Η εκλογίκευση της παράνοιας ή αλλιώς, η ηδονή ενός κατά συρροή βιασμού.

20140210-181555.jpg

Η «νομιμοποίηση» είναι ό,τι ωραιότερο έχει παράξει η Δημοκρατία μας. Ειλικρινά, δεν υπάρχει οτιδήποτε πιο πολύτιμο στο ανθρώπινο γένος και σε όλη του την ιστορία, από την έννοια της «νομιμοποίησης».
Αν κάτι σου αρέσει αλλά δεν αρέσει στο γείτονα…αρκεί να το νομιμοποιήσεις.
Αν φτιάξεις αυθαίρετο…απλά, νομιμοποίησέ το.
Αν ενοχλείς και καταστρέφεις, απλά ονόμασέ το «δικαίωμα έκφρασης» και .. νομιμοποίησέ το.
Τα πράγματα είναι πολύ απλά: όποια διαστροφή, καταστροφή, αλητεία,
πορνεία, γενοκτονία, διάλυση, ληστεία, αρπαγή ή μα*ακία, μπορείς να την… επιβάλλεις, αρκεί να την νομιμοποιήσεις!
Αγαπητέ μου αναγνώστη, δεν σε προκαλώ, ούτε σου κάνω πλάκα. Σου περιγράφω τη ζωή σου.
Και μάλιστα, όχι απλά θα στο περιγράψω αλλά θα στο σχηματίσω και σε παράδειγμα:
Κάποτε ήταν ένας πατέρας που είχε μία κόρη. Ρόλος του γονιού είναι να νοιάζεται για το παιδί του, να το φροντίζει, να το αναθρέφει σωστά και κυρίως να το προστατεύει.
Κάποτε ο πατέρας, βαρέθηκε το κανονικό σεξ με τη γυναίκα του και λιμπίστικε την μικρή του κορούλα. Στην αρχή για να την πείσει τις έκανε ωραία και ακριβά δωράκια. Τι κοσμήματα, τι ρούχα, τι γλυκά, όλα τα καλά είχε η κόρη. Σε όποιο πάρτι ήθελε να πάει η κόρη, ο πατέρας πάντα συναινούσε και μάλιστα τις έδινε και περισσότερα λεφτά να ξοδέψει και έκανε ακόμα και τον ταξιτζή, να πηγαίνει και να την φέρνει από κάθε είδους διασκέδαση.
Η μάνα της πάντα αντιδρούσε σε όλα αυτά, ότι όλα αυτά χαλάνε το παιδί και ότι δεν είναι σωστή συμπεριφορά αυτή αλλά με τα τόσα χατίρια του πατέρα, η μάνα είχε γίνει εχθρός για το παιδί. Στο σπίτι, οι τσακωμοί πηγαίνανε σύννεφο. Από τη μια η μάνα να φωνάζει για την έκλυτη ζωή της κόρης και τα έξοδα και από την άλλη κόρη και πατέρας ένα κόμμα να την κατηγορούν για οπισθοδρομισμό, ξεκούτιασμα και ζήλια!
Στο τέλος, ο πατέρας αποφάσισε να χωρίσει την μάνα. Η κόρη επιβράβευσε αυτήν την απόφαση και μάλιστα με ανακούφιση γιατί η ηλίθια και ενοχλητική μάνα επιτέλους μάζεψε τα πράγματά της και τους άδειασε τη γωνιά.
Και πλέον, στο σπίτι έμειναν πατέρας και κόρη, τελείως μονάχοι. Ο πατέρας τότε είχε όλο το πεδίο ελεύθερο για να θέσει το σχέδιό του σε εφαρμογή.
Κάποιο βράδυ μπήκε στο δωμάτιο της κόρης του και τη βίασε. Ω ναι…την βίασε, ξανά και ξανά μέχρι που εκείνη δεν μπορούσε να αντιδράσει πλέον. Της θύμιζε πόσα δώρα της είχε κάνει στο παρελθόν, και πόσο καλά ζούσε κοντά του, κι ότι τώρα ήταν ώρα να τον ξεπληρώσει!
Κάθε φορά που πήγαινε να μιλήσει την έδερνε τόσο άσχημα που το παιδί για ώρες δεν μπορούσε να περπατήσει.
Αυτό γινόταν κάθε βράδυ σχεδόν. Ο πατέρας έμπαινε στο δωμάτιο του κοριτσιού και τη βίαζε, την χτυπούσε και όταν δεν έμενε ικανοποιημένος από τη … «συμπεριφορά» της κόρης την άφηνε τελείως νηστική.
Στο τέλος την έκλεισε στο δωμάτιό της, την κλείδωσε και δεν την άφηνε ούτε στον κήπο να βγαίνει! Ένα πιάτο φαί κι αυτό περισσεύματα κι αποφάγια και η κόρη έφτασε να λέει κι ευχαριστώ στο τέλος για εκείνο το φαί, σκεπτόμενη ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν χειρότερα.
Όμως ο πατέρας αποφάσισε ότι ήθελε περισσότερο ηδονή…έπρεπε να μοιραστεί αυτή του τη διαστροφή και με άλλους. Και τότε φώναξε τους φίλους του!!
Αυτοί πια, κάνανε ακόμα χειρότερα…την βιάζανε εναλλάξ και με κάθε δυνατό τρόπο και την πετάξανε σε ένα υπόγειο. Μια φορά στις τόσες, όταν μένανε ικανοποιημένοι από το ομαδικό αυτό όργιο, την πετάγανε ένα ξερό κομμάτι ψωμί και λίγο νερό.
Τα βράδια που δεν μένανε ικανοποιημένοι την αφήνανε τελείως νηστική!
Με αυτά και με αυτά, πέρναγαν οι μέρες και οι μήνες για τη δύσμοιρη κοπέλα.
Από την κακουχία και τις στερήσεις αδυνάτιζε και μαράζωνε. Σκεπτότανε πότε – πότε την μανούλα της πόσο δίκιο είχε, αλλά ήταν αργά.
Μέχρι που ένα βράδυ, ο πατέρας και οι φίλοι του βλέποντας το κοριτσάκι πόσο είχε αδυνατίσει, συνειδητοποίησαν ότι είχε ασχημύνει πάρα πολύ για να ικανοποιεί τις ορέξεις τους.
Αποφασίσανε τότε να την ξεφορτωθούν την άχρηστη! Έπρεπε να την σκοτώσουν.
Την έκοψαν κομματάκια. Της έσπασαν τα χέρια, τα πόδια, την διαμέλισαν κι αφού την έβαλαν σε σακούλες, την πετάξανε σε έναν γκρεμό!
Κρατήσανε μόνο την καρδιά και τα σπλάχνα της. Αυτά, για να γιορτάσουνε, τα μαγείρεψαν και τα έφαγαν ενθυμούμενοι πόσο καλά περάσανε με την κόρη!
Κανείς δεν τους είπε τίποτα…κανείς δεν τους κατηγόρησε για τίποτα!
Άλλωστε…ό,τι έκαναν ήταν ΝΟΜΙΜΟ!!!
Κι ότι ήταν Νόμιμο ήταν και Ηθικό!!!
Ποιος θα μπορούσε άλλωστε να αντιδράσει σε κάτι νόμιμο; Ήταν αναφαίρετο δικαίωμά τους ότι έπραξαν!
…………………………………………………………………………………………………………………
Διαφωνείς αγαπητέ μου αναγνώστη;
Πριν διαφωνήσεις, ξέχασα να σου πω τα ονόματα των πρωταγωνιστών:
Την Κόρη, την έλεγαν «Ελλάδα».
Τον Πατέρα, τον έλεγαν «Κυβέρνηση». Χαιδευτικά, τον φώναζαν «Δικαιοσύνη».
Την Μάνα την έλεγαν «Θρησκεία» από το «Εκκλησία», άκουγε όμως και στο «Ήθη» και στο «Παραδόσεις».
Τους φίλους τους έλεγαν «Ευρωπαϊκή Ένωση» και «ΔΝΤ» και «Τρόικα».
……………………………………………………………………………………………………………
ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΕΣ ΠΩΣ ΤΗΝ ΛΕΓΑΝΕ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΑΥΤΗ, ΘΑ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΕΙΣ ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΑΚΟΜΑ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ή ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΝΑ ΤΗΝ ΔΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΣΑΚΟΥΛΕΣ, ΠΕΤΑΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΜΟ;
Πριν μου απαντήσεις, σκέψου ότι αυτή η κόρη είναι το παιδί σου, και την λένε «Μαρία», «Γεωργία», «Παναγιώτα», «Ελπίδα», «Σοφία»…..σκέψου ότι είναι το παιδί σου που το αγκαλιάζεις κάθε βράδυ!
Και τώρα, σκέψου το παιδί σου, διαμελισμένο, μέσα σε σακούλες…πεταμένο στο γκρεμό!
Αετός

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ