Ποίηση: Οι Τιτανιδες Σαράντα

ΟΙ ΤΙΤΑΝΙΔΕΣ ΣΑΡΑΝΤΑ
Του Τσολάκη Πασχάλη
Τί είναι τούτα τα τιτάνια πλάσματα
που δρασκελίζουνε με μιας τα δύσβατα βουνά;
Τσεμπέρια δεμένα στα μαλλιά π’ αγέρας τ’ ανεμίζει,
γλυκοφιλούν τον ουρανό, ορθές να τις κρατάει.
Μαυρομαντιλούσες σαν τ’ ουρανού τα σύννεφα.
Ποια γη τις γέννησε , ποιοι ποταμοί τις λούσαν;
Σπάσαν τα νερά της ιστορίας,
πετάχτηκαν οι Σπαρτιάτισσες, οι μάνες του Ζαλόγγου,
οι χήρες των αρματολών οι μαυροφορεμένες,
μαζί τους κι οι ατρόμητες, οι μάνες κάθε ακρίτα.
Βόλια στην πλάτη κουβαλούν στο μέτωπο τραβάνε,
το βάρος όλο τ’ ουρανού σε γυναικείες πλάτες,
μα εκείνες σαν τον άτλαντα τον ουρανό σηκώνουν.
Αέρηδες σφυροκοπούν, βροντές τ’ αυτιά κουφαίνουν,
κείνες αγέρωχες τραβούν για την αετοράχη,
που αετίνες περήφανες μονάχα τις διαβαίνουν.
Καρτέρι είχε στήσει ο χάροντας ψυχές για να τρυγήσει,
πάλι ξανά το άδικο το δίκιο να σκοτώσει.
Φωτιές ξερνά ο ουρανός, οι ατρόμητες δεν τρέμουν,
αγέλαστες και άσκιαχτες σαν τα τραχιά τα βράχια
που τα διαβαίνουνε με μιας λες κι είναι στάχυα.
Τρυπά τα κόκκαλα το τσουχτερό αγιάζι,
ο θεός από ψηλά τις ευλογεί και τις αγιάζει.
Ζύγωσαν, φτάσανε και το σταυρό τους κάνουν.
Γελούν οι μαχητές, το μπόι τους ψηλώνει.
Μα δεν γυρνούνε πίσω μοναχές, τον πληγωμένο κουβαλάνε,
ο στρατιώτης μες στον πόνο του, χαμογελά, δακρύζει,
σε κάθε μία από αυτές θαρρεί τη μάνα του πως βλέπει.
Αετομάνες άφοβες για τη φωλιά τραβάνε,
πίσω ξανά για το χωριό, να πλέξουν , να ζυμώσουν.
Ολύμπιες γυναίκες της ρωμιοσύνης φύτρα,
γυναίκες υπερβατικές που η ράτσα τις γεννάει.
Τι μεγάλες μάνες, τι ουράνιες γυναίκες, τι υπέροχες Ελληνίδες!
Χαίρε Ολύμπια γυναίκα, δεν είσαι πια ανώνυμα
Σε λένε Ελληνίδα κι είσαι μια τιτανίδα.