Πόσοι από εμάς έχουμε διαβάσει ολόκληρο τον “Ύμνο εις την Ελευθερία’; ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟΝ ΤΩΡΑ!
Πόσοι από εμάς έχουμε διαβάσει ολόκληρο τον “Ύμνο εις την Ελευθερία’, από τον οποίο οι δύο πρώτες στροφές αποτελούν τον Εθνικό μας Ύμνο; Φοβάμαι, λίγοι! Κι ακόμα λιγότεροι – ίσως ελάχιστοι- έχουμε μελετήσει πόση σοφία υπάρχει κρυμμένη σε κάθε λέξη του!
Κι όμως, πιστέψτε με, αξίζει τον κόπο! Όχι από «πατριωτισμό», αλλά γιατί οι περισσότεροι στίχοι του μοιάζουν σαν να μην γράφτηκαν το 1823, αλλά σήμερα! Αν έχετε τη διάθεση και τον χρόνο, σας εύχομαι καλή ανάγνωση!
“Ύμνος εις την Ελευθερίαν”
στίχοι: Διονύσιος Σολωμός
μελοποίηση: Νικόλαος Μάντζαρος
Στροφές 1 εως 10
1.
Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βιά μετρά τη γη.
2.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
3.
Εκεί μέσα εκατοικούσες
Πικραμένη, εντροπαλή,
Κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
Έλα πάλι, να σου πει.
4.
Άργειε νάλθη εκείνη η μέρα,
Και ήταν όλα σιωπηλά,
Γιατί τάσκιαζε η φοβέρα
Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5.
Δυστυχής! Παρηγορία
Μόνη σου έμενε να λες
Περασμένα μεγαλεία
Και διηγώντας τα να κλαις.
6.
Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
Φιλελεύθερη λαλιά,
Ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
Από την απελπισιά.
7.
Κι’ έλεες: πότε, α! πότε βγάνω
Το κεφάλι από τς ερμιές;
Κι αποκρίνοντο από πάνω
Κλάψες, άλυσες, φωνές.
8.
Τότε εσήκωνες το βλέμμα
Μες στα κλάμματα θολό,
Και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
Πλήθος αίμα Ελληνικό.
9.
Με τα ρούχα αιματωμένα
Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
Να γυρεύης εις τα ξένα
Aλλα χέρια δυνατά.
Στροφές 10 εως 19
10.
Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
Εάν η χρεία τες κουρταλή.
11.
Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
Αλλ’ ανάσασιν καμιά
Aλλος σου έταξε βοήθεια
Και σε γέλασε φρικτά.
12.
Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου
Οπού εχαίροντο πολύ,
Σύρε νάβρης τα παιδιά σου,
Σύρε ελέγαν οι σκληροί.
13.
Φεύγει οπίσω το ποδάρι
Και ολοκλήγορο πατεί
Ή την πέτρα ή το χορτάρι
Που τη δόξα σου ενθυμεί.
14.
Ταπεινότατη σου γέρνει
Η τρισάθλια κεφαλή,
Σαν πτωχού που θυροδέρνει
Κι’ είναι βάρος του η ζωή.
15.
Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου με ορμή,
Που ακατάπαυστα γυρεύει
Ή τη νίκη ή τη θανή.
16.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
17.
Μόλις είδε την ορμή σου
Ο ουρανός, που για τς εχθρούς
Εις τη γη τη μητρική σου
Έτρεφ’ άνθια και καρπούς.
18.
Εγαλήνευσε και εχύθη
Καταχθόνια μία βοή,
Και του Ρήγα σου απεκρίθη
Πολεμόκραχτη η φωνή.
19.
Όλοι οι τόποι σου σ’εκράξαν
Χαιρετώντας σε θερμά,
Και τα στόματα εφωνάξαν
Όσα αισθάνετο η καρδιά.
Στροφές 20 εως 29
20.
Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
Του Ιονίου και τα νησιά,
Και εσηκώσανε τα χέρια
Για να δείξουνε χαρά.
21.
Μ’ όλον πούναι αλυσωμένο
Το καθένα τεχνικά,
Και εις το μέτωπο γραμμένο
Έχει: “Ψεύτρα Ελευθεριά’.
22.
Γκαρδιακά χαροποιήθη
Και του Βάσιγκτον η γη,
Και τα σίδερα ενθυμήθη
Που την έδεναν και αυτή.
23.
Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
Σα να λέη σε χαιρετώ,
Και τη χήτη του τινάζει
Το Λεοντάρι το Ισπανό.
24.
Ελαφιάσθη της Αγγλίας
Το θηρίο, και σέρνει ευθύς
Κατά τ’άκρα της Ρουσίας
Τα μουγκρίσματα της οργής.
25.
Εις το κίνημά του δείχνει
Πως τα μέλη είν’ δυνατά
Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
Μια σπιθόβολη ματιά.
26.
Σε ξανοίγει από τα νέφη
Και το μάτι του Αετού,
Που φτερά και νύχια θρέφει
Με τα σπλάχνα του Ιταλού.
27.
Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
Γιατί πάντα σε μισεί,
Έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος,
Να σε βλάψη, αν ημπορή.
28.
Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
Πάρεξ που θα πρωτοπάς
Δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
Στες βρισιές οπού αγρικάς.
29.
Σαν τον βράχον οπού αφήνει
Κάθε ακάθαρτο νερό
Εις τα πόδια του να χύνη
Ευκολόσβηστον αφρό.
Στροφές 30 εως 39
30.
Οπού αφήνει ανεμοζάλη
Και χαλάζι και βροχή
Να του δέρνουν τη μεγάλη,
Την αιώνιαν κορυφή.
31.
Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,
Οποιανού θέλει βρεθεί
Στο μαχαίρι σου αποκάτου
Και σ’ εκείνο αντισταθεί.
32.
Το θηρίο π’ ανανογιέται,
Πως του λείπουν τα μικρά,
Περιορίζεται, πετιέται,
Αίμα ανθρώπινο διψά.
33.
Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
Τα λαγκάδια, τα βουνά,
Κι όπου φθάση, όπου περάση,
Φρίκη, θάνατος, ερμιά.
34.
Ερμιά, θάνατος και φρίκη
Όπου επέρασες κι εσύ
Ξίφος έξω από τη θήκη
Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.
35.
Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
Της αθλίας Τριπολιτσάς
Τώρα τρόμου αστροπελέκι
Να της ρίψης πιθυμάς.
36.
Μεγαλόψυχο το μάτι
Δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
Και ας είν’ άρματα γεμάτη
Και πολέμιαν χλαλοή.
37.
Σου προβαίνουνε και τρίζουν
Για να ιδής πως είν’ πολλά
Δεν ακούς που φοβερίζουν
Aνδρες μύριοι και παιδιά;
38.
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
Θα σας μείνουνε ανοιχτά
Για να κλαύσετε τα σώματα
Που θε νάβρη η συμφορά.
39.
Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
Του πολέμου αναλαμπή.
Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
Λάμπει, κόφτει το σπαθί.
Στροφές 40 εως 49
40.
Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγη
Και στο κάστρο ν’ ανεβή.
41.
Μέτρα… Eίν’ άπειροι οι φευγάτοι,
Οπού φεύγοντας δειλιούν
Τα λαβώματα στην πλάτη
Δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.
42.
Εκεί μέσα ακαρτερείτε
Την αφεύγατη φθορά
Να, σας φθάνει, αποκριθήτε
Στις νυκτός τη σκοτεινιά.
43.
Αποκρίνονται, και η μάχη
Έτσι αρχίζει, οπού μακριά
Από ράχη εκεί σε ράχη
Αντιβούιζε φοβερά.
44.
Ακούω κούφια τα τουφέκια,
Ακούω σμίξιμο σπαθιών,
Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
Ακούω τρίξιμο δοντιών.
45.
Α! Τι νύκτα ήταν εκείνη
Που την τρέμει ο λογισμός;
Aλλος ύπνος δεν εγίνη
Πάρεξ θάνατου πικρός.
46.
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
Οι κραυγές, η ταραχή,
Ο σκληρόψυχος ο τρόπος
Του πολέμου και οι καπνοί.
47.
Και οι βροντές, και το σκοτάδι,
Οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
Επαράσταιναν τον άδη
Που ακαρτέρειε τα σκυλιά.
48.
Τ’ ακαρτέρειε. Εφαίνοντ’ ίσκιοι
Αναρίθμητοι γυμνοί,
Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
Βρέφη ακόμη εις το βυζί.
49.
Όλη μαύρη μυρμηγικάζει,
Μαύρη η εντάφια συντροφιά,
Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
Τα κρεβάτια τα στερνά.
Στροφές 50 εως 59
50.
Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
Επετιούντο από τη γη,
Όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι
Από τούρκικην οργή.
51.
Τόσα πέφτουνε τα θέρι
σμένα αστάχια εις τους αγρούς
Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
Εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.
52.
Θαμποφέγει κανέν’ άστρο,
Και αναδεύοντο μαζί,
Αναβαίνοντας το κάστρο
Με νεκρώσιμη σιωπή.
53.
Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
Μες στο δάσος το πυκνό,
Όταν στέλνη μίαν αχνάδα
Μισοφέγγαρο χλωμό.
54.
Εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια
Τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
55.
Με τα μάτια τους γυρεύουν
Όπου είν’ αίματα πηχτά,
Και μες στ’ αίματα χορεύουν
Με βρυχίσματα βραχνά,
56.
Και χορεύοντας μανίζουν
Εις τους Έλληνας κοντά,
Και τα στήθια τους εγγίζουν
Με τα χέρια τα ψυχρά.
57.
Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
Βαθιά μες στα σωθικά,
Όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
58.
Τότε αυξαίνει του πολέμου
Ο χορός τρομακτικά,
Σαν το σκόρπισμα του ανέμου
Στου πελάου τη μοναξιά.
59.
Κτυπούν όλοι απάνου κάτου
Κάθε κτύπημα που εβγή
Είναι κτύπημα θανάτου,
Χωρίς να δευτερωθεί.
Στροφές 60 εως 69
60.
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει
Λες και εκείθεν η ψυχή
Απ’ το μίσος που την καίει
Πολεμάει να πεταχθή.
61.
Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
Μες στα στήθια τους αργά,
Και τα χέρια οπού χουμάνε
Περισσότερο είν’ γοργά.
62.
Ουρανός γι’αυτούς δεν είναι,
Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη
Γι’ αυτούς όλους το παν είναι
Μαζωμένο αντάμα εκεί.
63.
Τόση η μάνητα και η ζάλη,
Που στοχάζεσαι, μη πως
Από μία μεριά και απ’ άλλη
Δεν μείνη ένας ζωντανός.
64.
Κοίτα χέρια απελπισμένα
Πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
Χέρια, πόδια, κεφαλές,
65.
Και παλάσκες και σπαθία
Με ολοσκόρπιστα μυαλά,
Και με ολόσχιστα κρανία
Σωθικά λαχταριστά.
66.
Προσοχή καμία δεν κάνει
Κανείς, όχι εις τη σφαγή
Πάνε πάντα εμπρός. Ω! Φθάνει,
Φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί;
67.
Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
Πάρεξ όταν ξαπλωθή;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
Και λες κι’ είναι εις την αρχή.
68.
Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά
Και των Χριστιανών τα χείλη
Φωτιά εφώναζαν, φωτιά.
69.
Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,
Πάντα εφώναζαν φωτιά,
Και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
Πάντα σκούζοντας Αλλά.
Στροφές 70 εως 79
70.
Παντού φόβος και τρομάρα
Και φωνές και στεναγμοί
Παντού κλάψα, παντού αντάρα,
Και παντού ξεψυχισμοί.
71.
Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
Εις τ’ αυτιά δεν του λαλεί.
Όλοι χάμου εκτίτοντ’ όλοι
Εις την τέταρτη αυγή.
72.
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
Και κυλάει στη λαγκαδιά,
Και το αθώο χόρτο πίνει
Αίμα αντίς για τη δροσιά.
73.
Της αυγής δροσάτι αέρι,
Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
Στων ψευδόπιστων το αστέρι
Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.
74.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
75.
Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι
Δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
Εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
Εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.
76.
Εις τον ήσυχον αιθέρα
Τώρα αθώα δεν αντηχεί
Τα λαλήματα η φλογέρα,
Τα βελάσματα το αρνί.
Η συνέχεια εδω: http://www.hellasforce.com/blog/posi-apo-emas-echoume-diavasi-olokliro-ton-ethniko-imno-idou-i-efkeria/
Πρωτοσελιδα – Ειδήσεις
