθνικό κεκτημένο του ΄40 παραμένει προαπαιτούμενο και ζητούμενο. Και σήμερα και αύριο και πάντα. Διότι, με διαφορετικές συνθήκες, οι προκλήσεις υπάρχουν και στην σύγχρονη εποχή. Όχι ίσως, με την ακραία μορφή που εκδηλώθηκαν τότε, αλλά πάντως σε βαθμό που επιβάλλουν εγρήγορση, ετοιμότητα, ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και την ίδια βούληση να υπερασπιστούμε την εθνική μας ακεραιότητα και τις εθνικές μας θέσεις.

Κυρίες και κύριοι,

Υπάρχει η άποψη ότι υπερβάλλουμε σχετικά με την στάση της Τουρκίας. Ότι παρεξηγούμε κάθε της κίνηση και υπερθεματίζουμε στα δίκαιά μας. Ότι πρέπει να της αναγνωρίσουμε κάποια δικαιώματα. Ότι, έστω και αν μερικώς υπερβάλλει, έχει και θεμιτές απαιτήσεις, που πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε με πνεύμα καλής πίστης και συνδιαλλαγής. Ότι δεν μπορούμε να τα θέλουμε όλα δικά μας, να έχουμε μαξιμαλιστικές θέσεις, ότι μεταξύ γειτόνων πάντα υπάρχει η δυνατότητα ενός αποδεκτού συμβιβασμού.

Η προσέγγιση αυτή όμως πάσχει θεμελιωδώς. Ερμηνεύει απολύτως εσφαλμένα την Τουρκική στόχευση. Διότι δεν πρόκειται ούτε περί παρεξήγησης, ούτε περί μιας δευτερεύουσας διαφοράς που με επίδειξη θετικής διάθεσης και αμοιβαίων υποχωρήσεων δύναται να διευθετηθεί. Αν ήταν έτσι, η ελληνοτουρκική διένεξη θα είχε λυθεί προ πολλού. Όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1974 και μετά, δοκίμασαν μια τέτοια συνεννόηση μέσω διαλόγου και καλλιέργειας κλίματος ύφεσης. Ματαίως όπως έμπρακτα απεδείχθη.

Διότι η Τουρκία, όταν θεσπίζει και επιμένει στο casus belli, δεν αποσκοπεί απλώς στο να αποτρέψει την πλήρη και απόλυτη εφαρμογή της επέκτασης στα 12 μίλια της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης παντού στο Αιγαίο, αλλά θεωρεί ότι πρέπει να την αποτρέψει ολοσχερώς.

Όταν καταρτίζει το τουρκολυβικό σύμφωνο επιχειρεί να επιβάλλει την αστήρικτη άποψη ότι τα νησιά στερούνται υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Όταν θέτει θέμα γκρίζων ζωνών, θεωρεί ότι πράγματι κάποια ελληνικά νησιά και βραχονησίδες δεν ανήκουν στην Ελλάδα.
Όταν αντιτίθεται στρατιωτικά στην ηλεκτρική διασύνδεση Κάσου – Κύπρου, εν γνώσει της ότι πρόκειται για Ευρωπαϊκό έργο, εννοεί ότι και στα αυτονόητα θέματα στην περιοχή πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο.
Όταν αναγγέλλει θαλάσσια πάρκα στο Βόρειο και στο Νοτιοανατολικό Αιγαίο, δεν αντιδρά απλώς στην ανακήρυξη των ελληνικών θαλάσσιων πάρκων, τα οποία βρίσκονται εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων, αλλά σκόπιμα καλύπτει και διεθνή ύδατα, στέλνοντας το ανάλογο μήνυμα. Και επιχειρεί να αποκόψει το σύμπλεγμα της Μεγίστης από τον εθνικό κορμό.

Όταν θέτει θέμα αποστρατιωτικοποίησης, δεν ενδιαφέρεται για τις πρόνοιες της Συνθήκης της Λωζάννης, την οποία άλλωστε συστηματικά επιχειρεί να οδηγήσει σε αναθεώρηση, αλλά στοχεύει στην αποδυνάμωση, όχι απλώς της αμυντικής ετοιμότητας των ελληνικών νησιών, αλλά και στην διάβρωση της συνολικής αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδος έναντι της τουρκικής απειλής.

Και πλέον χρησιμοποιεί την αποστρατιωτικοποίηση ως εργαλείο αμφισβήτησης της κυριαρχίας αυτών των νησιών. Και τέλος, όταν αρνείται και περιφρονεί τις παραδοχές και προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου, και εν προκειμένω του Δικαίου της θάλασσας, αποπειράται, στην θέση των κανόνων δικαίου, να επιβάλλει αυθαίρετα το δίκαιο του ισχυρότερου. Γι’ αυτό και οποιοδήποτε αίτημα για εκχώρηση άδειας από την Τουρκία για το καλώδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Είτε αυτό ονομαστεί ενημέρωση είτε ανακοίνωση είτε όπως αλλιώς. Μετά από αυτό, δεν θα μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα στο Αιγαίο, χωρίς την άδεια της Τουρκίας. Ακόμη και το παραμικρό έργο υποδομής μεταξύ των νησιών μας πια.

Και αναμφίβολα είναι αρνητική εξέλιξη για τα εθνικά μας συμφέροντα η κύρωση του τουρκολυβικού συμφώνου από το λιβυκό Κοινοβούλιο,

διότι μπορεί μεν να μην παράγει νομικά αποτελέσματα, είναι όμως επίδειξη δύναμης, επιρροής και πρόκλησης τετελεσμένων, από τους γείτονες.

Σφάλλουν λοιπόν και σφάλλουν βαρέως όσοι προωθούν αυτές τις αντιλήψεις. Διαβάζουν λάθος την στρατηγική της Τουρκίας. Δεν πρόκειται ούτε για παρεξηγήσεις ούτε για επί μέρους μικροδιαφορές που επιδέχονται καλοπροαίρετης διευθέτησης. Πρόκειται για ολοκληρωμένο σχεδιασμό που αποσκοπεί στην συνολική ανατροπή του status quo στο Αιγαίο, στην απόκτηση δικαιωμάτων στην καρδιά του Αιγαίου στην πλάτη των ελληνικών νησιών, για έλεγχο του Αιγαίου μέχρι τον 25ο παράλληλο.

Δεν είναι άμοιροι ευθυνών σύμμαχοι και εταίροι. Όταν παριστάνουν τον επιτήδειο ουδέτερο και κρατούν ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος. Όταν συνιστούν συμβιβασμό και μερική έστω αποδοχή των τουρκικών απαιτήσεων. Όταν, στο όνομα τάχα της συνοχής της συμμαχίας, μας παροτρύνουν να «τα βρούμε», χωρίς αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο. Όταν αναγορεύουν την Τουρκία ως καίριο σύμμαχο στην διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής άμυνας και συναλλάσσονται μαζί της με παραγγελίες δισεκατομμυρίων για τον περαιτέρω εξοπλισμό της. Όταν μας καλούν σε συστράτευση και θυσίες υπέρ της Ουκρανίας, αλλά για την αιμορραγούσα Κύπρο σφυρίζουν αδιάφορα και ευνοούν λύσεις που επί της ουσία δικαιώνουν τον παράνομο εισβολέα και κατακτητή. Κάτι που άλλωστε παραδέχθηκε και ο ίδιος ο Λόρδος David Hαnnαy, ο ουσιαστικός συντάκτης του σχεδίου Ανάν, ομολογώντας ότι το Σχέδιο Ανάν ήταν μη συνετά γενναιόδωρο προς την Τουρκία.

Και από πάνω έρχονται και πρόσθετες απαιτήσεις εκ μέρους συμμάχων και εταίρων. Μη μιλάτε με τους Ρώσους, μη συνεργάζεστε με του Κινέζους, στηρίξτε την Αλβανία για ένταξη στην ΕΕ παρ ότι κάνει τα μύρια όσα σε βάρος της ελληνικής μειονότητας, αποδεχθείτε την ετεροβαρή συμφωνία των Πρεσπών, αναγνωρίστε το Κοσυφοπέδιο, στείλτε όπλα στην Ουκρανία, ξεχάστε τις γερμανικές αποζημιώσεις για τα αίσχη και ανοσιουργήματα της Κατοχής, υιοθετείστε άκριτα τις υπερβολές της woke agenda, γιατί έτσι το θέλει μια κοσμοπολίτικη ελίτ χωρίς πατρίδα, χωρίς ρίζες, χωρίς σεβασμό στην ιστορική διαδρομή και την εθνική ταυτότητα.

Κυρίες και Κύριοι

Μη παρεξηγούμεθα. Στην Δυτική Συμμαχία και την Ευρωπαϊκή Ένωση ανήκουμε και ορθώς, γιατί με όλες τους τις αδυναμίες, δυστυχώς κατακόρυφα αυξανόμενες τελευταία, είναι η προτιμότερη, ίσως και η μοναδική, εναλλακτική που έχουμε. Ήρθε όμως η ώρα να τους πούμε ότι οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Ότι οι απαιτήσεις συνοδεύονται από κάποια αντιπαροχή. Ότι δεν μπορείς μονίμως να ζητάς χωρίς να δίνεις τίποτα. Ότι όλα τα μέλη μιας συμμαχίας και μιας ένωσης δικαιούνται τον αυτό σεβασμό, παρόμοια στήριξη, αμοιβαία αλληλεγγύη. Και μάλιστα όταν το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η ικανοποίηση αυθαίρετων αξιώσεων, αλλά η αποδοχή και εφαρμογή των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου.

Θα ακουστεί και πάλι ο γνωστός αντίλογος. Μα μήπως γινόμαστε κουραστικοί, μονότονοι, ενοχλητικοί με τις μόνιμες διαμαρτυρίες και αντιρρήσεις μας; Μήπως δεν πρέπει να απασχολούμε τους άλλους με τα δικά μας, ειδικά όταν σύμμαχοι και εταίροι ασχολούνται με τα μεγάλα; Μήπως χαρακτηριστούμε μεμψίμοιροι αναφερόμενοι, επαναλαμβανόμενα, στο Αιγαίο, στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα, στην Κύπρο, στην στάση των Σκοπίων; Αυτή η προσέγγιση είναι η επιτομή της υποτέλειας. Κανένας δεν σέβεται κάποιον που δεν υπερασπίζεται τα δίκαια του, τις αρχές του, την πατρίδα του. Και κανένας δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του σοβαρά αυτόν που δεν αντέχει να ορθώσει το ανάστημά του όταν θίγεται.

Κυρίες και Κύριοι

Αυτή η Δύση, στην οποία ορθώς ανήκουμε, που πολλοί από μας υπερασπιστήκαμε για περισσότερο από μισό αιώνα, έχει εισέλθει σε φάση παρατεταμένης και επιδεινούμενης κρίσης. Δεν αναφέρομαι μόνο στο διεθνές στερέωμα, όπου πόλεμοι ξεσπούν με ευκολία χωρίς ορατό τέλος. Οι συγκρούσεις πολλαπλασιάζονται, η ρευστότητα και η αστάθεια τείνουν να καταστούν μόνιμη κατάσταση, όπου οι μεγάλοι, παρά την υπεροπλία τους, αδυνατούν να επιβάλλουν την βούλησή τους και μικρότεροι πρωταγωνιστές, ακόμα και μη κρατικές οντότητες, αποθρασύνονται και αποπειρώνται να μεταβάλλουν τα πράγματα προς όφελός τους. Κυρίως εστιάζω στην κοινωνική δυσαρέσκεια και την συνακόλουθη πολιτική αναστάτωση που παρακολουθούμε εντεινόμενη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Η διαρκώς αυξανόμενη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η μεγάλη συρρίκνωση της άλλοτε ακμάζουσας μεσαίας τάξης, οι αυστηρές περικοπές στο κοινωνικό κράτος, λόγω της άκαμπτης δημοσιονομικής αυστηρότητας, η έλλειψη αισιόδοξης προοπτικής για τους πολλούς, τους λιγότερο ευνοημένους και τους νέους, συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα για το μέλλον της ηπείρου μας. Η μεγάλη πλειοψηφία αισθάνεται παραγκωνισμένη, αδικημένη και κυρίως με άδηλο το μέλλον. Αποκλεισμένη από το τραπεζικό σύστημα, κυνηγημένη από απρόσωπα funds, με αυξανόμενα αδιέξοδα στις ευκαιρίες εργασίας, την στέγαση, τις ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και παιδείας. Χωρίς εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη.

Το ισχύον κοινωνικοπολιτικό μοντέλο αμφισβητείται και απονομιμοποιείται. Οι εύκολοι και αβασάνιστοι αφορισμοί από τις ευημερούσες ελίτ και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης περί ακροδεξιάς επέλασης, ψεκασμένων και παρασυρμένων από ανέξοδους λαϊκισμούς, όχι απλώς δεν συνιστά επαρκή απάντηση, αλλά στην ουσία επιβαρύνει την κατάσταση. Όταν οι σταθεροί ψηφοφόροι των παραδοσιακών κομμάτων στην Γερμανία, την Γαλλία και την Αγγλία εγκαταλείπουν μαζικά την μόνιμη πολιτική τους στέγη, κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει. Το λέω και το επαναλαμβάνω γιατί με ανησυχεί βαθύτατα, για το μέλλον της Ευρώπης και των κρατών μελών της. Η απονομιμοποίηση του μεταπολεμικού κοινωνικού και πολιτικού οικοδομήματος με ευθύνη της Ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης, πολιτικής και οικονομικής, έρχεται καλπάζοντας και βάζει σε κίνδυνο την ομαλότητα, την κοινωνική συνοχή και ηρεμία, τον τρόπο ζωής που γνωρίσαμε. Η βοή των πλησιαζόντων γεγονότων τείνει να γίνει εκκωφαντική.

Κυρίες και Κύριοι

Γι αυτό τον δύσκολο κόσμο που ανατέλλει, γι αυτόν τον μολυβένιο ορίζοντα πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Ψυχικά κατ΄αρχήν, αλλά και κοινωνικοπολιτικά, πρωτίστως μάλιστα εθνικά. Οι προκλήσεις του μέλλοντος πρέπει να μας βρουν ενωμένους, σοβαρούς και αποφασισμένους. Για την πατρίδα, για τον λαό μας, για τα παιδιά μας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *