Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ

ΕΛΛΑΔΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΤοῦ Γιώργου Νικολακάκου
Τί ρόλο ἔχουν παίξει οί σύγχρονες ἰδεολογίες, ὄπως σοσιαλισμός, Μαρξισμός, Φιλελευθερισμός καί Συντηρητισμός στήν διαμόρφωσν τῆς κοινωνικῆς καί πολιτικῆς σκέψεως τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων; Εάν κάνωμε μιάν ἰστορική ἀναδρομή θά διαπιστώσωμε ὄτι στήν σύγχρονη Ἑλλάδα ὁ φιλελευθερισμός καί ὁ σοσιαλισμός  ποτέ δέν λειτούργησαν σάν πολιτικές ἰδεολογίες. Χρησιμοποιήθηκαν ώς ἰστορικά ἰδεολογικά κελύφη γιά νά δηλώσουν τήν πολιτική σταθερά τῆς κάθε κομματικῆς παρατάξεως καί γιά νά διαφοροποιηθοῦν ἐπικοινωνιακά μεταξύ
των μέσα ἀπό θολά ἰδεολογικά σύμβολα κομματικῆς συσπειρώσεως ποῦ δέν ἀντιπροσωπεύουν τίς πιό σημαντικές ἀξίες τῆς ίσονομίας, τῆς ἀξιοκρατίας καί ἑνός μηχανισμοῦ δημοκρατίας πού θά τίς ἐγγυᾶται. Η μόνη περίοδος πού ἔγίνε  ἐπίκλισις στόν φιλελευθερισμό ἤταν ἐπί ἐποχῆς Γεωργίου Παπανδρέου ὄταν ἐχρησιμοποίθη σάν δημαγωγικό ἐργαλεῖο γιά νά προσαιτερισθῆ ψηφόρους. Εξεφράσθηκαν κάποιες «φιλελεύθερες» ἰδέες ἀλλά σέ μία ἐκφυλισμένη ἐκδοχή Τό ἴδιο ἔγίνε καί μέ τόν σοσιαλισμό τοῦ ΠΑΣΟΚ. Ἑπίσης ὁ Συντηρητισμός
ποτέ δέν λειτούργησε σάν πολιτική ἰδεολογία μῆτε σάν ἀξιακό σύστημα.Οί σοσιαλιστές ἀνήγαγον τόν «Δεξιον» σέ ιδεολογία,τόν ταύτισαν μέ ὄτι τό παρωχυμένο, τήν ὀπισθοδρόμησιν, τήν στασιμότητα καί   τόν ἐπένδυσαν μέ κάποιες «θεωριτικές προτάσεις»  καί τόν χρησιμοποίησαν σάν ιδεολογικό ὄπλο κατά τῶν ἀντιπάλων τους .Ο Συντηρητισμός εἶναι μιἀ φιλοσοφικη τάσις, ἓνας φιλοσοφικός τρόπος θεάσεως τῆς ζωῆς καί ποτέ δέν λειτούργησε σάν πολιτική ἰδεολογία  Ἐάν ό Ελληνας πράγματι ἐμφορεῖται ἀπό σοσιαλιστικά καί φιλελεύθερα
ίδανικά, ἐκεῖνο πού θά μποροῦσε νά κάνη κανεῖς, καί μέ κάποια ἀποτελεσματικότητα, εἶναι αὐτό πού συνιστᾶ ὁ Karl Popper( The Open Society and its Enemies, 1945) γιά τίς κοινωνικές επιστήμες, δηλαδή νά ασχολοῦνται μέ τήν διάγνωσιν καί τήν λύσιν συγκεκριμένων κοινωνικών προβλημάτων καί νά μήν προβάλλουν τό αἴτημα ριζοσπαστικῶν ἀλλαγῶν ἣ νά αμφισβητοῦν τήν βασική δομή τῆς κοινωνίας. Πιό συγκεκριμένα, θά ἤθελα νά προσθέσω ὄτι τά ἄτομα, ἀντί νά σαγηνεύωνται ἀπό τίς νεφελώδεις ὑποσχέσεις τοῦ σοσιαλισμοῦ ἣ κάποιας λαϊκίστικής ίδεολογίας,
θά πρέπη νά ἐγκολπώνωνται τίς αρχές τῆς φιλελευθέρας δημοκρατίας  πού εἶναι  ό πιό ἀκραιφνής ὑποστηρικτής τοῦ σημερινοῦ μαζανθρώπου.Ο φιλελευθερισμός θέτει ὑψηλές ἀξιώσεις.  Ο σοσιαλισμός δέν πραγματοποίησε καμία ἀπό τίς ὑποσχέσεις του,καί οὖτε ἐξεπλήρωσε κανένα ἀπό τά ὀράματα τῶν όπαδῶν του. Ἄσχετα ἀπό ὄτι ζητᾶ καί ἐπιδιώκει  ό σοσιαλισμός  καί ἄσχετα ἀπό ὄσα κατέκτησε τό ἄτομο, ὃλες αὐτές οί κατακτήσεις τοῦ κοινοῦ ἀνθρώπου πραγματοποιήθηκαν στά πλαίσια τῆς φιλελευθέρας δημοκρατίας. Ἡ πραγματική
Φιλευθέρα Δημοκρατία εἶναι ή πολιτική θεωρία πού ἔχει ἐκροσώπησει τήν  ὑψήστη προσπάθεια γιά τήν οργάνωσιν τῆς κοινωνικῆς ζωῆς μέ τρόπον τέτοιον πού νά μποροῦν νά βροῦν ἔκφρασιν καί σκοπό καί οί επιδιώξεις τοῦ ἀτόμου. Παραχωρεῖ τόν χῶρο νά δράσουν καί  αὐτοί πού δέν κατέχουν τήν ικάνότητα νά σκέπτωνται καί νά αισθάνωνται ὄπως οί πνευματικοί ἄνθρωποι. Εἶναι ή ὑψήστη μορφή μαγαλοψυχίας δίοτι δέχεται νά μοιρασθῆ τά ἀγαθά μέ τούς εχθρούς της, δηλαδή μέ τόν άνθρωπον πού φθείρει τόν πολιτισμό καί πού ὑποβαθμίζει τό
πνευματικό επίπεδο τής κοινωνίας. Ὁ μαζάνθρωπος συνεπῶς ἔχει κάθε λόγο , κάθε συμφέρον νά ἀποκτήση ἐπίγνωσιν τῆς ἄγνοιας του διότι ή κοινωνία  θά εξαντλήση τά ἀποθέματα τῆς μεγαλοψυχίας τῆς καί θά πάψη νά μοιράζεται τόν κοινωνικό καί πολιτικόν  χῶρο μέ τόν μαζάνθρωπο.¨Ὄμως ή φιλελεύθερη δημοκρατία περιβεβλημένη  μέ τόν μανδύα τοῦ «προοδευτικοῦ» ἐπέτρεψε στόν μαζάνθρωπο νά εἰσβάλη στήν πολιτική καί κοινωνικήν σκηνή καί νά ἐπιβάλλη τόν ἄξεστο λόγον του καί νά ἐκφυλίση τίς ἠθικές, πολιτιστικές καί ἐκπαιδευτικές
αξίες.Γιαυτό βλέπομε σήμερα, στό όνομα τοῦ φιλελευθερισμοῦ(ποῦ κάθε ἄλλο παρά φιλελευθερισμός εἶναι) καί τοῦ σοσιαλισμοῦ να ἔχουν άπαξιωθῆ τά πάντα.
Πρίν νά ενσκήψουν οί «προοδευτικοί» στήν κοινωνική καί πολιτική μας ζωή., τό εκπαιδευτικό μας σύστημα εἶχε σάν μέλημα τήν ἠθική διάπλασιν τῶν μαθητῶν καί ἔθετε μεγάλη ἔμφασιν στήν προαγωγή τῆς κόσμιας συμπεριφορᾶς.Τό ἰδεολογικό ὑπόβαθρο αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων βρίσκεται στό ἠθικό αἴτημα τοῦ Πλάτωνος γιά τήν  οίκοδόμησι τῆς ὀρθής πολιτεῖας. Βέβαια, τό εκπαιδευτικό μας σύστημα εῖχε ἀνάγκη ἐκσυγχρονισμοῦ, ἀλλά ἀντί οί ταγοί τῆς ἑλληνικής παιδεῖας νά ἐστιάσουν τήν προσοχή τους στό πρόβλημα τῆς ἀνεπαρκοῦς
κατρτίσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν καί στήν προσαρμογή τῆς παιδεῖας στίς σύγχρονες συνθῆκες, βάλθηκαν νά ὑπονομεύσουν τήν γλῶσσα καί ὄτι εἶχε σχέσιν μέ τήν παράδοσιν. Τά ἀποτελέσματα εἶναι ὄτι  χυδαιότητες ἔχουν κατακλύσει τό περιέχομενο λογοτεχνικῶν βιβλίων τίς ὀποῖες οί ἐπίδοξοι λογοτέχνες ἐπιχειροῦν νά μετουσιώσουν σέ τέχνη καί πνευματική τροφή.
Δέν μπορεῖ,λοιπόν,νά εὐσταθήση τό επιχείρημα ὄτι τό ἐκπαιδευτικό μας σύστημα ἀποτελοῦσε μία προσπάθεια συντηρήσεως καί ἀναπαραγωγῆς μιά ὡρισμένης κοινωνικῆς δομῆς. Υπῆρξε μέν ἓνας προσανατολισμός πρός κάποια καθιερωμένα πρότυπα, ἀλλά πού δέν ἀνταποκρίνοντο σέ κάποιες συνθῆκες πού ἀνταλακλοῦσαν ἕνα στάδιο οἰκονομικῆς ἐξελίξεως, ἑνός νέου κοινωνικοῦ σχηματισμοῦ. Ἀντίθετα, οί προσπάθειες γιά καθιέρωσιν τῆς δημοτικῆς καί ἄλλες «προοδευτικές» ἀντιλήψεις γιά τήν παιδεῖα ἐπεδιώκαν τήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό
παγιωμένα πρότυπα σχολικῆς ἐκπαιδεύσεως καί τρόπους κοινωνικῆς συμπεριφοράς ἤταν αυτές ποῦ εἶχαν  ἰδεολογικά κίνητρα. Βέβαια αὐτά τά παγιωμένα πρότυπα εἶχαν διαπλασθῆ μέ «αὐθόρμητο» τρόπον, εἶχαν  ἀναδυθῆ μέσα ἀπό κοινωνικές διεργασίες καί δέν εῖχαν ἐπιβληθῆ ἀπό κάποια κυρίαρχη τάξιν.
Ο ἰσχυρισμός ὄτι οί μεταρρυθμίστικές προτάσεις εῖχαν ἰδεολογικά κίνητρα τεκμηριώνεται σήμερα ἀπό τήν ἐξέλιξιν πού ἔχει πάρει τό γλωσσικό πρόβλημα, καί γενικά τό εκπαιδευτικό. Σήμερα οί πᾶντες θρηνοῦν γιά τόν ξεπεσμό τοῦ λόγου.Ο Κορνήλιος Καστοριάδης περιγράφει με δραματικόν  τρόπον τήν παρακμή τῆς παιδεῖας. Λέγει «Εδώ τά σχολεία είναι ανίκανα νά διδάξουν ακόμα καί Ιστορία.Τα παιδιά βαριούνται τό μαθημα της Ιστοριας, ενα μάθημα πού θά έπρεπε να είναι συναρπαστικό.» Πολλά πράγματα, λέγει, πρέπει νά ἀλλάξουν  ἄν
θέλωμε νά μιλήσωμε γιά αληθινή ἐκπαιδευτική δραστηριότητα.Τῶρα ὄλοι ἀντιλλαμβάνονται καί ὀμολογοῦν ὄτι ή γλῶσσα πού χρησιμοποιεῖται σήμερα δέν πληροί τίς ἀπαιτήσεις τῆς ἀκρίβειας, τῆς σαφήνειας καί τῆς ἐκφραστικῆς ποικιλίας. Ἀλλά καί κανεῖς δέν ἔχει νά πῆ κάτι τό συγκεκριμένο, ἥ μάλλον δέν ἔχει τό θάρρος νά προτείνη τήν επιστροφή στήν καθερεύουσα, ἥ τουλάχιστον, σέ κάποια μορφή καθαρευούσης. Η τραγική εἰρωνεῖα εἶναι ὄτι ἀκόμα  καί αυτοί πού ὀμολογοῦν ὄτι χρειάζεται ἀναβάθμισις τῆς γλώσσης διατυπώνουν
τόν λόγο τους μέ τήν ἄξεστη μορφή τῆς δημοτικῆς. Ἡ ἐπιστροφή στήν καθαρεύουσα ἥ κάποια μορφή τῆς καθαρευούσης ὑπαγορεύεται ἀπό πολλούς λόγους. Πρῶτον, γίνεται ἡ ἐπανασύνδεσις μέ τήν ἰστορική μας ἐξέλιξιν καί μέ τίς καταβολές μας. Δεύτερον, ή διδασκαλία τῶν ἀρχαίων τήν ὀποῖαν πολλοί ἀναγνωρίζουν ώς ἀναγκαῖα δέν θά ἀποτελῆ μιάν ἀνιαρή, κουραστική ἄσκησιν γία τήν ἀκμάθησι τῶν ἀρχαίων, διότι ό μαθητής θά ἔχη ἀφομοιώσει ὄλα τά στοιχεῖα τῆς ἀρχαῖας από τήν χρήσιν τῆς καθαρευούσης (Μπαμπινιώτης, το Βήμα)
Εάν κάνωμε μιά ἀναδρομή μέχρι τήν ἀμέσως προ-επαναστατική περίοδο τῆς Ελλάδος θά είδοῦμε μέ ἀπόλυτη διάυγεια ὄτι ό λαός δέν καθοδηγεῖτο ἀπό μίαν παρορμητική ἐνέργεια πού τήν τροφοδοτοῦσαν μυθικές παραστάσεις ἀλλά ἀπό ἐνεργήματα τοῦ πνεύματος. Ενῶ ό λαός ἀγωνίζετο νά ἀποκτήση τήν ἀνεξαρτησία του, ἐμφορεῖτο καί ἀπό τό ὄραμα τῆς δημιουργίας ἑνός κράτους μέ αληθινές πολιτικές ἀρχές, ἀρχές πού θά ἔπρεπε νά ἐναρμονίζωνται μέ τό πνεῦμα πού εἶχε βιώσει ἀπό τήν παράδοσιν, ἀπό τίς ιδέες τῶν προγόνων του. Ἤθελε νά
δημιουργήση ἕνα κράτος οί σκοποί τοῦ ὀποίου θά ὑποτάσοντο στό δικό του αῖτημα γιά δημοκρατική διακυβέρνησιν. Ἤθελε νά ἐντάξη τήν πολιτικήν καί κοινωνικήν του ὀργάνωσιν στήν ἴδια πνευματική τροχιά μέ τίς ἰδέες τῶν προγόνων μας. Ὄπως πολύ εὔστοχα παρατηρεῖ ο Καθηγητής Α. Δεσποτοπουλος, «τα Συντάγματα τής Ελληνικής Επαναστάσεως όσο …καί απρόσφορα γιά τίς πολεμικές συνθήκες…έδειχναν τήν βαθύτερη κλίση τού ελληνικού λαού καί τήν προηγμένη πολιτική ιδεολογία τής φωτισμένης μεριδας του» (Πολιτική Ιστορία τής
Νεωτερας  Ελλάδος, 1979, σ, 28) Μιά κλίσις πού, φυσικά, εῖχε διαμορφωθῆ «αὐθόρμητα» κάτω ἀπό τήν επίδρασιν τοῦ ἐλληνικοῦ πνεύματος, τῆς ἐλληνικῆς παραδόσεως. Ἤταν καί αὐτό από τίς «σεβαστές συνθῆκες», ὄπως λέγει ὁ καθηγητής, πού ἔχει ἀφήσει τό Ελληνικό Εθνος.
Τό πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων ὄλης αὐτῆς τῆς περιόδου, ἡ πολιτική τους δράσις καί ο καθ΄όλου ιδεολογικός προσανατολισμός, όχι μόνον δέν ἀντανακλοῦν τίς ἰδέες τῆς ἀρχούσης τάξεως, ἀλλά μῆτε καί ἐκφράζουν τήν στασιμότητα καί τήν ἀδράνεια. Ἡ νομοθεσία τοῦ Λέωντος τοῦ Σοφοῦ δέν ἀποσκοποῦσε στήν ἐπικύρωσιν τῶν ἐθίμων καί τῶν συνηθειῶν τοῦ λαοῦ ἀλλά  στήν ἐξυπηρέτησιν τῶν κοινωνικῶν ἀναγκαιοτήτων. Ἀναγνωρίζει, δε, τήν ἰσχύ τῶν ἐθίμων ἀλλά θά πρέπη νά ἐπικυρούνται μόνον  ἐκεῖνα τά έθιμα πού εἶναι σύμφωνα πρός τόν
ορθόν λόγον καί ἠθικη.(Νεαραί Ι, 18, 57)
Οί Ἑλληνες τῆς ἐπαναστατικῆς περιόδου δέν μπορεῖ νά εἶχαν ἐπνευσθῆ ἀπό καμία ἀπό τίς ἀναφυόμενες πολιτικές ίδεολογίες, δηλαδη,από τόν Φιλευθερισμό, Συντηρητισμό καί τόν Μαρξισμό διότι οί πολιτικές ιδέες πού ἀσπάζοντο δέν μποροῦν νά ἐνταχθοῦν σέ ἕνα καί μόνον ἀπό τά ἀνωτέρω ἰδεολογικά σχήματα. Στίς περισσότερες χῶρες τῆς Ἐυρώπης οί ιδέες τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας ἤταν ὑπό διωγμόν. Ἐπίσης, ή Ἑλλάδα ἤταν ή μόνη χῶρα πού καθιέρωνε ἄμεση, μυστική καί σχεδόν καθολική ψηφοφορία, καθώς καί τήν ἀρχή τῆς λαϊκής
κυριαρχίας, τήν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καί τήν προστασία τών ἀτομικών δικαιωμάτων (Δεσποτόπουλος ,Ιστορια τῆς Νεωτέρας Ἑλλάδος, σ.28)  Ὁ καθηγητής Δεσποτοπουλος χαρακτηρίζει τό Σύνταγμα τού 1927 «πρότυπο δημοκρατικοῦ Συνταγματος για την εποχην του.(οπου παρ,σ.34). Ιδιαιτέρα σημασία ἔχει ὁ χαρακτηρισμός τοῦ Καθηγητοῦ γιά τήν ἐποχή ἐκείνη σύμφωνα μέ τόν ὀποῖον ή ἐποχή ἤταν μιά διαδρομή ἠθικῶν ἀνάτασεων τοῶ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μιά ἐποχή κατάμεστη ἀπό μεγάλα γεγονότα καί ἀπό επεισόδια συγκλονιστικά.
Η πιό τραγική ἀπόπειρα παραχαράξεως τῆς ἰστορίας καί διαστρεβλωσεως τοῦ νοήματος τῆς Επαναστάσεως εἶναι ή ἐρμηνεῖα πού ἔχει προβληθῆ από τούς σύγχρονους ἕλληνες μαρξιστές, ὄτι ή επανάστασις εἶχε ταξικόν χαρακτῆρα πού μόνον ἰδεολογικό κατασκέυάσμα θά μποροῦσε νά εἶναι. Μόνον ἄτομα μέ βαθειές ἰδεολογικές προκαταλήψεις θά μποροῦσαν νά αμφισβητήσουν ὄτι ἐκείνοι πού  ὑποδάυλισαν, ὀργάνωσαν καί ἐνίσχυσαν οίκονομικά τόν ἀγῶνα ἤταν οί μεγαλοκτήμονες, οί έμποροι, οί πλοιοκτῆτες, οί μορφωμένοι. Βέβαια ή συμμετοχή
τοῦ λαοῦ ὑπῆρξε αυθόρμητη καί καθολική, ἀλλά δίχως τούς πλουσίους καί μορφωμένους ό ἀγῶνας δέν  εἶχε καμία πιθανότητα νά τελεσφορήση. Καί ἐδῶ θά πρέπη νά παρατηρηθῆ ὄτι οί μορφωμένοι κατεῖχαν ὑψηλές θέσεις στό Τουρκικό Κράτος καί ἐν ὄψει τῆς συντριπτικῆς ὑπεροχῆς τοῦ ἐχθροῦ, θά ἔπρεπε νά ἔχουν κάθε λόγο νά μήν θέλουν νά ριψοκινδυνεύσουν  τίς θέσεις τους καί τά προνόμια πού απολάμβαναν . Καί, ὄμως, αὐτοί πού πρωτοστάτησαν στόν ἀγῶνα, τόν χρηματοδότησαν καί ἠγήθηκαν αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος.
Τά κόμματα πού εκροσωπούσαν τήν «Δεξια» δέν είχαν καποιον συγκεκριμένον ἰδεολογικόν προσανατολισμόν ἀλλά μῆτε καί τό  ἐκλογικό πού ἐκπροσωποῦσαν, Οί πολιτικοί καί κοινωνικοί ἀγῶνες πού διεξήγαγε ό λαός ὑπαγορεύετο ἀπό τίς ἐκάστοτε ἀντικειμενικές συνθῆκες. Βέβαια οί σκοποί καί οί επιδιώξεις τού λαού εῖχαν μιά ἐνιαῖα φυσιογνωμία γιατί ή κάθε γενεά εἶχε δεχθῆ τήν ἐπίδρασιν τῶν προγενεστέρων της. Στό πολιτικό προσκήνιο ἐδέσποζαν οί προσωπικότητες τῶν πολιτικῶν ἠγετῶν καί ὄχι οί ιδεολογίες. Τά κόμματα καί ό
λαός καθοδηγοῦντο ἀπό τό ὄραμα τῆς ἐλευθερίας, τῆς εθνικῆς ἀνεξαρτησίας τῆς πολιτικῆς καί οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως τοῦ κράτους καί τῆς προσαρτήσεως  τῶν ἄλλων ἐλληνικῶν ἐδαφῶν, καί εάν ποτέ ὑπῆρξε  κάποια ἐσκεμένη προσπάθεια νά δωθή ιδεολογικός χαρακτῆρας στήν δράσι τοῦ λαοῦ αὐτή ἀποσκοποῦσε στήν σφυρηλάτησιν  τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, στόν φρονηματισμόν τῶν Ελλήνων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ