16/05/2021

Ο Πυγμαλέων

134408 %CE%A0%CE%A5%CE%93%CE%9C%CE%91%CE%9B%CE%99%CE%A9%CE%9D%20%CE%9A%CE%91%CE%99%20%CE%93%CE%91%CE%9B%CE%91%CE%A4%CE%95%CE%99%CE%91‘’Καληνύχτα, καλή μου Γαλάτεια!’’ Είπε ο Πυγμαλέων στην όμορφη κόρη, σφραγίζοντας το στόμα της μ΄ένα παγωμένο φιλί. ‘’Κοιμήσου ήσυχη και μην επαναλαμβάνεις τα λάθη του παρελθόντος –συνέχισε-, τώρα πια βρίσκεσαι στην αγκαλιά μου, και το μόνο που θέλω είναι το καλό σου και η ανάπτυξή σου’’.

Η όμορφη κόρη, δαμασμένη κάτω από την σιδερένια αγκαλιά του Πυγμαλέοντος, προσπάθησε να αντιδράσει. Είχε πια καταλάβει ότι για άλλη μια φορά είχε πιστέψει τις πλάνες υποσχέσεις ενός ακόμη πάτρωνα, που ενώ ξεπουλούσε το κορμί της, κομμάτι-κομμάτι, σε ξένους επιβήτορες, παράλληλα με σκληρές αποφάσεις και διατάγματα, προσπαθούσε να την εξαγνίσει, για να την παρουσιάζει στους βιτσιόζους πελάτες, άσπιλη και αμόλυντη.

Με την παραμικρή κίνηση που έκανε για να γλυτώσει από αυτή την κακή της μοίρα, τα δεσμά της γίνονταν πιο βαριά, η ελευθερία της όλο και περιοριζόταν, κι αυτό για το καλό της, γιατί την νοιαζόταν, όπως της έλεγε ο Πυγμαλέων.

Η Γαλάτεια έκλεισε τα μάτια, και άρχισε να ονειρεύεται. Ανέσυρε από την μνήμη της μύθους που έλεγαν ότι δεν ήταν από πάντα έτσι φτωχοντυμένη και δέσμια.

Υπήρχε κάποτε-χιλιάδες χρόνια πριν-, ένας βασιλιάς που λεγόταν Πυγμαλίων. Ο βασιλιάς αυτός κατασκεύασε από αστραφτερό λευκό μάρμαρο ένα ωραιότατο άγαλμα κόρης, που τόσο θαμπώθηκε από την ομορφιά του, ώστε φαντάστηκε ότι ήταν ζωντανό, το ονόμασε Γαλάτεια και το πήρε για σύζυγό του.

Η θεά Αφροδίτη, βλέποντας τον έρωτα του βασιλιά για το άγαλμα, τον λυπήθηκε και έδωσε ζωή στην Γαλάτεια, που ο Πυγμαλίων έκανε πραγματική σύζυγό του.

Τα χρόνια πέρασαν, ο βασιλιάς πέθανε και η Γαλάτεια, που σαν πρώην άγαλμα, φτιαγμένη από θεϊκή πέτρα, ήταν αθάνατη, πέρασε έκτοτε από τα χέρια πολλών βασιλιάδων, μεντόρων και πατρώνων, που άλλοτε την εξύψωναν, και άλλοτε την βύθιζαν στην σκλαβιά και την απελπισία.

Ευρισκόμενη τώρα κάτω από την εξουσία του νέου πάτρωνά της, – κακέκτυπο του αρχικού Πυγμαλίωνος-,ο οποίος προσπαθούσε να την αναπλάσει κατά τα γούστα των πελατών-όπως προείπα-, το μόνο που της έμενε ήταν να σκέπτεται και να σιωπά. Προσπαθούσε να βάλει σε μια τάξη τα πράγματα μες το μυαλό της, γιατί βρισκόταν ακόμη σε σύγχυση.

Διάφοροι συνεργάτες των πατρώνων της, ενώ την άφηναν νηστική, την κατηγορούσαν ότι έτρωγε από το φαί τους. Ενώ την άφηναν να τουρτουρίζει στην παγωνιά, την κατηγορούσαν ότι μόλυνε τον αέρα. Εκείνη προσπαθούσε να επιβιώσει όπως όπως από τους δουλεμπόρους, και αυτοί την κατηγορούσαν για λαθρέμπορο.

Το μόνο που ήθελε η Γαλάτεια ήταν μια δουλειά για να ζήσει με αξιοπρέπεια, χωρίς να γίνεται βάρος σε κανένα, και αυτοί την στιγμάτιζαν σαν τεμπέλα, και ενώ της στερούσαν το δικαίωμα στην εργασία, την κατηγορούσαν , σαν απεργό.

Η όμορφη κόρη, έχοντας ζήσει καθ΄όλη την διάρκεια της Ιστορίας, είχε γνωρίσει όλων των ειδών τις εξουσίες, βασιλιάδες, τύραννοι, Καίσαρες, Τσάροι, έρχονταν και παρέρχονταν πάνω από τους λαούς, άλλοτε με όπλα και με βία, ή με σκληρούς νόμους, προσπαθούσαν να τους υποτάξουν, να τους εξαφανίσουν, ή να τους αναμορφώσουν. Κανένας λαός όμως ποτέ, δεν αναμορφώθηκε με την βία, που μόνο βία φέρνει.

Ο Αθηναίος νομοθέτης Δράκων, έμεινε γνωστός στην Ιστορία για την αυστηρότητα του κώδικα, κυρίως στο ποινικό και ιδιωτικό δίκαιο. ‘’Δι’ αίματος ου διά μέλανος τους νόμους έγραψεν’’. Οι ποινές για κλοπές ήταν ιδιαιτέρως αυστηρές, για τους φόνους ήταν θάνατος, κατήργησε την αυτοδικία, ενώ διατήρησε αναπαλλοτρίωτες της μεγάλες κτηματικές περιουσίες και τον θεσμό του δανεισμού με υποθήκη του σώματος, σύμφωνα με το οποίο όσοι δεν εξοφλούσαν τα χρέη τους, ήταν δυνατό να πουληθούν ως δούλοι από τους δανειστές τους.

Όσοι από τους νόμους του Δράκοντα ήταν άδικοι, τους κατήργησε αργότερα ο σοφός Σόλων, θεσπίζοντας το 592π.Χ. την ‘’σεισάχθεια ’’(παραγραφή χρεών), κι έτσι μπόρεσε να ανασάνει ελεύθερα ο λαός, και να προοδεύσει πάλι η οικονομική ζωή της Αθήνας.

Καθώς η Γαλάτεια βυθιζόταν σ΄ένα βαθύ ανήσυχο ύπνο, αιχμάλωτη στην σιδερένια πυγμή του Πυγμαλέοντος, μέσα στο όνειρό της μεταφέρθηκε στην καρδιά της Ευρώπης στα χρόνια του Ναπολέοντα (1805-1806).

Μετά από πολλές νικηφόρες μάχες τώρα ο Ναπολέων ετοιμαζόταν να επιτεθεί στην Τρίτη κατά σειρά ευρωπαϊκή συμμαχία Αυστρίας-Ρωσίας, στο Ulm. Τον Οκτώβρη του 1805 κατέλαβε την οχυρή θέση στο Ulm, και βάδιζε κατά της Βιέννης. Στις 2 Δεκεμβρίου, σε απόσταση 120χλμ βόρεια της Βιέννης, στο χωριό Αούστερλιτς (Αusterlitz), δόθηκε μια από της πιο αιματηρές μάχες της εποχής, όπου ηττήθηκαν Αυστριακοί και οι Ρώσοι υπό τον Κουτούζωφ.

Από τις 100.000 άνδρες των αυτοκρατόρων Φρανσουά και Αλεξάνδρου, κείτονταν νεκροί μέσα στην ελώδη πεδιάδα 15.000, και άλλοι 25.000 ήταν αιχμάλωτοι.

Μετά από αυτή την ήττα, ο Άγγλος πρωθυπουργός Ουίλιαμ Πίττ, άρχισε να ανησυχεί ότι έρχεται και η σειρά του νησιού του.

Ο Ναπολέων άρχιζε πάλι να διαμοιράζει τις κτήσεις του στους στρατηγούς του, και ετοιμάζονταν για νέες μάχες. Στις 8 Οκτωβρίου  του 1806, εισέβαλε στη Σαξωνία και άρχισε την μάχη με τους Πρώσους ς του Φρειδερίκου του 2ου.  Ιένα, Σπαντάου, Στεττίνο, Βαϊμάρη, Βερολίνο, Μαγδεμβούργο, σαρώθηκαν στο πέρασμά του, και στις 21Νοεμβρίου υπογράφει στο Βερολίνο το περίφημο διάταγμα για τον Ευρωπαϊκό αποκλεισμό.

Με αυτό το διάταγμα έφερνε καίριο κτύπημα στην Αγγλική οικονομία, ήθελε να την πνίξει, να την χρεοκοπήσει, να την καταδικάσει σε θάνατο από πείνα, να την αναγκάσει να συνθηκολογήσει. Ήθελε να διώξει την Αγγλία από όλες τις ευρωπαϊκές αγορές, γι αυτό κήρυξε τα  Βρετανικά νησιά σε κατάσταση αποκλεισμού.

Ήξερε βέβαια ότι αυτό το μέτρο θα πετύχαινε μόνο αν είχε υπό τον έλεγχό του όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη, και ότι μόνο ο φόβος, η δύναμη, η άγρια καταστολή, μπορούν να υποχρεώσουν τις κυβερνήσεις και τους λαούς να δεχθούν και να εκτελέσουν όλους τους ορισμούς του διατάγματος.

Οι Γάλλοι έμποροι πουλούσαν τις πρώτες ύλες τους στην Αγγλία και έπαιρναν έτοιμα εμπορεύματα, καθώς και δημητριακά, καφέ, ζάχαρη, βαμβάκι και μετάξι, που έρχονταν από τις αποικίες.

Ο Ναπολέων κάλεσε τον Ταλλευράνδο στο παλάτι του Πότσδαμ, και του έδωσε την διαταγή να κοινοποιήσει σε όλες τις υποτελείς και μισοϋποτελείς χώρες το διάταγμα για τον Ηπειρωτικό αποκλεισμό.

Ταυτόχρονα έδινε διαταγή στους στρατάρχες του να ελέγχουν συστηματικά και τα παράλια της Βαλτικής και της Β. θάλασσας.

Τα γαλλικά στρατεύματα έστησαν σκοπιές σε όλο  το μήκος των ακτών του Ατλαντικού και της Βαλτικής, σε όλες τις παραθαλάσσιες πόλεις και χωριά, βγάζανε περιπολίες κυνηγώντας τους λαθρέμπορους.

Οι λαοί όμως που είχαν συνηθίσει στα ωραία και φθηνά αγγλικά προϊόντα, ρισκάριζαν τα πάντα, ξεφορτώνοντας τα βράδια στις απόκρημνες παραλίες εμπορεύματα, και το εμπόριο συνεχιζόταν κάτω από την των στρατιωτών.

Μετά από πολλές νικηφόρες μάχες, ήρθε για τον Ναπολέοντα η μοιραία ημερομηνία της 17ης Ιουνίου του 1815. Την επαύριο της ημέρας αυτής στη θέση Βατερλό του Βελγίου, οι Άγγλοι υπό τον Ουέλλιγκων και οι Πρώσοι υπό τον Μπλύχερ, έδωσαν οριστικό τέλος στα σχέδια του Βοναπάρτη για την υποδούλωση των λαών.

Μέσα στο όνειρό της η Γαλάτεια, βρίσκεται τώρα στην Αγία Ελένη, στο νησί που εξορίστηκε ο Ναπολέων. Την στιγμή που ετοιμαζόταν να τον ρωτήσει τι έφταιξε και νικήθηκε, παρόλη την στρατιωτική ισχύ που πάντα ανέπτυσσε  στις μάχες, παρόλη την ευφυΐα του και την σκληρότητά του, και πως αισθάνεται τώρα που είναι αποκλεισμένος σ΄αυτό το μικρό νησί, μόνος και άρρωστος, αυτή ακριβώς την στιγμή ένας θόρυβος την ξυπνά απότομα.

Κοιτάζει δίπλα της, στο κρεβάτι , και βλέπει να είναι πλαγιασμένος αντί για τον τρομερό Πυγμαλέοντα, ένα θλιβερό ανθρωπάκι, που το είχε συναντήσει παλιά σε κάποια  σκιτσογραφήματα, ο Πειναλέων.

Ξαφνιασμένη βλέπει στα πόδια του κρεβατιού να στέκεται ο Μπόστ, τον αναγνώρισε από το σπινθηροβόλο βλέμμα του, και από το περιπαικτικό χαμόγελό του. Στο ένα του χέρι κρατούσε το πενάκι του, που χάραζε διαχρονικές αλήθειες, και με το άλλο της έκανε μια χειρονομία δείχνοντάς της τον Πειναλέοντα.

Τότε η Γαλάτεια κατάλαβε, ήταν σαν να είχε πάρει την απάντηση από τον Βοναπάρτη. Χαμογέλασε γλυκά στον Μπόστ, που έφευγε για την αιωνιότητα, και η ελπίδα άρχισε να ανθίζει πάλι στην καρδιά της.

Με εκτίμηση

Αγγελική Π.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ