ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ : ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΠΟΛΙΤΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΝΟΤΟΥ, ΠΡΟΣ ΤΗΝ κ. ΑΓΚΕΛΑ ΜΕΡΚΕΛ

ΧΑΣΙΩΤΗΣ (Στις 11/9/2013, στο ιστολόγιο της olympia.gr, είχα δημοσιεύσει το αγγλόγλωσσο άρθρο μου «A LETTER FROM A CITIZEN OF THE EUROPEAN SOUTH TO MRS ANGELA MERKEL -OPEN LETTER-». Αγγλόγλωσσο γιατί; Διότι πρόθεσή μου ήταν να απευθυνθώ στο μη ελληνικό κοινό, να μπορέσω να μεταφέρω την αγωνία μου για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα σε ανθρώπους αποστασιοποιημένους μεν από την ελληνική τραγωδία, όχι όμως και από το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Δεν γνωρίζω πόσο το κατόρθωσα, αλλά, αυτό δεν με απασχολεί πολύ. Άλλωστε, όταν προσωπικά αρθρογραφώ δημόσια, δεν γράφω με γνώμονα το τι είναι «ευπώλητον», μα το τι με εκφράζει. Εν τούτοις, μου έγινε το τελευταίο διάστημα κάποια κολακευτική για τη ματαιοδοξία μου πρόταση, όταν φίλοι μου που έτυχε να πληροφορηθούν καθυστερημένα το παραπάνω άρθρο μου, με παρακίνησαν να το δημοσιεύσω και στα ελληνικά, θεωρώντας, αν μη τι άλλο, και ανεξάρτητα από το βαθμό που κάποιος θα συμφωνούσε ή όχι με τις απόψεις μου, έχει ένα επίκαιρο ενδιαφέρον ακριβώς διότι βρισκόμαστε καθ’ οδόν προς τις ευρωεκλογές. Έτσι παρακινούμενος, δημοσιεύω λοιπόν το παραπάνω άρθρο στην ελληνική του πρωτότυπη έκδοση και στο ίδιο φιλόξενο μέσο).

 
ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜ. ΧΑΣΙΩΤΗΣ : ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΠΟΛΙΤΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΝΟΤΟΥ, ΠΡΟΣ ΤΗΝ κ. ΑΓΚΕΛΑ ΜΕΡΚΕΛ -ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ-
 

Einigkeit und Recht und Freiheit

sind des Glückes Unterpfand;

 

Ενότητα, δικαιοσύνη και ελευθερία

είναι η βάση της ευτυχίας!

(Από τον εθνικό ύμνο της Γερμανίας εις http://el.wikipedia.org/)

 
 
Κυρία μου
 
Σας απευθύνω αυτή την επιστολή, διότι «τύχη αγαθή» για τη χώρα σας, και κατά δυστυχία μας, η μοίρα σάς επιφύλαξε τη δυνατότητα, ως χώρα, για μια ακόμα φορά να καταστείτε ρυθμιστές ανθρώπινων ψυχών, πολύ περισσότερο από ρυθμιστές οικονομικών και πολιτικών πραγμάτων και καταστάσεων, σε ξένες χώρες, και πάντως στη χώρα μου. Πολύ πρόσφατα, σας παρακολούθησα στο debate που είχατε με τον ηγέτη των σοσιαλδημοκρατών, και πράγματι, μιλήσατε ως καγκελάριος ταυτόχρονα της Γερμανίας και της Ελλάδας.
 
Η χώρα σας βρίσκεται στην Ελλάδα, εδώ και τρία χρόνια υπό το προσωπείο του «αλληλέγγυου εταίρου» και του «σωτήρα», του «αναμορφωτή» των διοικητικών της δομών, όμως, στη δική μου συνείδηση, η παρουσία σας εδώ είναι η παρουσία ενός Κατακτητή, το ίδιο σκληρού, απάνθρωπου και βάρβαρου όπως όλοι οι Κατακτητές που κατά καιρούς πάτησαν –πρόσκαιρα κατά κανόνα- τα χώματα της πατρίδας μου. Δύο βοήθειες προς Κράτη που πράγματι έχουν ανάγκη είναι δυνατόν να εμφανιστούν : βοήθειες με σκληρούς ή λιγότερο σκληρούς όρους, με, όμως, παρόν το στοιχείο του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας της βοηθούμενης χώρας και της αξιοπρέπειας του λαού της, και βοήθειες – «οχήματα» για τον ουσιαστικό πολιτικό έλεγχο της βοηθούμενης χώρας, και ταυτόχρονα όχι απλά σκληρές μα και άδικες κοινωνικά από άποψη επιβαλλόμενων όρων. Η Γερμανία έχει εμπειρία και από τις δύο, από δύο διαφορετικές όχθες. Ως βοηθούμενη, αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, απόλαυσε την πρώτη περίπτωση παραπάνω, και ως βοηθούσα, εμπίπτει στη δεύτερη κατηγορία. Κληθήκατε είναι αλήθεια εδώ, αρχικά, από κάποια ανομιμοποίητη ελλείψει λαϊκής εντολής –στο θέμα αυτό- ελληνική κυβέρνηση. Έκτοτε, παραμένετε στα πλαίσια αυτής της «κλήσεως», που επαναλαμβάνεται από ομοίως -και για τον ίδιο λόγο- ανομιμοποίητες κυβερνήσεις. Τους όρους της βοηθείας σας, ποτέ δεν τους ενέκρινε ο ελληνικός λαός, αντίθετα, ενέκρινε όσους (προεκλογικά) υποσχέθηκαν ότι θα τον απαλλάξουν απ’ αυτούς τους όρους, εξ ου και η έλλειψη νομιμοποίησης όσων τούς αποδέχονται για λογαριασμό του. Μια «κάθοδος» προσχεδιασμένη πολύ πριν επισήμως σας ζητηθεί η «συνδρομή» σας, όπως μια σειρά αποχρώσες ενδείξεις δείχνουν, ότι, ως φαίνεται, χρειάστηκε «μαγείρεμα» επί το χειρότερο των εθνικών μας λογιστικών μεγεθών για να δικαιολογηθεί η άφιξή σας. Η «σωτηρία» σας, είναι ένα «ολοκληρωμένο πρόγραμμα» που οδηγεί σε βέβαιη καταστροφή, και πολύ περισσότερο : θάνατο, όχι μεταφορικά, μα κυριολεκτικά, όπως δείχνουν οι αυτοκτονίες στη χώρα μου.
 
Απευθύνομαι σε σας ως την επικεφαλής της γερμανικής κυβέρνησης, και όχι στη Τρόϊκα, διότι θα υποτιμούσα τη νοημοσύνη και των δυο μας, αν παίζαμε το παιχνίδι του ποιος ουσιαστικά κινεί τα νήματα και ποιος έχει τον ουσιαστικό πρώτο και τελευταίο λόγο σ’ αυτή την επιχείρηση «σωτηρίας» της πατρίδας μου.
 
Υπογραμμίζω, ακόμα, τον πολιτικό χαρακτήρα του παρόντος κειμένου. Δεν κρίνω πολιτικούς στη βάση των ατομικών τους χαρακτηριστικών, κι επομένως ούτε και τις πολιτικές τους, τις κρίνω με βάση αυτά τα ατομικά χαρακτηριστικά. Ακόμα κι όταν απευθυνόμενος σε σας αναφέρομαι στο κείμενο με την αντωνυμία «εσείς», ή «Κυρία μου»,  δεν απευθύνομαι παρά στην καγκελάριο της Γερμανίας και όχι το «άτομο» Άγκελα Μέρκελ. Μάλιστα, ακόμα και σ’ αυτή τη περίπτωση, δεν μου διαφεύγει το πόσο ένας πρωθυπουργός, μια καγκελάριος, ως θεσμικό πρόσωπο, μπορεί να εκπροσωπεί απόψεις που δεν είναι πάντοτε και κατ’ ανάγκη προσωπικές, αλλά, απόψεις που εξισορροπούν επί μέρους άλλες απόψεις, ακόμα κι όταν η κυβέρνηση είναι αμιγής από πλευράς κομματικής, πόσο μάλλον, αν πρόκειται για κυβέρνηση συνασπισμού. Λέγοντας «εσείς», εννοώ «εσείς, ως εκφραστής μιας συγκεκριμένης κυβερνητικής πολιτικής».
 
Είναι συνεπώς τούτη η επιστολή ένα δημόσιο πολιτικό κείμενο κοινοποιήσιμο urbi et orbi.
 

[*]

 
Την άνοιξη του 2010, ένα διεθνές κλιμάκιο «σωτήρων» ήρθε στη χώρα μου. «Διεθνών» τύποις μόνο, στην ουσία, ό,τι αφίχθη στη χώρα μου, ήταν η θέληση του Βερολίνου. Οι «γιατροί» αυτοί ήρθαν για να «σώσουν» τον «ασθενή», στη προκειμένη περίπτωση, την Ελλάδα. Δεν θα μείνω καθόλου στην ουσία της «θεραπείας» που επέβαλαν στη χώρα μου. Ας την περιγράψω μόνο, με τίτλους. Είναι μια πολιτική που σκοτώνει τον «ασθενή» και μάλιστα χωρίς τη χρήση αναισθητικού, ως εάν αυτό κάπως να δημιουργεί περίεργα αισθήματα ηδονής στους θεράποντες «γιατρούς», αφού θα μπορούσαν να τον σκοτώσουν και πιο «ανθρώπινα». Η πολιτική της Τρόϊκα, δηλαδή, η πολιτική σας, δημιουργεί σύγχρονα οικονομικά και κοινωνικά κρεματόρια στα οποία τα θύματα εισάγονται ζωντανά προς «καύση», δηλαδή προς την πλήρη εξαθλίωση. Ακόμα κι αν σταθούμε μονάχα στην οικονομική «ανάγνωση» των Μνημονίων, δεν χρειάζεται κανείς να είναι οικονομολόγος ή να έχει πείρα μεγαλύτερη από τη διαχείριση ενός περιπτέρου, για να αντιληφθεί, ότι η πολιτική αυτή των Μνημονίων, με πρόσχημα την οικονομία, στην ουσία καταλύει την εθνική κυριαρχία της χώρας, την εθνική της ανεξαρτησία, ληστεύει κυριολεκτικώς υπέρ των δήθεν «αλληλέγγυων εταίρων» μας που έσπευσαν να μας «σώσουν» τον εθνικό μας πλούτο, τον ιδιωτικό πλούτο της χώρας, κι όλα αυτά, με μια παράλληλη συμπεριφορά εξευτελισμού των πολιτικών και πολιτειακών θεσμών της χώρας, και του ίδιου του λαού εν τέλει, το οποίο οδηγεί στην άκρα ανέχεια. Εδώ αυτό που συνέβη είναι τούτο : ήρθε ενώπιον των «γιατρών» αυτών ένας ασθενής που είχε καταπιεί ένα κόκκαλο και κινδύνευε με ασφυξία, κι αυτοί, αφού άρχισαν να τον υβρίζουν και να τον προπηλακίζουν, αφού τον διαπόμπευσαν, στη συνέχεια ως θεραπεία του έφραξαν τον λαιμό με ακόμα περισσότερα κόκκαλα!
 
Η μνημονιακή πολιτική, ακόμα, στο ήθος της και στο ύφος της, υπολείπεται και του αντίστοιχους ήθους και ύφους της συμπεριφοράς ενός τοκογλύφου. Δεν είναι βαριά η λέξη, και πάντως, εγώ έτσι αντιλαμβάνομαι το πράγμα. Διότι ο τοκογλύφος, άπαξ και θέσει τους αρχικούς του όρους «συνεργασίας» τους τηρεί μέχρι το τέλος της συμφωνηθείσας περιόδου, και δεν εμφανίζεται κάθε ένατη Παρασκευή, στις δώδεκα το βράδυ, να σου θέτει συνεχώς νέους όρους και συνεχώς επαχθέστερους σε σχέση με την όποια αρχική συμφωνία. Κατά τα λοιπά, και οι δυό, οι «σωτήρες» μας και ο τοκογλύφος, έχουν ένα κοινό : δεν διστάζουν να σε υπερδανείσουν, να σε «διευκολύνουν», να σε «βοηθήσουν», πάντα με τη προοπτική στο τέλος να σου πάρουν τα πάντα, όταν το βάρος της «βοήθειας» καταστεί δυσβάστακτο και γονατίσει τον βοηθούμενο. Άλλωστε η όποια βοήθεια σταματά, όταν τα περιουσιακά στοιχεία του «βοηθούμενου» παύουν να καλύπτουν το ύψος της «βοήθειας».
 
Ξέρετε, δεν υπάρχει μόνο η δόλια χρεοκοπία. Υπάρχει και η δόλια «διάσωση», όταν ο «διασώστης», στην ουσία σε εξωθεί προς την καταστροφή για ίδιον όφελος, επιβάλλοντας στο θύμα του συνειδητά πολιτικές καταστροφικές για το ίδιο, που στην περίπτωσή μας, μπορεί να είναι ένα «μίγμα» ωφελειών για τον «διασώστη», ταυτόχρονα οικονομικών, πολιτικών και γεωστρατηγικών.
 
Τα πράγματα όμως είναι πολύ πιο σοβαρά από τη περίπτωση να έχουμε να κάνουμε με μια λάθος «οικονομική» πολιτική. Το τονίσαμε ήδη, αλλά το σημείο αυτό είναι ανάγκη να το επαναλαμβάνουμε συχνά, το «οικονομικό» στοιχείο στα Μνημόνια δεν αποτελούν παρά το προσωπείο που επιχειρεί να κρύψει το πραγματικό πρόσωπο της Αθλιότητας που περιφέρεται στη χώρα μου δηλώνοντας ότι είναι ο «σωτήρας» μας.
 
Στη δική μου ερμηνεία των πραγμάτων, ο στόχος της γερμανικής παρουσίας στη χώρα μου, με αφορμή τη κρίση είναι εμφανής : Ήρθε να επιβάλλει την καθολική κυριαρχία της, τη πλήρη θέλησή της, να ελέγξει πλήρως την εθνική και ιδιωτική οικονομία της Ελλάδας, να τη λεηλατήσει εν συνεχεία, και να ελέγξει πλήρως την πολιτική λειτουργία της χώρας. Όλα αυτά με μια λέξη σημαίνουν : ΚΑΤΟΧΗ! Το στοιχείο του εξευτελισμού της ίδιας της ελληνικής κυβέρνησης από παρεμβάσεις της Τρόϊκας, σε μένα τουλάχιστον είναι απολύτως ορατό. Μη με κατηγορήσετε για συνωμοσιολογία, ότι όλα συνωμοτούν σε βάρος της Ελλάδας : μακριά από μένα τέτοια προσέγγιση. Απλά περιορίζω στην Ελλάδα μια πολιτική με πολύ ευρύτερες στοχεύσεις, που αφορούν αριθμό «περιφερειακών» ευρωπαϊκών λαών που έχουν προγραμματιστεί να παίζουν το ρόλο του «φτηνού εργατικού δυναμικού», με ανάλογα εργασιακά και κοινωνικά (και πολιτικά συνεπώς) δικαιώματα. Η χώρα σας, παλιότερα, το Τρίτο Ράιχ, αυτούς τους «υπανθρώπους» τους είχε προσδιορίσει με θαυμαστή γεωγραφική ακρίβεια περίπου στα όρια των σημερινών χωρών που φλερτάρουν με τη προοπτική να καταστούν «ειδικές οικονομικές ζώνες» της Ευρώπης, δηλαδή της γερμανικής ατμομηχανής, που χρειάζεται συνεχώς μπόλικο και φτηνό «κάρβουνο» για να κινείται. Αν εστιάζω στην Ελλάδα, το κάνω για δύο λόγους : Πρώτον, διότι υπάρχει ένας περιορισμός στην έκταση αυτού του κειμένου, και δεύτερον, διότι η χώρα μου είχε τη «τιμή» να αποτελέσει το πρώτο «πειραματόζωο» αυτού του νέου εγχειρήματος.
 
Την ίδια στιγμή, αυτή η «σωτήρια πολιτική», η πολιτική των Μνημονίων, δημιούργησε στη χώρα μου συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης, που επιμελώς αγωνίζονται να κρύψουν και να υποβαθμίσουν το μέγεθός της. Όμως, όσο κρύβουν αυτή τη πραγματικότητα, (πέραν του ότι μια Δημοκρατία που αρχίζει να φοβάται και να κρύβει τη πραγματικότητα ολισθαίνει προς ολοκληρωτικές πρακτικές και αντιλήψεις), πετυχαίνουν το αντίθετο : μεγαλώνουν οι φήμες, κάτι χειρότερο γι’ αυτούς απ’ ό,τι αν παρουσίαζαν ολόκληρη την αλήθεια.
 
Και ας σημειώσω από τώρα κάτι στο οποίο θα επανέλθω λίγο παρακάτω : Αυτή η ανθρωπιστική κρίση, ισχυρίζομαι ότι συνιστά μια οιονεί γενοκτονία, και ως τέτοια στη συνείδησή μου ερμηνεύεται, και ως τέτοια ελπίζω κάποια στιγμή να αντιμετωπισθεί, όταν το Δίκαιο στην Ευρώπη και στη χώρα μου επανέλθει από τον τόπο εξορίας του, και η Δικαιοσύνη πράξει ό,τι οφείλει.
 

[*]

 
Κυρία μου
 
Προκειμένου η χώρα σας να προωθήσει τον στόχο της, της πανευρωπαϊκής της ηγεμονίας, αρχίζει να ανασύρει απ’ την ιστορική της παράδοση οικείες σ’ αυτή στρατηγικές και πολιτικές. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι χαρακτηριστική, με ξεκάθαρο στόχο : η ουσιαστική αποικιοποίηση της χώρας. Ούτε αποικία χρέους, ούτε τίποτα άλλο : αποικία με τα όλα μας! Δεν πρέπει να παίζουμε με τα λόγια σε τέτοιες περιπτώσεις. Για το λόγο αυτό, η προπαγάνδα επιστράτευσε κάθε είδους αθλιότητα κατασυκοφάντησης της χώρας μου και του λαού της, μια προπαγάνδα που αναδύει «άρωμα» ολοκληρωτικής αντίληψης και νοοτροπίας «παλαιών καλών ημερών», όπως, ανάμεσα σε άλλα, το ολοκληρωτικής σύλληψης και προώθησης επιχείρημα της συλλογικής ευθύνης, που εδώ, στην Ελλάδα προωθήθηκε κατά κόρο, με μαέστρο της χώρα σας, τη κυβέρνησή σας, πρώτα βιολιά τους παραδοσιακούς σας συμμάχους σε όλες σας σχεδόν τις ηγεμονικές εξορμήσεις κατά το παρελθόν, και ως δεύτερα άθλια βιολιά, ακόμα και ντόπιους οργανοπαίχτες –ευτυχώς μια χούφτα ανθρώπων, όπως πάντα- που εντάχθηκαν στην ορχήστρα σας, που ανέλαβαν να παπαγαλίζουν τη δική σας προπαγάνδα.
 
Μια «ενάρετη, «οργανωμένη» και οικονομικά «επιτυχημένη» χώρα, μια χώρα «τιμητής της ηθικής», με οικονομική και πολιτική ισχύ ευρωπαϊκής προς το παρόν εμβέλειας, με ένα λαό ανάλογων προσόντων, αποφάσισε «μεγαλόψυχα», να «βάλει το χέρι της στη τσέπη» της και να μας «σώσει», αν και τελείως «εκ τύχης», από καθαρή «αμέλεια», αντί να βάλει το χέρι στη δική της τσέπη, το έβαλε στη τσέπη εκείνου που υποτίθεται ότι θα έσωζε, παίρνοντάς του τα «ρέστα του». Στην Ιστορία αρκετοί επίγειοι «Σωτήρες», ήταν κατά κανόνα ολετήρες. Ποιος είναι ο «σωτήρ» και ποιος ο «σωζόμενος» εν προκειμένω; Τον πρώτο μόλις τον περιέγραψα. Ο δεύτερος; Ο «σωζώμενος»; Α! η Ελλάδα, ο λαός της δηλαδή, είναι μια χώρα «τεμπέληδων», «διαφθαρμένων» και «κακομαθημένων», που ζούσε πάνω από τις οικονομικές του δυνατότητες, κι εδώ έρχεται και κολλάει η θεωρία της συλλογικής ευθύνης : ένας κλέφτης, όλοι κλέφτες, ένας τάφαγε, όλοι μαζί τα φάγατε. Κάπως έτσι εξηγείται και το μεσαίο κελτικό δάκτυλο που υψώθηκε σε γερμανικό έντυπο, κάτι που ουδόλως, όπως εκτιμώ δυσαρέστησε το φιλοθεάμων κοινό, ένα δάκτυλο που σχηματοποιεί το περίγραμμα ενός γερμανικού φαλλού, και περιγράφει με σαφήνεια όχι μονάχα ότι θα τιμωρηθούμε μα και με ποιον τρόπο θα τιμωρηθούμε.
 
Η εκδικητική και ταυτόχρονα τιμωρητική διάθεσή σας, είναι εμφανής στη περίπτωση της χώρας μου, όπως πρόσφατα και στη περίπτωση της Κύπρου, μάλιστα δε, στη τελευταία αυτή περίπτωση, σύμφωνα με χαρακτηρισμούς που δεν ανήκουν σε μένα, αλλά και δεν τους απορρίπτω, εκδηλώθηκε μια επέμβαση με χαρακτηριστικά γκανγκστερικού τύπου. Πράγματι, τρόμαξα περισσότερο και από την περίπτωση της Ελλάδας, διότι με τρόμο πια συνειδητοποιώ, ότι δεν υπάρχει απλά κάτι σάπιο που πλανιέται στην Ευρώπη, μα ότι αυτό το σάπιο είναι ενσταλαγμένο μέσα σε θεσμούς. Μια χώρα που τόλμησε να ψελλίσει ένα «όχι» στους όρους του θανάτου της, διότι αυτό της πρότειναν, απλά, τη γδάρανε ζωντανή και με συνοπτικές διαδικασίες! Και η αθλιότητα του πράγματος, κι εκεί όπως κι εδώ στην Ελλάδα, είναι ότι ζητάνε προηγούμενα αποφάσεις του Κοινοβουλίου, που να επικυρώνει «ελευθέρως» ό,τι προτείνουν, αλλά αν δεν τα επικυρώσει, ιδού, το προηγούμενο της Κύπρου! Η Δημοκρατία, κατάντησε ένα ζόμπι, το οποίο καμωνόμαστε ότι είναι μια λαμπρή και όμορφη πραγματικότητα! Αυτή η τιμωρητική και εκδικητική διάθεση, είναι εν μέρει εγγενής σε κάθε Μεγάλη Δύναμη όταν κάποια άλλη χώρα ή λαός τής εναντιώνεται, και εν μέρει, ειδικά στη σημερινή Γερμανία, όπως εγώ εκτιμώ, οφείλεται και σε έναν μεγαλοϊδεατισμό αυτής της χώρας, που, πιστεύω, ποτέ δεν εξέλιπε οριστικά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, κι απλά, περίμενε να έρθει η ώρα της, και όπως εκτιμά, ήρθε. Ειδικώς για την Ελλάδα, το γεγονός ότι οι δύο χώρες, ποτέ δεν βρέθηκαν στους μεγάλους Αγώνες της Ευρώπης και της Υφηλίου από την ίδια πλευρά, δύο χώρες δηλαδή παραδοσιακά εχθρικές στις στιγμές των μεγάλων επιλογών ανάμεσα στο τι η καθεμία θεωρούσε Δίκαιο και τι όχι, πρέπει κι αυτό να συντέλεσε στην εχθρική συμπεριφορά της Γερμανίας προς τη χώρα μας, στον ίδιο βαθμό ίσως, που είναι επίσης η ευδιάκριτη η συμπάθειά της προς χώρες ιστορικά συμμάχους της ή έστω δεν είχαν αντιταχθεί, όταν παλαιότερα, η Γερμανία επιχειρούσε να εγκαθιδρύσει τη χιλιόχρονη κυριαρχία της στην Ευρώπη. Παραμένει όμως πάντα προς επιστημονική τουλάχιστον διερεύνηση, το γιατί μια χώρα, ένας λαός, όπως Κυρία μου η χώρα σας και ο λαός σας, που τόσο ευνοήθηκαν από άλλες χώρες και άλλες Δυνάμεις, όταν οι τελευταίες θα μπορούσαν κυριολεκτικά να είχαν εξαφανίσει το γερμανικό Κράτος, αντίθετα, συμπεριφέρθηκαν στη χώρα και το λαό σας ως να μην ήταν ο ηττημένος ενός πολέμου πρωτόφαντου για τη βαρβαρότητά του, και για τον οποίο ήταν ο αποκλειστικός υπεύθυνος, αλλά, συμπεριφέρθηκαν στη χώρα σας ως να είχε βγει ας πούμε από μια μεγάλη οικονομική καταστροφή, δίνοντάς της χρόνο και χώρο για να αναρρώσει χωρίς να περιέλθει ο λαός της σε κατάσταση ανθρωπιστικής κρίσης. Κι αυτό έπρεπε να γίνει! Δυστυχώς, όμως, μου δίνετε το δικαίωμα να πω, πως, ακόμα κι αυτό, δεν κατόρθωσε να μαλακώσει τη ψυχή και τη καρδιά μιας χώρας και ενός λαού, που εδώ οι πατεράδες, οι μανάδες, οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, που είχαν ζήσει στη Κατοχή της περιόδου 1941-1944, περιέγραφαν ως ένα «πολύ σκληρό λαό». Ίσως πείτε ότι σε μια Κατοχή, δεν θα ήταν δυνατό να είχαν άλλη εικόνα οι κατακτημένοι. Συμφωνώ. Υπενθυμίζω μονάχα, ότι εκείνη την περίοδο είχαμε τριπλή Κατοχή : ιταλική, βουλγαρική και ιταλική. Για σας και τους Βούλγαρους πάντως, (κι αυτοί παραδοσιακοί σας σύμμαχοι), ακούστηκαν τα χειρότερα, και σχεδόν ελάχιστα για τους Ιταλούς. Τυχαίο;
 
Στη χώρα μου λέμε : κανένας δεν είναι πιο αχάριστος από τον ευεργετηθέντα!
 
Καταστήσατε σαφή Κυρία μου, τη φιλοσοφία και ιδεολογία της πολιτικής σας για τη «σωτηρία» της χώρας μου, απ’ τη πρώτη στιγμή της αφίξεώς σας εδώ. Μια πολιτική, που ορισμένα σημεία της, προσωπικά, μπορώ να τα ερμηνεύσω μονάχα με ανάλογες αναφορές στη περίοδο του Μεσοπολέμου τον προηγούμενο αιώνα, και, ως προς άλλα σημεία της, με αναφορές σε δεδομένα του 19ου ή και του 18ου αιώνα. Πυρήνας της πολιτικής σας, η επέκταση του εθνικού ζωτικού σας χώρου, και η κυριαρχία σ’ αυτόν. Καμία αίσθηση νομιμότητας δεν πρόκειται να υπερισχύσει του στόχου σας αυτού. Ό,τι μπορεί η Γερμανία να επιβάλλει, υπό την νυν ηγεσία της και την νυν πολιτική της, θα το επιβάλλει, με κάθε δυνατό τρόπο. Ό,τι δεν μπορεί να αντιταχθεί στη Δύναμη αυτή, δεν του αρμόζει κάποιος ρόλος στη σκηνή της Ευρώπης μα και της Ιστορίας. Αυτό είναι που αντιλαμβάνομαι για την πολιτική σας εδώ στην Ελλάδα μα και στην Ευρώπη. Παρόλα αυτά, η ελπίδα μου βρίσκεται στο ότι η Γερμανία, και αναφέρομαι σ’ αυτή διότι αυτή είναι που σε τούτη τη συγκυρία απειλεί τη χώρα μου και μένα, συστημικά αποτυγχάνει στις ηγεμονικές της προσπάθειες, διαπράττοντας σχεδόν τα ίδια ιστορικά και στρατηγικά λάθη. Ιδίως δε, το λάθος ότι ούτε η φυσική, ούτε η κοινωνική ούτε η πολιτική εξέλιξη επιβεβαιώνουν ότι αρκεί από μόνη της μια «γυμνή» «Δύναμη», να επιβληθεί σε ασθενέστερους με βάση μόνο την υπεροχή της στο σκέλος αυτό, χωρίς ταυτόχρονα να διαθέτει και σημαντικά σημεία υπεροχής σε άλλους τομείς, όπως την ευελιξία, την διπλωματία, κ.λπ., τομείς στους οποίους η Γερμανία δεν διακρίνεται, σε αντίθεση με άλλες Δυνάμεις. Η Γερμανία, για να το πω απλά, έχει ένα «χάρισμα», να δημιουργεί εύκολα εχθρούς και δύσκολα φίλους, κι ακόμα χειρότερα, να κρατά πολύ δύσκολα τις φιλίες της, και επί πλέον, να δρα ως ταύρος εν υαλοπωλείω. Αυτό της το «χάρισμα», θα αποβεί και πάλι μοιραίο για την ίδια, λυπούμαι δε να πω, ευτυχώς για μας, διότι θάθελα η υπόθεση της ουσιαστικής πολιτικής ευρωπαϊκής ενοποίησης να είχε προχωρήσει τόσο, ώστε να θεωρείται «φυσιολογικό» να μιλώ για τον Γερμανό όπως θα μιλούσα για έναν συμπατριώτη μου, και ένας Γερμανός από τη Βεστφαλία να μιλά για έναν Έλληνα όπως θα μιλούσε για ένα Γερμανό από τη Θουριγγία. Επί του παρόντος, ο τελευταίος υψώνει υποτιμητικά το μεσαίο του δάκτυλο προς τον πρώτο, και ο πρώτος, αντιδρώντας, φυσικά δεν έχει πρόβλημα να ανταποδώσει τα ίσα.
 
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που οι πολιτικές «σωτηρίας» που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα, αποτελούν μνημείο καταπάτησης δικαιωμάτων ατομικών, εθνικών, κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών, που δεν καθορίστηκαν ως τέτοια εγχωρίως από ένα λαό «τεμπέλη» και «διαφθαρμένο» και ένα πολιτικό σύστημα ομοίως διαφθαρμένο, μα αποτελούν δικαιώματα που αποτελούν κεκτημένο σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Στη χώρα μας, το Σύνταγμα της Ελλάδας στην ουσία έχει μετατραπεί, υπό το βάρος των γερμανικών πιέσεων και απαιτήσεων, κουρελόχαρτο, (κάτι που το λένε όχι μόνο πολιτικοί μα και έγκριτοι νομομαθείς εδώ στη χώρα μου), κι αυτό βεβαίως θα το επιτυγχάνατε πιο δύσκολα, όχι μόνο αν βρίσκατε εδώ πολιτικές δυνάμεις λιγότερο πρόθυμες, μα αν, προηγούμενα δεν είχατε μεταβάλει σε κουρελόχαρτα τις πλέον θεμελιώδεις πρόνοιες των ιδρυτικών συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν προέβλεπαν μα αξίωναν την ισοτιμία των Κρατών – Μελών της και πολύ περισσότερο την άμεση ή έμμεση ανάμειξη της μιας στα πολιτικά πράγματα της άλλης. Αυτές οι πρόνοιες ούτε σαν καρικατούρες δεν υφίστανται πια, και ο «γερμανικός παράγων» έχει μια αξιόλογη ευθύνη γι’ αυτό. Ό,τι συμβαίνει, για την ακρίβεια, ό,τι επιβάλλεται σήμερα στη χώρα μου μέσω των πολιτικών των Μνημονίων, στη δική μου ερμηνεία των πραγμάτων έχει το «άρωμα» του ολοκληρωτισμού, στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται το αίτημα της καθυπόταξης της συνείδησης και της προσωπικότητας των πολιτών, κύρια μέσω της στρατηγικής και ανάλογων πολιτικών εκφοβισμού στις πιο ακραίες εκφάνσεις του και υπό τις πιο ακραίες μορφές του. Δεν μιλάμε απλά για ζητήματα «δημοκρατικής εκτροπής». Στη χώρα μου μα και στην Ευρώπη, βιώνουμε, αλλού πιο γοργά και πιο φανερά, αλλού πιο σιγά και πιο συγκαλυμμένα, την αφύπνιση του θηρίου της βαρβαρότητας, που ως βρικόλακας βγήκε από τον τάφο του τρομοκρατώντας κάθε ζωντανή ύπαρξη.
 
Από την άλλη, μιας και ο κυνισμός περισσεύει, ιδίως όταν προβάλλεται ως «ρεαλισμός», θα έδινε ίσως το δικαίωμα να μας πει κάποιος : «Είναι πρόβλημά σας αν εσείς υποκύπτετε σε πιέσεις και καταπατείτε το ίδιο σας το Σύνταγμα». Ναι, είναι αλήθεια ότι αυτό μπορεί να λεχθεί, όμως, οι έννομες συνέπειες των πράξεων της αθλιότητας είναι αυτοτελείς και ομοίως αυτοτετελώς καταλογίζονται, ανεξάρτητα από τις ευθύνες κάθε άλλου «αντισυμβαλλόμενου» στο ίδιο άθλιο γεγονός. Έτσι, μόλις η νομιμότητα εδώ ή στην Ευρώπη αποκατασταθεί, δεν θα αναγνωρίσει καμία πράξη που έγινε κατά παράβαση εθνικών και κυρίως διεθνών και ευρωπαϊκών κανόνων Δικαίου, ανεξάρτητα το πόσες υπογραφές έπεσαν και ποιοι τις έβαλαν, σε κείμενα με περιεχόμενο παράνομο και καταχρηστικό. Πόσο μάλλον όταν τεθεί θέμα ελέγχου της νομιμοποίησης των αντισυμβαλλομένων, δηλαδή ποιος και δυνάμει ποιας ρητής εντολής του νομίμου εντολέα του, του ελληνικού λαού, συμφώνησε ό,τι συμφώνησε και υπέγραψε ό,τι υπέγραψε. Αυτό ισχύει τόσο από την «εδώ μεριά», την ελληνική, όσο όμως και «από την εκεί μεριά», τη δική σας, διότι ο Νόμος δεν συγχωρεί την αμέλεια του ενός συμβαλλομένου να ελέγχει την ύπαρξη εξουσιοδότησης και του περιεχομένου της εξουσιοδότησης του εκπροσώπου του κυρίου του διαπραγματευομένου πράγματος ή υπόθεσης. Κι επειδή στη Τρόϊκα μετέχουν και θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κι αυτοί κάποια στιγμή θα κληθούν να λογοδοτήσουν και ξεκαθαρίσουν τόσο το ποιοι ήταν οι νόμιμοι εντολείς τους, και ποιες οι εξουσίες που αντλούν από τις ιδρυτικές, τις θεμελιώδεις Συνθήκες της Ένωσης, και αν όλες οι ενέργειές τους, σε σχέση με το «ελληνικό πρόβλημα», για να παραμείνω μόνο σ’ αυτό, ήταν απολύτως σύννομες, με βάση αυτές τις Συνθήκες και πρόνοιες.
 
Η Τρόϊκα, και στη δική μου αντίληψη των πραγμάτων, η κυβέρνησή σας, Κυρία μου, υποχρέωσε την ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική Βουλή να ενεργήσουν σε κρίσιμες στιγμές, κατά τρόπο εξευτελιστικό, που ατομικά, ως Έλληνας, δεν το ανέχομαι και επιθυμώ αυτή σας τη συμπεριφορά να την καταγγείλω, urbi et orbi. Δεν πρόκειται εδώ να καταρτίσω κατάλογο των πιέσεών σας που αποσκοπούσαν, περισσότερο και από την κρισιμότητα της επικαλούμενης υπόθεσης, ακριβώς στο να εξευτελίσουν τους θεσμούς της Δημοκρατίας της χώρας μου. Ενδεικτικά και μόνο να υπενθυμίσω υπό ποίες συνθήκες και μη αποκρυπτόμενες ομοίως αφόρητες πιέσεις, ψηφίστηκαν κρίσιμοι μνημονιακοί νόμοι, και τα ίδια τα Μνημόνια. Νόμοι πολλών εκατοντάδων σελίδων, εισήγοντο στη Βουλή προς συζήτηση και ψήφιση κυριολεκτικά λίγες μόνο ώρες μετά τη διανομή τους στους βουλευτές, όταν ο χρόνος αυτός, δεν επαρκούσε ούτε για μια απλή ανάγνωση με κάποια μέθοδο ταχείας ανάγνωσης, πόσο μάλλον για την οφειλόμενη μελέτη τους, πάντοτε με τη δήλωση των δανειστών, δηλαδή Κυρία μου, υμών, ότι αν δεν εψηφίζοντο σύμφωνα με την απαίτησή σας, δηλαδή, αν δεν εψηφίζοντο χωρίς οι ψηφίζοντες να γνωρίζουν τι ψηφίζουν, θα διεκόπτετο η τρέχουσα δόση και ο ίδιος ο δανεισμός, κάτι που αν συνέβαινε, προσωπικά θα το θεωρούσα ευτύχημα, εφόσον την ίδια στιγμή, ανακοινώνονταν και στους «δανειστές» πως, μέχρις ότου η ελληνική οικονομία ανακάμψει, δεν έχουν να λάβουν τίποτα απολύτως, τα Μνημόνιά τους ως μνημεία διεθνούς παραβατικότητας κρίνονται άκυρα και χωρίς ισχύ, και τουλάχιστον, όταν οι εκβιαστές αντικατασταθούν από ανθρωπινότερους εκπροσώπους, ό,τι βγάζει, ό,τι παράγει και ό,τι εσοδεύει το ελληνικό Κράτος, θα πηγαίνει αποκλειστικά στη κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού του και της λειτουργίας του. Και σε ό,τι αφορά το ευρώ, μιας και είμαι πεπεισμένος, ότι η Γερμανία ουδόλως ενδιαφέρεται γι’ αυτό ως νόμισμα «ευρωπαϊκό», παρά μόνο ως νόμισμα, που ανεξάρτητα από το πώς ονομάζεται εξυπηρετεί αποκλειστικά τα γερμανικά συμφέροντα, λοιπόν, ένα νόμισμα που απλά με σύρει στο βυθό της θάλασσας, δεν το υποστηρίζω, διότι για να πάω στο βυθό, το μπορώ και μόνος μου, όπως μπορώ και μόνος μου να οδηγηθώ στο θάνατό μου, χωρίς να είναι ανάγκη να ξεπουληθώ προηγούμενα ώστε κάποιος άλλος να με οδηγήσει στο «μοιραίο». Υπ’ αυτές τις συνθήκες Κυρία μου, και άλλες αθλιότερες, -όπως π.χ., οι δημόσιες καταγγελίες ότι η Τρόϊκα εδώ, λειτούργησε ακόμα και ως αντζέντης, συγκεκριμένων ελληνικών επιχειρηματικών συμφερόντων, και δικαιούμαι να προβάλλω την υπόνοια : ανιδιοτελώς;- η Νέα Κατοχική Δύναμη, επιβάλλει τον νόμο της, ένα νόμο αντάξιο κάθε Κατοχικής Δύναμης.
 
Την ίδια στιγμή, δεν μπορώ να μη διακρίνω και μια άλλη επιδίωξη των Μνημονίων, που προκύπτει από τις ίδιες τις ρυθμίσεις που επιβάλλει να μη δημιουργηθεί «κακό προηγούμενο», για το ποιος πρέπει να πληρώνει το λογαριασμό σε μια περίπτωση κακοδιαχείρισης -και όχι μόνο- της εθνικής οικονομίας. Εδώ, ακόμα και το ολοκληρωτικής έμπνευσης επιχείρημα της συλλογικής ευθύνης, ούτε αυτό δεν εφαρμόζεται, διότι κάτι άλλο  αθλιότερο ισχύει : τον λογαριασμό θα τον πληρώνουν τα συνήθη υποζύγια που είναι οι μισθωτοί και συνταξιούχοι και εξ αντανακλάσεως, μέσω των επιπτώσεων που θα έχει η εξαθλίωσή τους στην εθνική οικονομία, θα την πληρώνει και η μέση επιχειρηματική τάξη, αν και, σε περιόδους «μεγάλων παιχνιδιών», προσωπική μου άποψη είναι ότι και το μεγάλο εθνικό κεφάλαιο της χώρας που δέχεται την «επίθεση», δεν θα γλυτώσει ούτε αυτό από τη βουλιμία του Κατακτητή. Αυτά τα συνήθη υποζύγια, αφού επί τρία χρόνια ληστεύθηκαν οι μισθοί και οι συντάξεις τους, αφού οι φόροι κάθε είδους, άμεσοι και έμμεσοι, κυρίως δε οι πρώτοι, κούρεψαν στην ουσία τις καταθέσεις τους, επειδή πια τώρα ούτε κι αυτές αρκούν, τους ζητάτε να πουλήσουν όσο – όσο την όποια τους ακίνητη και κινητή περιουσία, που είναι βέβαιο, ότι υπό την μνημονιακή πολιτική, κι αυτό μονάχα πρόσκαιρα θα τους ανακουφίσει, αφού πολλοί απ’ αυτούς ήδη είναι άνεργοι, άστεγοι, και με χρέη που ήδη έχουν πολλαπλασιασθεί τη τελευταία τριετία. Αν αυτή η «παράδοση» ανατραπεί θα είναι κάτι το καταστροφικό, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι το βεληνεκές της μεγαλοδιαπλοκής και της μεγαλοαπάτης, συνήθως φτάνει ως τις πρωτεύουσες χωρών και τις έδρες κυβερνήσεων, που έχουν εύλογα ενδιαφέροντα και συμφέροντα να διευθετήσουν, όσο πιο διακριτικά και αθόρυβα γίνεται εκείνα τα ζητήματα που είναι και οι ίδιοι μπλεγμένοι, και συνήθως αφορούν την αφρόκρεμα της συντελεσθείσας απάτης και της διαπλοκής.
 
Κυρία μου
 
Τα Μνημόνιά σας, προπαγανδίστηκαν ως «Μονόδρομος» για τη «σωτηρία» της Ελλάδας. Θα συμφωνήσω με τη προπαγάνδα σας ως προς τούτο : ο μόνος δυνατός τρόπος, για να πετύχει κανείς ταυτόχρονα, τόσο άθλιους στόχους, είναι πράγματι ο δρόμος των Μνημονίων.
 
Διότι άλλος τρόπος υπήρχε. Ακόμα και η μετριότητά μου θα μπορούσε να υποδείξει άλλους δρόμους διάσωσης και της χώρας μου και των συμφερόντων σας. Όμως, η «διάσωση» της Ελλάδας, δεν υπήρξε παρά το πρόσχημα για να επέλθει η Νέα Κατοχή στη χώρα μου. Τίποτα άλλο δεν εξυπηρετούσε και δεν εξυπηρετεί η «βοήθειά» σας, έξω απ’ αυτόν τον στόχο, τον τόσο ξεκάθαρο.
 
Όμως, η Γερμανία, διαπράττει σήμερα το ίδιο στρατηγικό λάθος που διαπράττει για πάνω από εκατό χρόνια τώρα, για να μείνω σ’ αυτή μονάχα τη περίοδο, πράγμα βεβαίως ελπιδοφόρο για μας…
 
Επιδιώκει να επικρατήσει βίαια στην Ευρώπη, την οποία θεωρεί ως ένα «μέγεθος» που βρίσκεται μέσα στα όρια της ισχύος της, ώστε να κυριαρχήσει πάνω της. Ακόμα και ο οικονομικός πόλεμος που διεξάγει, έχει ένα βίαιο και «μιλιταριστικό», άρωμα, όσο κι αν τα όπλα δεν είναι τα κλασικά στρατιωτικά. Είναι μια «αίσθηση», μια «αντίληψη» την οποία δεν εννοεί να αποβάλλει παρά το γεγονός ότι η οικτρή διάψευση αυτής της αντίληψής της, την έφερε τουλάχιστον δύο φορές στο χείλος της εξαφάνισής της, ως κρατικής οντότητας. Η Γερμανία είναι περίπου του αυτού «μεγέθους» με την Γαλλία και την Ιταλία (μένουμε πάντα στο χώρο της ηπειρωτικής Ευρώπης) και το μόνο που διακρίνει τη Γερμανία απ’ αυτές τις δύο χώρες, είναι το είδος της αντίληψης που έχει για τα μέσα «κυριαρχίας» της στην Ευρώπη, προκειμένου να διεκδικήσει τον ζωτικό της χώρο. Ευτυχώς γι’ αυτήν, που ο Βρετανικός Λέων, αισθάνεται πολύ άνετα με τη Κοινοπολιτεία του και τις ΗΠΑ, απ’ ό,τι με την Ευρώπη, ενώ η Ρωσία, παραδοσιακά, ποτέ δεν θεώρησε, ως υπερδύναμη που ήταν, και που φιλοδοξεί να ξαναγίνει, ότι θα ήταν ποτέ να ενταχθεί σε μια ένωση Κρατών στα οποία η Μόσχα δεν θα είχε την αδιαμφισβήτητη ουσιαστική πρωτοκαθεδρία. Βεβαίως, και ως προς τη Γαλλία και την Ιταλία και ως προς όλες τις λοιπές χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, από οικονομική άποψη, αλλά μονάχα ως προς αυτήν, διαθέτει ένα «υπερέχον» αδιαμφισβήτητα «μέγεθος», όμως, η οικονομική υπεροχή δεν αρκεί να σε προσδώσει ηγεμονικά χαρακτηριστικά, και πάντως, σε βάση μακροπρόθεσμη. Και η σημερινή Γερμανία, πνιγμένη στον ηγεμονικό της μεγαλοϊδεατισμό, φαίνεται να αγνοεί ακόμα και αυτή τη κρίσιμη «λεπτομέρεια», απολαμβάνοντας την οικονομική «ηγεμονία» της, που όλως συγκυριακά, όπως πιστεύω, της δίνει και μια σημαντική μεν αλλά πρόσκαιρη, πολιτική ηγεμονία, που της επιτρέπει να παίζει τον ρόλο του Ηγεμόνα της Ευρώπης. Η «ηγεμονία» της αυτή, όμως, είναι χτισμένη στην άμμο. Η Ευρώπη, συνολικά, είναι ένα πολύ μεγάλο ψάρι για το στόμα της Γερμανίας, και φαντασθείτε τη Γερμανία, σαν το οποιοδήποτε μεγάλο ψάρι θέλετε. Και αντιστρόφως, αν η Ευρώπη ενωθεί και πάλι κατά του γερμανικού μεγαλοϊδεατισμού, ακόμα και στα πλαίσια ενός οικονομικού πολέμου, εκτιμώ ότι η Γερμανία θα υποστεί μια νέα οικονομική και κυρίως πολιτική πανωλεθρία. Αν μονάχα ο Ευρωπαϊκός Νότος κηρύξει τον οικονομικό πόλεμο στο Βερολίνο, ακόμα και χωρίς τη σύμπραξη καμιάς άλλης ευρωπαϊκής περιοχής, το Βερολίνο θα νιώσει έντονα τις συνέπειες αυτού του «πολέμου». Και δεν αναφέρομαι καθόλου στο πόσο πρόθυμα θα σπεύσουν σε μια αντιγερμανική συμμαχία, και άλλες Δυνάμεις, κι εδώ, ίσως, να δούμε το Λονδίνο να συμμαχεί με τη Ρώμη, την Αθήνα, την Μαδρίτη και τη Λισαβόνα, και ίσως να δούμε να προστίθεται στη συμμαχία αυτή και η Ουάσιγκτον. Μάλιστα, ο «αμερικανικός παράγων», εκτιμώ ότι κάποια στιγμή θα αξιοποιήσει τον διογκούμενο αντιγερμανισμό σε μεγάλες περιοχές της Ευρώπης, εκτιμώ ότι δεν θα αφήσει να του ξεφύγει αυτή η ευκαιρία να πλήξει έναν –τουλάχιστον αυτό- οικονομικό ανταγωνιστή του.
 
Επιστρέφοντας όμως στην «ελληνική περίπτωση», αν η Γερμανία συμπεριφέρονταν ως Κράτος Δικαίου και όχι ως Κράτος – Επιδρομέας, ως Κράτος – Εταίρος και όχι ως Κράτος – Μέτοχος στην «Ευρωπαϊκή Ένωση Α.Ε.», και με σεβασμό προς τις ιδρυτικές Συνθήκες της Ευρώπης, τότε, Κυρία μου, να σας πω εγώ τι έπρεπε να είχε κάνει : πολύ πριν αξιώσει την παρουσία των λογιστών της για να αξιολογήσουν τις λογιστικές καταστάσεις πάνω στις οποίες θα διαμορφώνονταν οι λεπτομέρειες του οικονομικού «δούναι και λαβείν», θα έπρεπε να είχε αξιώσει, εν ονόματι του ευρωπαϊκού και ελληνικού νομικού πολιτισμού, αμερόληπτοι δικαστές και εισαγγελείς, να ερευνούσαν και καταλόγιζαν ευθύνες για ένα έγκλημα που διαπράχθηκε σε βάρος ενός λαού, ένα έγκλημα που όλα δείχνουν, δυστυχώς για τους «διεθνείς σωτήρες» μας, πως είχε διεθνή, κυρίως πανευρωπαϊκές «ρίζες», των γερμανικών ευθυνών, μη αποκλειομένων σε ό,τι αφορά αδιαφανείς όρους με τους οποίους μεγάλες γερμανικές εταιρείες δραστηριοποιούνταν και δραστηριοποιούνται στη χώρα μου, ίσως δε και το ίδιο το γερμανικό δημόσιο. Η απόδοση της δικαιοσύνης και οι ανθρώπινοι όροι βοηθείας, να τι θα αποτελούσε το μέλημα ενός Κράτους, που κυρίως είναι Κράτος – Δικαίου και δευτερευόντως Κράτος – Δανειστής. Ήταν ακριβώς ό,τι δεν έγινε, ό,τι δεν έπρεπε να γίνει.
 

[*]

 
Κυρία μου
 
Δυστυχώς, ονειρευόμαστε διαφορετικά πράγματα, διαφορετικό κόσμο, διαφορετική Ευρώπη, και ίσως, ένα διαφορετικό ανθρώπινο είδος, με άλλες «αρετές», όχι κατ’ ανάγκη «γερμανικές».
 
Είμαι βέβαιος πως πιστεύετε ότι το δικό σας όραμα είναι το «ορθό», το «υγιές». Δεν μπορώ, μα κι αν μπορούσα, δεν θα τολμούσα ποτέ να σας στερήσω τις πεποιθήσεις σας, και πολύ περισσότερο να σας επιβάλλω τις δικές μου, ακόμα κι αν είχα τη δύναμη, και ταυτόχρονα, εσείς, δεν θα είχατε δύναμη μεγαλύτερη απ’ αυτή που εγώ εκπροσωπώ τούτη τη στιγμή.
 
Εσείς, («εσείς» ως ο θεσμός εκείνος που ενσαρκώνει την πολιτική της χώρας σας), ονειρεύεστε οικονομικές διακυβερνήσεις σε Κράτη – Εταιρείες. Σ’ αυτή την αντίληψη, «η κοινωνία είναι κάτι που δεν υπάρχει» (η φράση δεν σας ανήκει σε σας προφανώς, αλλά προφανώς εντάσσεται στη λογική της πολιτικής σας που βιώνουμε εδώ στην Ελλάδα). Όμως, σ’ αυτή την Ευρώπη, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ποιος ονειρεύεται να κάθεται στη καρέκλα του Προέδρου και του Διευθύνοντος Συμβούλου. Επίσης, τρία ή τέσσερα άλλα Κράτη – Εταιρείες, φαντάζομαι ότι θα οριστούν σε θέσεις Γενικών Διευθυντών, με άλλα τρία ή τέσσερα Κράτη, να μοιράζονται θέσεις του μεσαίου μάνατζμεντ. Από εκεί και πέρα, όλοι οι άλλοι, εδώ βάζω και την Ιταλία, ακόμα δε και τη Γαλλία, υπό κάποιες προϋποθέσεις και για κάποια τμήματά της, θα αποτελούν το εργατικό δυναμικό, που θα αμείβεται με βάση τον σιδηρούν νόμο των μισθών, τόσο όσο ώστε να μένουν όρθιοι στα πόδια τους, για να γυρίζουν τον τροχό της παραγωγής, η μόνη χρησιμότητα που μπορούν να έχουν ως «συντελεστές της παραγωγής».
 
Εγώ, ονειρεύομαι Κράτη με κοινωνικό περιεχόμενο, υποτελή στο Δίκαιο όπως αυτό καταγράφεται στον Δικαιικό και Νομικό μας πολιτισμό, και πάνω απ’ όλα Δημοκρατικά, όπως επίσης η Δημοκρατία έχει καταχωρηθεί ως έννοια και λειτουργία στο Δυτικό μας πολιτισμό, και βεβαίως, κάθε άλλο στοιχείο ενισχυτικό και βελτιωτικό των παραπάνω, είναι καλοδεχούμενο. Στο δικό μου όραμα, η ιδιωτική οικονομία δεν αποτελεί τον ρυθμιστή του κοινωνικού και δημοκρατικού Κράτους, μα μια χρήσιμη και αναγκαία επικερδής λειτουργία που εκτελείται τόσο χάρη του ιδιωτικού νόμιμου κέρδους όσο και χάρη της ευημερίας της κοινωνίας, και η ευημερία της κοινωνίας και ο βαθμός διάχυσής της μέσα σ’ αυτή, να αποτελεί ταυτόχρονα το δείκτη της κοινωνικής χρησιμότητας και της αποτελεσματικότητάς της. Στο δικό μου όραμα, ο άνθρωπος με μοναδική ή κύρια χρησιμότητα ως συντελεστή της παραγωγής, είναι ένας άνθρωπος που προδιαγράφει ένα νέο είδος ύπαρξης, εντελώς απάνθρωπου στη δική μου συνείδηση, ένα «πράγμα» : res. Εγώ ονειρεύομαι κοινωνίες, στις οποίες ο μόνος «σιδηρούς νόμος» θα είναι αυτός που θα αποκλείει κάποιος να ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, μια κοινωνία στην οποία η δίκαιη κατανομή του πλούτου και του εισοδήματος, θα καταστήσει την ανέχεια και τη φτώχεια ιστορίες που κάποιες γενιές θα διηγούνται στα παιδιά και τα εγγόνια τους, κι αυτά θα απορούν για το πώς ήταν δυνατό στο Ανθρώπινο είδος, κάποτε, να υπήρχε τέτοια βαρβαρότητα, αλλά ταυτόχρονα θα μαθαίνουν ότι η βαρβαρότητα είναι κάτι που ποτέ δε πεθαίνει και πως ο μόνος ασφαλής τρόπος να την κάνεις να μείνει στον τόπο της εξορίας της, είναι να φιλάς καλά τις πύλες του Κράτους – Δικαίου και του Κοινωνικού Κράτους, ακριβώς δηλαδή ό,τι δεν έγινε στην Ευρώπη τουλάχιστον τις δύο τελευταίες δεκαετίες αν όχι και νωρίτερα. Πιστεύω, και το πιστεύω σχεδόν απόλυτα, ότι η σημερινή Ευρώπη, για να εστιάσω σε λίγα μόνο θέματα, θα μπορούσε να έχει μια ανεργία στα επίπεδα τριβής, σε κάθε της γωνιά, θα μπορούσε σ’ όλα της τα Κράτη – Μέλη ο κατώτατος μισθός και οι κατώτατη σύνταξη να προσδιορίζεται ενιαία για όλα της τα μέλη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ύψος των μισθών και των συντάξεων, όπως επίσης πιστεύω, ότι στη σημερινή Ευρώπη, θα ήταν δυνατό, σε κάθε της γωνιά, να μη λιποθυμά κανένα παιδί από πείνα, να μην αυτοκτονεί ούτε ένας συνάνθρωπός μας από ανέχεια, κανείς να μην είναι άστεγος. Όμως αυτά, προϋποθέτουν μια Κοινή Ευρωπαϊκή Πολιτική, και τέτοια πολιτική δεν πρόκειται να υπάρξει ποτέ και σε κανένα τομέα, παρά μόνο κατ’ ευφημισμόν, όσο αυτή η Ευρώπη δεν αποτελεί μια ενιαία κρατική οντότητα, με μια ομοσπονδιακή ευρωπαϊκή Βουλή, με μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση, με σαφή σύνορα και όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ θα θέλει να επικοινωνήσει με τον Ευρωπαίο ομόλογό του, θα υπάρχει τέτοιος και θα είναι ένας και δημοκρατικά εκλεγμένος στη θέση του, εκπροσωπώντας το λαό της Ευρώπης και γιατί όχι, κάποια στιγμή, το ευρωπαϊκό έθνος. Αν υπήρχε μια τέτοια Ευρώπη, τότε η Ελλάδα και η κάθε άλλη χώρα με ανάλογα οικονομικά προβλήματα, θα αντιμετωπίζονταν με την ίδια λογική με την οποία π.χ. η Ομοσπονδιακή Γερμανία θα αντιμετώπιζε μια ανάλογη οικονομική κρίση π.χ. της Βαυαρίας. Όμως αυτό κινείται στα όρια του φανταστικού.
 
Στον δικό μου κόσμο, το οικονομικό και πνευματικό «οξυγόνο» που αναπνέουμε, είναι ένα δημόσιο αγαθό, δωρεάν παρεχόμενο.
 
Στον κόσμο που η πολιτική σας κυριαρχεί, ή τείνει να κυριαρχήσει, το παραπάνω «οξυγόνο» αποτελεί ιδιωτικό αγαθό, παρεχόμενο επί πληρωμή.
 
Το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης, όμως, στηρίζονταν, εκτός των άλλων, στην υπόθεση ότι δεν θα υπάρχουν, δεν θα υπήρχαν, όχι μονάχα προσπάθειες, μα ούτε και διαθέσεις πια για την εκδήλωση φαινομένων νεοηγεμονισμού κάποιας ή κάποιων εκ των ευρωπαϊκών πάλαι ποτέ Αυτοκρατορικών Δυνάμεων. Σήμερα παρατηρούμε ότι αυτό δεν επιτεύχθηκε και η Γερμανία, αναδεικνύεται ως εκείνη η Δύναμη που εμφανώς πια όχι απλά ονειρεύεται την ανάσταση της παλιάς αυτοκρατορικής της ισχύος, μα το επιδιώκει με τις πράξεις της, με τη πολιτική της, που κατάδηλα πια αναδεικνύει τη πρόθεσή της να «δημιουργήσει» μια απολύτως «εκγερμανισμένη» Ευρώπη, που θα ανασαίνει και θα ζει σύμφωνα με τις «αρετές» που η κυβέρνηση της Γερμανίας προπαγανδίζει ως σημεία αναφοράς κάθε άλλης «αρετής» τής κάθε άλλης ευρωπαϊκής χώρας, πόσο μάλλον των χωρών που θεωρούνται, de facto πια, ως περιφερειακές, που μόλις και μετά βίας γίνονται ανεκτές σε κοινά θεσμικά όργανα της Ευρώπης, αφού, επί του παρόντος, κάποιες «τυπικές νομικές πρόνοιες» που η μια θνήσκουσα «δημοκρατία» επιβάλλει, ακόμα, όπως της «ισοτιμίας» και άλλα παρόμοια ηχηρά, πρέπει ακόμα να τηρούνται έως δούμε πώς θα απαλλαγούμε κι απ’ αυτά τα «αντιοικονομικά» «πράγματα».
 
Στη δική  μου αντίληψη και ερμηνεία των πραγμάτων, η σημερινή Γερμανία, αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο κίνδυνο όχι μόνο για την ενότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μα, όπως εγώ αξιολογώ τα πράγματα και για την ίδια την ύπαρξη της Δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Με βάση την «Ελληνική Περίπτωση» (κι ακόμα πιο πρόσφατα την «Κυπριακή Περίπτωση»), είμαι πεπεισμένος ότι η Γερμανία υπό τη σημερινή της πολιτική, αν αυτή παραμείνει επί πολύ, θα επιδιώξει να «καταβροχθίσει» ό,τι μπορεί να καταβροχθίσει, με κάθε δυνατό τρόπο, αφού ούτως ή άλλως, έχει ήδη αποβάλλει τη προβιά της νομιμότητας στις σχέσεις και τις δραστηριότητές της με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενεργώντας ούτε καν ως Κράτος, μα ως ένας κοινός εκβιαστής και τοκογλύφος. Αυτό εγώ αντιλαμβάνομαι, αυτό καταθέτω, αυτό βιώνω ως «υποκείμενο» του «ελληνικού πειραματόζωου», που πολεμώ να αποκτήσει ξανά τον τίτλο που του αξίζει : «Ελληνική Δημοκρατία».
 
Όμως, Κυρία μου, το χειρότερο έγκλημα που διαπράττει αυτή τη στιγμή η κυβέρνησή σας, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι, είναι ένα έγκλημα, που μακροπρόθεσμα θα αποδειχτεί ότι είναι και σε βάρος του ίδιου του λαού σας. Είναι ακόμα η αναβίωση ενός αντιγερμανικού αισθήματος σε πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς, ο οποίος έρχεται να προστεθεί αναδρομικά σε παλιές μνήμες που είχαν ησυχάσει από τους εφιάλτες που η χώρα σας Κυρία μου, είχε δημιουργήσει στο παρελθόν με προηγούμενα ηγεμονικά της εγχειρήματα. Νέοι άνθρωποι, το παρατηρώ εδώ στη χώρα μου, που μέχρι σήμερα δεν έδειχναν μέχρι πρόσφατα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το τι συνέβη στην ίδια τους τη πατρίδα πριν 70 η 80 χρόνια, βλέποντας πλέον η χώρα τους να βουλιάζει από μια ξενόφερτη βαρβαρότητα, στην οποία η λέξη «Γερμανία» είναι η συχνότερα ακουόμενη, ακούγοντας τους πατεράδες και τους παππούδες τους, τις μανάδες και τις γιαγιάδες τους, να ιστορούν «σημεία και τέρατα» για «εκείνες» τις εποχές, που είχαν κι οι ίδιοι πολλά χρόνια ν’ αναφέρουν,  ή βλέποντας ντοκιμαντέρ με θέμα την θηριωδία των Γερμανών στην προηγούμενη Κατοχική Περίοδο, 1941-1944, ντοκιμαντέρ που όλο και πιο πολύ προβάλλονται, αρχίζουν πια, οι νέοι, να αποκτούν όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το τι είναι και τι ρόλο έπαιξε στην ιστορία γενικά μα και στην ελληνική ιστορία ειδικότερα ο «γερμανικός παράγων», κι αυτή η ιστορική αναδρομή, πλέον, αρχίζει και διαμορφώνει ένα «κλίμα» καθόλου θετικό, Κυρία μου, για τη χώρα σας και την ιστορία τής χώρα σας, το κυριότερο δε : αρχίζει και δίνει ουσία, περιεχόμενο και συνείδηση στο θυμό τους, που δεν είναι πια τυφλός, μα είναι ένας θυμός που έχει «υπαρξιακό» περιεχόμενο. Και το ερώτημα είναι : θεωρείτε, Κυρία μου, μια τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων, που βεβαίως δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, ως κάτι που τελικώς, με οποιαδήποτε υπόθεση, είναι προς όφελος των ίδιων των μακροπρόθεσμων γερμανικών συμφερόντων; Πιστεύω, ότι για ακόμα μια φορά η Γερμανία, αναδεικνύει ένα ακόμα εγγενές στρατηγικό μειονέκτημα που έχει : ότι στερείται δηλαδή της αναγκαίας διορατικότητας και αποτελεσματικότητας στην εξωτερική της πολιτική, την οποία, αν κανείς τη συγκρίνει με τις αντίστοιχες άλλων Μεγάλων Δυνάμεων, του παρελθόντος ή του παρόντος, ίσως να διαπίστωνε το πόσο «πίσω» βρίσκεται, και πόσο στερείται ακόμα και της αναγκαίας διπλωματικής ευελιξίας, όπως ήδη σημείωσα. Είναι ίσως ενδεικτικό, το πόσο αυτός ο «γίγαντας» της οικονομίας, είναι σχεδόν παντελώς απών πολιτικά σε όσα τούτη τη περίοδο, συμβαίνουν στη γειτονιά του, ήδη από την εποχή του γιουγκοσλαβικού πολέμου μέχρι και τη Συρία σήμερα. Όμως, ένας τέτοιος «γίγαντας», χωρίς γεωστρατηγικό εκτόπισμα και διεθνή πολιτική, είναι ένας «γίγαντας» με πήλινα πόδια. Η Γερμανία, είναι καταδικασμένη ιστορικά, να έχει κάποια επιρροή, σε μια μικρή ομάδα όμορων χωρών της, αν και αυτό είναι αβέβαιο : τίποτα παραπάνω. Ήδη δε, οι πάλαι ποτέ ευρωπαϊκές Αυτοκρατορίες, ουσιαστικά διατηρούν μόνο τον τίτλο τους, και, διεθνώς, απλά σύρονται πίσω από τι εκάστοτε επιλογές των ΗΠΑ, ή, το πολύ – πολύ, απλά έχουν τη δυνατότητα να απέχουν, αλλά όχι να αποτρέπουν. Αυτή η εικόνα, αν ποτέ η Ενωμένη Ευρώπη αποκτούσε ενιαία κρατική οντότητα, θα άλλαζε εκτιμώ ριζικά και δραματικά. Θα ανέτρεπε ή έστω θα επανακαθόριζε τις διεθνείς ισορροπίες και την κατανομή της διεθνούς ισχύος. Το πρόβλημα για χώρες με «εθνικό» ηγεμονικό προσανατολισμό στην Ευρώπη, όπως η Γερμανία, και για να είμαστε δίκαιοι, όχι μόνο η Γερμανία, είναι ότι θα ήταν υποχρεωμένες ο «ηγεμονισμός» τους να θυσιαστεί, στο βωμό μιας νέας και ουσιαστικής συλλογικότητας, που θα έπαιρνε τη θέση τους, όμως για λογαριασμό όλων των χωρών – μελών, κάτι που βεβαίως, θα υποβάθμιζε τους νυν «ηγεμονικούς» παράγοντες, όπως τον γερμανικό επί παραδείγματι. Κυρία  μου, σκεφθήκατε ποτέ να κοστολογήσετε, με βάση τη περιώνυμη γερμανική ακρίβεια, που όλα τα μετρά και όλα τα ζυγίζει, πόσο μπορεί να στοιχήσει αυτός ο αντιγερμανισμός, και αν καμιά άλλη παράμετρος δεν σας ενδιαφέρει, πόσο μπορεί να σας στοιχήσει τουλάχιστον οικονομικά; Ήδη, για κάποιους, εδώ στη χώρα μου, θεωρείται και ως πράξη αντιπατριωτική να αγοράζει κανείς γερμανικά προϊόντα, όταν υπάρχουν άλλα παρεμφερή, ελληνικά ή άλλων πιο φιλικών χωρών, ή ακόμα κι όταν δεν υπάρχουν, αλλά, τα προϊόντα αυτά δεν είναι και προς θανάτου αν κάποιος δεν τα καταναλώσει ή αγοράσει.
 
Στον δικό μου κόσμο, εν κατακλείδι, αυτόν που εγώ ονειρεύομαι, η Ανοχή, ο Φόβος, ο Ολοκληρωτισμός κάθε είδους και μορφής και κάθε ιδεολογικής απόκλισης, έμμεσος ή άμεσος, η Βαρβαρότητα κάθε είδους και μορφής, θέλω ν’ αποτελούν καταστάσεις – εκπλήξεις όταν συμβαίνουν, και όχι να θεωρείται ως έκπληξη η απουσία τους.
 

[*]

 
Κυρία μου
 
Επιτρέψτε μου, στο σημείο αυτό, να κάνω μια μικρή παρέκβαση. Τη στιγμή που γράφω τις γραμμές αυτές, πληροφορούμαι από τη τηλεόραση, ότι ένας ακόμα συμπατριώτης μου αυτοκτόνησε, μη αντέχοντας την εξαθλίωση στην οποία τον έφερε η «σωτήρια» «βοήθειά» σας προς τη χώρα μου.
 
Επισήμως, στη περίοδο των Μνημονίων, οι αυτοκτονίες, δηλαδή οι δολοφονημένοι συνάνθρωποί μου από μια πολιτική που οδηγεί σε σύγχρονα οικονομικά κρεματόρια ένα λαό κατά φουρνιές, τον ελληνικό λαό εν προκειμένω, σύμφωνα με τη λογική και τη στρατηγική του σαλαμιού, ανέρχονται σε πάνω από 4.000. Σημειώσατε τη λέξη : «επισήμως». Διότι ο πραγματικός αριθμός των αυτοχείρων –δηλαδή, των δολοφονημένων κατά τα ανωτέρω- φημολογείται ότι είναι πολλαπλάσιος.
 
Κατά καιρούς στο παρελθόν οδηγήθηκαν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ηγέτες και άλλοι κρατικοί αξιωματούχοι, για διάφορα εγκλήματα, που όμως, όλα τους, είχαν τούτο το κοινό : ήταν εγκλήματα κατά θεμελιωδών δικαιωμάτων του Ανθρώπου και κατ’ επέκταση της Ανθρωπότητας. Όμως, τούτη τη στιγμή, θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, καταπατώνται βάναυσα στη χώρα μου, και είμαι βέβαιος πως όταν οι συνθήκες ομαλότητας επανέλθουν, η Χάγη θα έχει πολύ δουλειά. Και το χειρότερο, συντελείται μια μαζική γενοκτονία, τόσο μαζική, όση κι αυτή που έστειλε ένα Σέρβο Πρόεδρο στη Χάγη, και πολύ περισσότερο μαζική από τα 1000 αθώα θύματα των χημικών όπλων στη Συρία που «εξήγειραν» το «μένος» της μεγάλης υπερδύναμης, των ΗΠΑ, ο Πρόεδρος της οποίας ομίλησε, σε διάγγελμά του, για «προσβολή κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας». Όμως, έχει μεγαλύτερη σημασία αν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια τελικώς, προσβάλλεται από χημικά όπλα στα πλαίσια ενός εμφυλίου πολέμου, παρ’ ό,τι σε μια ειρηνική περίοδο στα πλαίσια μιας κατ’ ευφημισμόν «πολιτικής διάσωσης» ενός λαού, που όμως, η «διάσωση» αυτή, απαιτεί την εξαφάνιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και επίσης, ανθρώπινα θύματα;
 
Μια πολιτική γενοκτονίας μπορεί να εκδηλώνεται υπό διάφορες μορφές, στα πλαίσια διαφόρων πολιτικών, όχι αναγκαστικά μονάχα στα πλαίσια πολιτικών φυλετικής καθαρότητας.
 
Όταν μια ξένη Δύναμη, τυπικώς η Τρόϊκα, ουσιαστικώς όμως, για να μη κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, η χώρα σας, Κυρία μου, επιβάλλει σε μια άλλη χώρα, στην Ελλάδα εν προκειμένω, πολιτικές που οδηγούν όχι μόνο σε ανθρωπιστική κρίση υπό την έννοια της οικονομικής εξαθλίωσης, μα οδηγούν ανθρώπινες υπάρξεις πέρα από τα όρια των ανθρωπίνως φυσιολογικών αντοχών και ανοχών, στην αυτοκτονία, τότε αυτή η «αυτοκτονία» παρομοιάζει με εκείνους τους δυστυχείς συμπολίτες μας που στη διάρκεια της χούντας, πάλι εδώ στην Ελλάδα, μη αντέχοντας τα βασανιστήρια στην κρατική ασφάλεια, βουτούσαν στο κενό για να βρουν τη γαλήνη, αφού οι συνθήκες που βίωναν ήταν χειρότερες απ’ τον ίδιο το φόβο του θανάτου, ο οποίος πια, παρουσιάζονταν σα λύτρωση. Στη περίπτωση της χώρας μου, συντρέχουν στην δική μου αντίληψη των πραγμάτων όλες οι προϋποθέσεις ώστε η Μνημονιακή πολιτική που μας επιβάλατε, να θεωρηθεί ως «προσβολή κατά της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», με όλα τα στοιχεία της γενοκτονίας με χρήση οικονομικής βίας και απάνθρωπων αλλά και παράνομων οικονομικών μέσων («όπλων»).
 
Κυρία μου, ακούω, διαβάζω, ακόμα και δηλώσεις σας, ότι για την Ελλάδα ενημερώνεστε ανελλιπώς από τις εκθέσεις της Τρόϊκα. Αλλά, αν μόνο αυτό κάνετε, τότε αυτό θα υποβίβαζε την εργασία ενός ηγέτη στο επίπεδο της δουλειάς ενός λογιστή, συνεπώς, επειδή σας θεωρώ ηγέτη και όχι λογιστή, θεωρώ επίσης βέβαιο ότι δεν ενημερωνόσαστε μονάχα από τους λογιστές της Τρόϊκας, πολύ δε περισσότερο από τα λογιστικά κιτάπια, για το τι συμβαίνει «εκεί κάτω», δηλαδή, εδώ στην Ελλάδα. Ως ηγέτης μιας μεγάλης χώρας, και πολύ περισσότερο μιας χώρας που φιλοδοξεί να έχει ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, αν όχι τον αποκλειστικό ηγετικό ρόλο, και επίσης φιλοδοξεί να έχει και τη νομιμοποίηση μιας Χώρας – Δικαίου, τόσο εσωτερικά όσο και στις εξωτερικές της σχέσεις, τότε, σε αντιδιαστολή π.χ. με τον υπουργό των οικονομικών της χώρας σας, θα ενδιαφέρεστε να ενημερώνεστε και για μια σειρά από δείκτες ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος. Το δυστύχημα όμως είναι ότι, εκτός λάθους, δεν σας ακούω συχνά να μιλάτε γι’ αυτούς τους δείκτες, τι σημαίνουν για σας (εννοώ πάντα πολιτικά και όχι ατομικά :  δεν αμφιβάλλω ότι στις πολύ προσωπικές σας στιγμές ίσως και να δακρύσατε κάποια στιγμή), και κυρίως, πέρα απ’ το τι σημαίνουν, τι πολιτικές άμεσης και ουσιαστικής αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης απαιτείτε,  περισσότερο και από το να εισηγείσθε απλώς, (προσέξατε : δεν αναφέρομαι στη λογική της ελεημοσύνης!) και πολύ περισσότερο, όταν η πολιτική που επιβάλλετε στη χώρα μου, κατηγορείται και  όχι αδίκως, ως μιας πολιτική που εξ ορισμού στοχεύει στη παραγωγή ανθρωπιστικής κρίσης, μέσω της εξαθλίωσης που αποτελεί τον πλέον ορατό στόχο αυτής της πολιτικής σας.
 

[*]

 
Κυρία μου
 
Το «υψηλό» βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων που διέγνωσε η Τρόϊκα, για να δικαιολογήσει τη κλοπή και τη λεηλασία των εισοδημάτων και των περιουσιών που θα ακολουθούσε, αποτελεί ένα άλλο άθλιο ψέμα, μιας ομοίως άθλιας προπαγάνδας.
 
Οι Έλληνες μισθωτοί του ιδιωτικού μα και του δημόσιου τομέα, σε ό,τι αφορά την εργασία τους, κατατάσσονται μεταξύ των περισσότερο και σκληρότερα εργαζόμενων Ευρωπαίων συναδέλφων τους της «Δυτικής» Ευρώπης (για να τη ξεχωρίσουμε από την πάλαι ποτέ «Ανατολική» Ευρώπη) και ταυτόχρονα μεταξύ των χαμηλότερα αμειβόμενων. Ταυτόχρονα οι Έλληνες ήταν παραδοσιακά ένας λαός συντηρητικός ως καταναλωτής, και χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και ανάλογη προπαγάνδα να πεισθεί να βγει από τον παραδοσιακό (και «οπισθοδρομικό») καταναλωτικό συντηρητισμό του, και ν’ αρχίσει να χρησιμοποιεί καταναλωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια, να παίρνει στεγαστικά δάνεια που κάλυπταν ακόμα και το 100% της αξίας του ακινήτου, πράγμα αδιανόητο παλαιότερα, να αρχίσει να μην αποταμιεύει μονάχα στις τράπεζες, μα και να «επενδύει» σε μετοχές, ομόλογα, κ.λπ. Χρειάστηκε οι τράπεζες να τηλεφωνούν σε έκπληκτους πολίτες, ακόμα και βραδινές ώρες, ή να στέλνουν επιστολές, ότι υπήρχε ήδη στο όνομά τους ένα προεγκεκριμμένο καταναλωτικό δάνειο, και φρέσκο, σπαρταριστό ρευστό ήταν έτοιμο, διαθέσιμο, την επόμενη κι όλας ημέρα, αρκεί να το ήθελε, ή μια έτοιμη πιστωτική κάρτα είχε εκδοθεί ήδη στο όνομά του, με ένα σεβαστό πιστωτικό όριο και θα μπορούσε να πάει να ψωνίσει ή να καλύψει επείγουσες ανάγκες του (π.χ. κάποια ασθένεια, στήριξη των σπουδών των παιδιών τους, να αλλάξει τα παλιά έπιπλα του σπιτιού του με νέα, να πάει διακοπές, να πάει σε μια ψαροταβέρνα και να πληρώσει με κάρτα). Η Τράπεζα της Ελλάδος, ναι, η Τράπεζα της Ελλάδος, πρόσφερε τη δυνατότητα στον ανυποψίαστο μέσο πολίτη, που απλά άκουγε τη κυβέρνησή του να τον παροτρύνει να «επενδύσει» στο Χρηματιστήριο, κάνοντας μάλιστα και προβλέψεις για τη πορεία του δείκτη (!), να δανείζεται μέσω των εμπορικών τραπεζών για αγορά μετοχών, κι ένα σωρό «ειδήμονες» και μη, εξωθούσαν ένα ολόκληρο λαό προς  ένα παραλήρημα σπέκουλας! Την ίδια στιγμή όμως, τίποτα απ’ αυτά δεν ανησυχούσε την Ευρώπη, και λέγοντας «ανησυχούσε» εννοώ να προέβαινε σε ουσιαστική παρέμβαση, με την ιδιότητα έστω του «δανειστή» για να δηλώσει ότι οι στρόφιγγες του δανεισμού, τότε και όχι σήμερα, θα έκλειναν σταδιακά, αν η ελληνική οικονομία συνέχιζε να οικοδομεί στην άμμο. Όμως, όλα έβαιναν ως φαίνεται καλώς, όσο το χρήμα έρεε προς τις σωστές κατευθύνσεις του, εδώ και έξω, είναι μια εικασία που εγώ κάνω.
 
Λοιπόν Κυρία μου, όχι!
 
Το επίπεδο διαβίωσης που ο μέσος Έλληνας είχε μέχρι και την αποφράδα ημέρα της εισβολής της νέας Κατοχικής Δύναμης στη χώρα μου, τον Μάιο του 2010, ήταν ένα επίπεδο διαβίωσης κατακτημένο με εργασία και ιδρώτα. Κι όσοι επικαλούνται το ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών, η οικονομία της χώρας, ας μη ξεχνάμε, δεν κατέρρευσε από το ιδιωτικό μα από το δημόσιο χρέος και βεβαίως, υπάρχει και ένας τραπεζικός τομέας, τις συνέπειες της άφρονος, από ένα χρονικό σημείο και μετά, διαχείρισης του οποίου, κλήθηκε να στηρίξει όχι ο Έλληνας φορολογούμενος γενικώς, μα τα συνήθη υποζύγια, οι μισθωτοί και συνταξιούχοι, που επίσης αποτελέσαν τον αποκλειστικό ίσαμε σήμερα στόχο των πολιτικών «διάσωσης» της Τρόϊκας. Αυτά τα συνήθη υποζύγια είναι που ενοχοποιήθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για ό,τι στραβό συνέβη σ’ αυτή τη χώρα. Λες κι όταν το ελληνικό Κράτος αγόραζε προβληματικά υποβρύχια, τανκς και αεροπλάνα, τις μίζες τις μοίραζε σε όλους τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους. Λες και οι θηριώδεις υπερβάσεις στους προϋπολογισμούς των δημοσίων έργων μοιράζονταν ανάμεσα στους μεγαλοεργολάβους και τους εργαζόμενους στα εργοτάξιά τους, ή η μοιρασιά αυτών των υπερβάσεων γίνονταν μέσω του Κράτους σε όλους τους εργαζόμενους της χώρας. Λες και οι διασπαθίσεις κονδυλίων (η Ευρώπη δεν έπαιρνε μυρουδιά βεβαίως, κοιμόταν μακαρίως!) γίνονταν από τον απλό εργαζόμενο ή για τον απλό εργαζόμενο. Αν θέλει κάποιος να βρει βιοτικά επίπεδα δημιουργημένα πάνω στη κλοπή και τη λεηλασία δημοσίου χρήματος, ασύλληπτης αξίας, τόσης, που ίσως το σημερινό δημόσιο χρέος της χώρας να αποτελεί κλάσμα μονάχα μπρος σ’ αυτή, ας τα αναζητήσει στους κατόχους περιουσιών και καταθέσεων εκατομμυρίων ή και δισεκατομμυρίων, εδώ ή και στο εξωτερικό.
 
Ο Έλληνας μισθωτός ποτέ δεν ήταν «παχύσαρκος». Παχύσαρκη ήταν και είναι πάντα η Αθλιότητα, η αποκαλεί «παχύσαρκο» κάθε μικρομεσαίο του οποίου το κεφάλι –δηλαδή ποιο κεφάλι : η μύτη απλώς- εξέχει απ’ τον βούρκο της ανέχειας στον οποίο πασχίζει να τον κρατά, διότι αυτή η κατάσταση είναι εκείνη που εξυπηρετεί τη διαδικασία συσσώρευσης λίπους της Αθλιότητας, αυτή η κατάσταση είναι που υποστηρίζεται «επιστημονικά» από μια άθλια τεχνοκρατία με δήθεν «επιστημονικά» επιχειρήματα. Η άθλια προπαγάνδα εναντίον των «παχύσαρκων» Ελλήνων μισθωτών και συνταξιούχων και της μικρομεσαίας τάξης γενικότερα, αποσκοπούσε και αποσκοπεί στο να δοθεί συγχωροχάρτι και να λειτουργήσει ως το άλλοθι που θα δικαίωνε την όντως παχύδερμη Αθλιότητα, εδώ και στο εξωτερικό, που διαχρονικά, απομυζά δημόσιο χρήμα ενεργητικά ή παθητικά. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το Μνημόνιο ουδόλως πλήττει τη τάξη των πραγματικά παχυδέρμων, αν και για λόγους επιβίωσης αυτής της τάξης, κάποια λίγα μέλη της, και κατά προτίμηση όσα είναι ήδη «ανενεργά», επιχειρηματικά ή πολιτικά, θα χρησιμεύσουν ενδεχομένως ως Ιφιγένειες, ώστε να διασωθούν τα προσχήματα τής «αντικειμενικότητας» και τής «δικαιοσύνης». Άλλωστε, τα ίδια τα Μνημόνια προβλέπουν εγκλήματα άλλων να πληρώνονται από τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους. Πέφτουν έξω τα δημόσια έσοδα διότι η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή δεν πατάσσεται; Ο λογαριασμός ξέρουμε πού θα πάει : στους μισθωτούς και στους συνταξιούχους. Η ανταγωνιστικότητα δεν πάει καλά;  Ο λογαριασμούς στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα! Πρόκειται για αθλιότητα! Η «δικαιοσύνη» των Μνημονίων, είναι εφάμιλλη εκείνης της «δικαιοσύνης», που καταδικάζει π.χ. μια γυναίκα που έχει βιαστεί ενώ αθωώνει τον βιαστή της!
 
Ο μέσος οικόσιτος σκύλος στη Γερμανία, απολαμβάνει περισσότερων δικαιωμάτων και μέριμνας για το επίπεδο της ευημερίας του, από τα δικαιώματα και τη μέριμνα για το επίπεδο διαβίωσης –και όχι ευημερίας!- που αποδέχονται τα Μνημόνια, δηλαδή, η κυβέρνησή σας Κυρία μου, για τον Έλληνα. Υποθέτω πως αν κάποιος Γερμανός καταγγελθεί ότι κακομεταχειρίζεται τον σκύλο του, τον υποσιτίζει ή ακόμα χειρότερα, τον οδηγεί στο θάνατο λόγω ελλιπούς περιποίησής του, τότε είμαι βέβαιος ότι η συνείδηση του μέσου Γερμανού μα και η ίδια η γερμανική Δικαιοσύνη, ίσως μάλιστα και η ίδια η κυβέρνησή σας, θα έσπευσαν να καταδικάσουν το ανθρώπινο τέρας και να υπερασπιστούν το αθώο ζώο.
 
Α! Κυρία μου! Πόσο ζηλεύω τους οικόσιτους σκύλους στη χώρα σας!
 

[*]

 
Ο Γερμανός πολίτης, βομβαρδίζεται από μια άθλια προπαγάνδα στη χώρα σας, που στόχο έχει να τονώσει την αίσθηση υπεροχής του –όχι μονάχα της οικονομικής, μα, θάλεγα, κυρίως της ηθικής υπεροχής- έναντι άλλων λαών της Ευρώπης, και να πεισθεί πως  οι άλλοι αυτοί λαοί ζουν περίπου ως παράσιτα εις βάρος του, που τρέφονται ρουφώντας το αίμα του, αυτό το αίμα του «έντιμου», «εργατικού» και «πειθαρχημένου» μέσου Γερμανού πολίτη, μέσου Γερμανού φορολογούμενου.
 
Ο Γερμανός πολίτης θα πρέπει να μη ξεχνά ότι η σημερινή του ευημερία, προέρχεται από γεγονότα και καταστάσεις στην Ευρώπη –περισσότερο, παρ’ ό,τι στην ίδια τη Γερμανία- που πάνε πολύ πίσω. Για να μείνουμε στην περίοδο μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η σημερινή του ευημερία άρχισε να θεμελιώνεται από την επαύριο του παραπάνω πολέμου, όταν οι νικήτριες Δυνάμεις και οι Σύμμαχοί τους –ανάμεσά τους και η Ελλάδα- εφάρμοσαν στη Γερμανία πολιτικές που δεν στόχευαν στον στραγγαλισμό της γερμανικής οικονομίας και την εξαθλίωση του γερμανικού λαού, μα αντίθετα, στόχευαν στο να της δώσουν άνετο χρόνο και χώρο ώστε να αναπτύξει η χώρα την οικονομία της και να ανοικοδομηθεί από τα ερείπια που η ίδια και όχι κάποιος άλλος δημιούργησε. όχι μονάχα εντός της μα και σε όλη την Ευρώπη. Η προσωπική μου άποψη; Καλώς έπραξαν κι έτσι έπρεπε να πράξουν. Στη δική μου σκέψη και στη δική μου αντίληψη των πραγμάτων, η εξοντωτική τιμωρία ενός λαού, κι όχι μόνο αυτό, απλά η τιμωρία ενός έθνους, βρίσκεται έξω από τις όποιες απόψεις έχω για το τι είδους κυρώσεις πρέπει να επιβάλλονται σε μια χώρα συνεπεία των αναίτιων και απρόκλητων καταστροφών που προξένησε σε άλλες χώρες και λαούς, και που πάντως, πρέπει να επιβάλλονται. Στη δική μου σκέψη, πριν την ιδιότητα, π.χ. του «Γερμανού», υπάρχει η ιδιότητα του «Ανθρώπου», κι αυτή η τελευταία προηγείται της πρώτης. Αυτό δεν είναι αυτονόητο και δεν ισχύει για όλους. Π.χ., η πολιτική που επιβάλατε στη χώρα μου, Κυρία μου, έχει ευδιάκριτα τα χαρακτηριστικά της επιβολής εξοντωτικής τιμωρίας σε ένα ολόκληρο λαό, κι αυτό αρκεί για να θεωρήσω αυτή τη πολιτική ως αντάξια μιας ολοκληρωτικής αντίληψης. Στη συνέχεια, για να επανέλθω στη μεταπολεμική Γερμανία, η χώρα σας πληρώνοντας τα χρέη της όσο μπορούσε και όταν μπορούσε, η Ευρώπη παραχώρησε στην Γερμανία και μια θέση τιμητική στην Ευρώπη που τότε ξεκινούσε το μεγάλο πείραμα για την ενοποίησή της, οικονομική και πολιτική, μια διαδικασία που στη πορεία στρέβλωσε, ιδίως από την εποχή της Συνθήκης του Μάαστριχ, όπου κατ’ ουσίαν, έμμεσα στην αρχή αλλά πολύ αποτελεσματικά, η προοπτική της πολιτικής ενοποίησης πήγε περίπατο, ενώ ό,τι κατέστη προτεραιότητα ήταν ένα οικονομικό μοντέλο διακυβέρνησης μιας «αγοραίας» οντότητας που σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά το πρόκριμα μιας πολιτικής, πόσο μάλλον κρατικής οντότητας, αντίθετα, ουσιαστικά μετατρέπει τον ενιαίο οικονομικό χώρο της Ευρώπης σε ενιαίο επιχειρηματικό, αγοραίο χώρο, και την ίδια την Ευρώπη και τα Κράτη – Μέλη της σε «επιχειρηματικούς» και «επιχειρησιακούς» εταίρους, στη λογική της οικονομικής διακυβέρνησης μιας μεγάλης εταιρίας, όπου όχι μονάχα το κοινωνικό Κράτος μα και το πολιτικό Κράτος, δεν αποτελούν παρά καταστάσεις «αντιοικονομικές» και ως τέτοιες, ουσιαστικά πρέπει να υποκατασταθούν από τη λογική και τις πολιτικές τής οικονομικής διακυβέρνησης μιας οποιασδήποτε μεγάλης εταιρίας. Σ’ αυτή τη διαδικασία στρέβλωσης του αρχικού οράματος της ευρωπαϊκής ενοποίησης η Γερμανία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, και από ένα σημείο και πέρα, ηγεμονικό. Σήμερα, ή μάλλον, εδώ και πολλά χρόνια, ό,τι κατ’ ευφημισμόν καλείται «ευρωπαϊκή πολιτική», κυρίως στον νομισματικό τομέα, είναι μια πολιτική που σχεδόν αποκλειστικά στηρίζει τα γερμανικά συμφέροντα θέτοντας τις οικονομίες των υπολοίπων χωρών – μελών της Ευρωζώνης στην υπηρεσία και τη διάθεση της γερμανικής οικονομίας. Κάπως έτσι, τέθηκαν οι βάσεις του σημερινού βιοτικού επιπέδου του γερμανικού λαού, παράλληλα, αναμφισβήτητα και με τις δικές του προσπάθειες.
 
Σε ό,τι αφορά την «επιβάρυνση» του Γερμανού φορολογούμενου στην αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης, αυτός ο φορολογούμενος δεν θα πρέπει να ξεχνά :
 
Πρώτον, προτού μιλήσει για την «επιβάρυνσή» του, καλό θα είναι να μας πει πρώτα πόσους φόρους κλήθηκε να πληρώσει επιπλέον των όσων πλήρωνε, για τη βοήθεια της Ελλάδας. Η απάντηση είναι : κανέναν!
 
Δεύτερον, αν υπάρχει απλήρωτο παλιό χρέος της χώρας του προς τη χώρα μας, και πόσο είναι.
 
Τρίτον, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, η Γερμανία εισέπραξε δεκάδες δισεκατομμύρια ρευστό, ζεστό χρήμα.
 
Η «βοήθεια» της Γερμανίας προς την Ελλάδα δεν στηρίζεται στη φορολόγηση των πολιτών της, μα σε δάνεια που λαμβάνει προνομιακά για να μας τα δανείσει καρπούμενη μια σεβαστή διαφορά επιτοκίου. Επιπλέον δε, ακόμα και αν σήμερα η Ελλάδα διέγραφε το χρέος της προς τη Γερμανία, τουλάχιστον όσο βρίσκονται σε ισχύ τα Μνημόνια, δεν πρόκειται να χάσει τίποτα μακροπρόθεσμα, αφού μπορούν να κατάσχουν τον ελληνικό εθνικό πλούτο και δημόσια έσοδα.
 
Δεν είναι δε τυχαίο, ότι από όλους τους Ευρωπαίους φορολογούμενους, όσων οι χώρες μετέχουν στο πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας, αυτός που φωνάζει περισσότερο, αυτός που σε μερικές περιπτώσεις ελεεινολογεί και λοιδορεί περισσότερο, είναι ακριβώς αυτός που μέχρι στιγμής δεν έχει εκταμιεύσει ούτε ένα ευρώ από τη τσέπη του, και είναι βέβαιο πως αν συμβεί το οποιοδήποτε «ατύχημα» στην αποπληρωμή του ελληνικού χρέους, είναι ο μόνος που μακροπρόθεσμα δεν θα χάσει, όσο τουλάχιστον θα είναι σε ισχύ το αποικιοκρατικού τύπου Μνημόνιο που η κυβέρνησή του έχει επιβάλλει στη χώρα μου. Συνεπώς, απευθυνόμενος σ’ αυτόν τον φορολογούμενο πολίτη, με όλο το σεβασμό, του λέω ότι οφείλει να είναι περισσότερο ενημερωμένος, και μένω σ’ αυτή την ήπια διατύπωση.
 
Αν οι Γερμανοί πιστεύουν, και μαζί μ’ αυτούς η σύμμαχοί τους στο Βορρά, ότι η παρούσα Κρίση είναι μια υπόθεση κυρίως των Νοτίων Κρατών – Μελών της Ένωσης, πλανώνται πλάνη οικτρά. Από το πλιάτσικο που γίνεται στο Νότο, και ας μείνω με ό,τι ξεκίνησα σ’ αυτή την επιστολή : στην Ελλάδα, κάποια ψίχουλα θα πέσουν συγκυριακά και στον μέσο Γερμανό πολίτη. Αν νομίζουν πως όλη αυτή η φασαρία που γίνεται σήμερα, αν πιστεύουν ότι όλη αυτή η ανακατωσούρα με την «ελληνική υπόθεση» γίνεται για ένα χρέος και μια οικονομία που δεν εγγίζει καν το 3-4% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελλάδα, Κύπρος, Πορτογαλία, δεν είναι παρά οι Κερκόπορτες για να εισέλθει η νεοφιλελεύθερη πολιτική με τις μεγαλύτερες αξιώσεις «επιτυχίας» της στις πολύ πιο «εύφορες» και «παχύσαρκες» οικονομίες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Η βουλιμία του νεοφιλελευθερισμού, θα ήταν αστείο αν λέγαμε ότι θα ήταν δυνατό να κορεστεί με την ελληνική ή τη κυπριακά ή την πορτογαλική  οικονομία.
 
Τα «αρχοντικά γεύματα και δείπνα», αγαπητέ μου Γερμανέ πολίτη, δεν θα γίνουν εδώ, δυστυχώς για σένα, και τελικά, δυστυχώς και για τους δυό μας. Θα γίνουν εκεί όπου υπάρχει ο πραγματικά μεγάλος δημόσιος και ιδιωτικός πλούτος. Εδώ στη χώρα μου, όπως κι αν μετρήσεις τον πλούτο μας, δεν είναι παρά κλάσμα του δικού σου. Νομίζεις ότι ο κόσμος όλος μιλά για ένα σπιτάκι, πώς να το λεηλατήσει, όταν υπάρχουν κάστρα γεμάτα πλούτο αλλού, όπως στο τόπο σου; Αλλού είναι το ψαχνό. Δεν έχεις παρά να ρίξεις μια ματιά στο μέγεθος του εθνικού και ιδιωτικού πλούτου, πώς είναι κατανεμημένος συνολικά στην Ευρώπη, για να δεις πού βρίσκεται ο τελικός στόχος. Ή μήπως θαρρείς πως αυτό που κατ’ ευφημισμόν καλείται «εθνικό συμφέρον» είναι όντως «εθνικό»; Θαρρείς ότι ο νεοφιλελευθερισμός, αποτελεί μια «εθνική ιδεολογία», γερμανική, ελληνική, ή οτιδήποτε άλλο; Η πολιτική που αυτή τη στιγμή σαρώνει την Ευρώπη, η νεοφιλελεύθερη πολιτική, δεν έχει εθνικά χαρακτηριστικά, όταν δε τα επικαλείται, τα επικαλείται αναγκαστικά διότι πρέπει να χρησιμοποιεί ως όχημα μια ισχυρή κατά προτίμηση χώρα – βάση, αφού η έννοια του «κράτους», των «κρατικών συνόρων», του «έθνους», του «εθνικού συμφέροντος», είναι έννοιες ασύμβατες με την ιδεολογία του, και μάλιστα έννοιες εχθρικές. Ο νεοφιλελευθερισμός, θα ήταν ευτυχής αν δεν υπήρχαν καθόλου Κράτη, αν υπήρχε μια παγκόσμια κυβέρνηση, και τούτο γιατί; Διότι θέλει να διαχύσει τον παγκόσμιο πλούτο στον παγκόσμιο πληθυσμό; Όχι βέβαια! Απλά, είναι εγγενές στην ιδεολογία του, το αίτημα ο πλούτος να συγκεντρωθεί στα χέρια λίγων μεγάλων συμφερόντων. Και όταν λέει «λίγων», αγαπητέ μου Γερμανέ, απλέ εργαζόμενε και συνταξιούχε, δεν εννοεί «λίγων λαών», μα λίγων ιδιωτικών ελίτ, τόσο εδώ, όσο και στο τόπο σου. Συνεπώς, ό,τι νομίζεις ότι σήμερα ευνοεί το «εθνικό» και μέσα απ’ αυτό το ατομικό σου συμφέρον, αύριο, θα διαπιστώσεις, ότι εσύ θα είσαι το επόμενο θύμα αυτής της πολιτικής, που θα σε επισκεφτεί με την ίδια ακριβώς αιτιολογία και με την ίδια ακριβώς επιχειρηματολογία και με την ίδια βαρβαρότητα που μας επισκέφτηκε κι εδώ.
 

[*]

 
Κυρία μου,
 
Σ’ αυτό το σημείο κλείνω την επιστολή μου. Θα ήθελα να πω κι άλλα, αλλά ήδη η έκταση της επιστολής αυτής, καθιστά αμφίβολο αν θα βρει έντυπο ή άλλο μέσο ενημέρωσης να τη φιλοξενήσει.
 
Θέλω Κυρία μου, το εύχομαι ειλικρινά, να πέφτω έξω στις εκτιμήσεις που έκανα για τη πολιτική της χώρας σας, το ρόλο της στην Ευρώπη και στη χώρα μου.
 
Όμως, με βάση τις αξιολογήσεις των πραγμάτων από πλευράς μου, ισχύει ό,τι εξέθεσα στην παρούσα επιστολή. Ισχύει δηλαδή, ότι θεωρώ την Γερμανία, εννοώ : τη πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης, ως τον διαλυτικό παράγοντα της ούτως ή άλλως επισφαλούς ευρωπαϊκής ενότητας, θεωρώ την πολιτική σας επικίνδυνη για τα δημοκρατικά, κοινωνικά και πολιτικά ευρωπαϊκά κεκτημένα, και εκτιμώ, ότι αν κάτι δεν ανατρέψει την πολιτική σας, η Γερμανία θα είναι η χώρα που εν τέλει θα διασπάσει αν όχι διαλύσει την Ευρωπαϊκή Ένωση όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, και με 2-3 άλλες βόρειες χώρες, θα κάνει πραγματικότητα την Ευρώπη των δύο ή των τριών ταχυτήτων, θα κάνει πραγματικότητα την Ευρώπη των 2/3 που θα αφήσει «ήσυχο» το άλλο 1/3 να πάει να συναντήσει το μέλλον του υπό την σιδηρά ηγεσία σας –γι’ ακόμα μια φορά.
 
Ανήκω σ’ εκείνους, Κυρία μου, που πιστεύουν ότι η σύγκλιση διαφορετικών εθνικών στόχων και επιδιώξεων, δεν έχει καμία προοπτική αν αυτή η σύγκλιση δεν θεωρείται δίκαια επωφελής από όλα τα μέρη, και είναι προς το συμφέρον όλων, όσοι νιώθουν ότι τα συμφέροντά τους από τη συμμετοχή τους σε μια κατ’ ουσίαν εκγερμανισμένη Ευρώπη δεν εξυπηρετούνται, να αποχωρήσουν.
 
Στην Ευρώπη, η δική μου εκτίμηση είναι, ότι η Ένωση υπό την παρούσα της μορφή και ιδεολογία, δεν έχει προοπτική. Υπάρχουν βαθιές διαφορές όχι μόνο οικονομικών συμφερόντων, μα αποδεικνύεται όλο και περισσότερο, και βαθιές πολιτισμικές διαφορές, σχεδόν ασύμβατες επί του παρόντος. Θα ήταν ίσως προς το συμφέρον όλων αν οι συμμαχίες επανακαθορίζονταν και ίσως δύο ευρωπαϊκές Ενώσεις, με διαφορετικά θεσμικά όργανα και με διαφορετικά νομίσματα, θα έπαιρναν τη θέση της σημερινής. Δύο «Ενώσεις», όπου η μία, του Βορρά, θα δομηθεί στη βάση των νόμων της αγοράς και της οικονομικής διακυβέρνησης, όπως επιδιώκετε, και μια άλλη, που θα θέσει ως πρώτο στόχο, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, να καταστεί ενιαία πολιτική και κρατική οντότητα, διότι αν αυτό το τελευταίο δεν γίνει, δεν υπάρχει και λόγος να μιλάμε για τίποτα άλλο, εξόν από μια κοινή αγορά, μια ένωση αγορών, τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.
 
Στην Ελλάδα, συνοψίζω, οι στόχοι του Βερολίνου είναι η δημιουργία ενός λαού – δούλου, διότι δουλεία είναι το όλο και λιγότερο ανομολόγητο «όνειρο» για την «ειδική οικονομική ζώνη» της Ελλάδος. Βεβαίως, σ’ ένα σχεδιασμό αυτού του είδους, δεν υπάρχουν μόνο οι σχεδιαστές, μα και ένας λαός, αυτός που «σχεδιάζεται». Δυστυχώς για τη πολιτική των Μνημονίων, αυτός ειδικά ο λαός, στην κουλτούρα του, στο πολιτισμικό DNA του, το σκύψιμο μπρος στον αυθέντη είναι έννοια και συνήθεια άγνωστη. Όχι ότι δεν υπάρχουν προσκυνημένοι στην ελληνική Ιστορία. Φυσικά και υπήρξαν, αλλά, τα ονόματά τους είναι στιγματισμένα στη συνείδηση του ελληνικού λαού, είναι στιγματισμένα στην ερμηνεία που ο ίδιος λαός δίνει στην Ιστορία του, μια ερμηνεία πολύ πιο ορθή από τις ερμηνείες διαφόρων «ερμηνευτών» που τείνουν να εξυμνούν ό,τι ο λαός καταδικάζει.  Πολύ σύντομα, Κυρία μου, την απάντηση στα σχέδια της πολιτικής σας, θα την δώσει ο ελληνικός λαός, με τον πιο ηχηρό τρόπο και με κάθε νόμιμο τρόπο, όπως ο πολιτισμός του και το Σύνταγμά του επιτάσσει, το οποίο στο άρθρο 120, παρ. 4 «διατάσσει» τον κάθε Έλληνα πολίτη : «H τήρηση τoυ Συντάγματoς επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, πoυ δικαιoύνται και υπoχρεoύνται να αντιστέκoνται με κάθε μέσo εναντίoν oπoιoυδήπoτε επιχειρεί να τo καταλύσει με τη βία.» Προσέξτε τις λέξεις : «υποχρεούνται» και «με κάθε μέσο»… Κυρία μου, «υποχρεούμαι» από το ίδιο το Σύνταγμά μου, να αγωνιστώ εναντίον της παρουσίας σας εδώ. Και σε ό,τι αφορά το είδος των «όπλων», το ελληνικό Σύνταγμα με σοφία αναφέρεται γενικώς «με κάθε μέσο», αφήνοντας προφανώς το ζήτημα της επιλογής σε άλλες πρόνοιες, του εθνικού (όπως αυτές του Ποινικού) και του Διεθνούς Δικαίου, όπου τα μέσα (ατομικής και συλλογικής) άμυνας συναρτώνται με το είδος και τη βιαιότητα των μέσων επίθεσης. Μέσα σ’ αυτά τα πατριωτικά πλαίσια συνεπώς θα δοθεί η απάντηση από ολόκληρο το λαό… Την ίδια στιγμή που εσείς κάνετε τα σχέδιά σας, εδώ, ετοιμάζονται άλλα σχέδια αναιρετικά των δικών σας. Κι επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω, πως όσες φορές εδώ στον τόπο μας, αναμετρηθήκατε με την ιδιότητα του Κατακτητή, η ήττα ήταν –και θα είναι και τώρα- η μόνη βεβαία κατάληξη. Το «ελληνικό γήπεδο», είναι αρκετά «τραχύ» για την κάθε ξένη «ομάδα». Ο ελληνικός λαός, δεν πρόκειται να «μπει στη σειρά» για να οδηγηθεί σε νέα «στρατόπεδα» όπου «η εργασία απελευθερώνει». Θα αντισταθεί. Οι Γερμανοί στην Ελλάδα την περίοδο 1941-1944, κι φυσικά τα εδώ ενεργούμενά τους, την Εθνική Αντίσταση την αποκαλούσαν «συμμορία», «δολοφόνους», και άλλα παρόμοια. Ξέρετε, έρχονται στιγμές, που αν δεν χαρακτηρισθείς μ’ αυτό το τρόπο, τότε, ίσως ο άλλος χαρακτηρισμός να είναι «προδότης» της ίδιας σου της πατρίδας. Διότι, στο παραπάνω παράδειγμα π.χ., το ποιοι αποτελούσαν «συμμορία» και ποιοι όχι ήταν και τότε εμφανές, τόσο, όσο εμφανές ήταν και όταν ο τελευταίος ένοικος της Καγκελαρίας θάφτηκε στα ερείπιά της, στις 30 Απριλίου του 1945. Ξέρετε, αυτό που έχει για μένα σημασία, είναι ότι σε αντίθεση με την περίοδο του 1941-1945 όπου είχαν βρεθεί κάποιοι ελάχιστοι Έλληνες πρόθυμοι να συνεργαστούν με τον Κατακτητή, στη σημερινή Ελλάδα, είμαι σχεδόν βέβαιος ότι δεν θα βρεθεί κανένας Έλληνας, ιδίως πολιτικός, που τη κρίσιμη στιγμή, θα στρέψει τη πλάτη του στον ελληνικό λαό, το λαό του.
 
 
Με εκτίμηση
 
Βασίλης Δημ. Χασιώτης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ