Οι γραικύλοι (δεύτερο μέρος)

Δεύτερο μέρος
…και ιδού˙
το απολλώνιο Φως˙
αποξαρχής θενά γενεί
ρυθμός και μέτρο
ομορφιά και λόγος
αλήθεια και σκέψη
και στερνά˙
πολίτης και νόμος
χορός και πράξη
και στερνότερα˙
το σοφό και το μέτρο
θενά γενούνε
κίονας και μετόπη
αέτωμα και τρίγλυφο
Παρθενώνας και τραγωδία…
και παρέκει
ο ιερός βράχος ανύπνωτος
ξαμώνει χέρι στιβαρό
με μιαν αγκαλιά λουλούδια
στο πρόσταγμα της άνοιξης…
και οι πέτρες θενά πάρουνε καιρό
απ’ τα ριζά του χρόνου
τραγουδώντας∙
τον Ίουλο και το Λίνο
τον Ίμαιο και Υμέναιο
τ’ Ασκόλια και τα Παροίνια
και τότε πια˙
θενά γλυκογελάσουν έκθαμβοι
ο Ορφέας με το Μαρσύα
κι ο Μουσαίος με τον Εύμολπο
κι ο Υάκινθος με το Φήμιο
κι ο Θάμυρις με το Δημόδοκο
κι ο Λίνος με το Φιλάμμονα
κι ο Αμφίονας με τον Όμηρο
και το Θαλή
και στερνότερα
ο Λεύκιππος με το Δημόκριτο
κι ο Αναξαγόρας με τον Ηράκλειτο∙
κι οι…θυμιατισμένοι ας ωρύονται:
« …οι παρ’ έλλησι φιλόσοφοι∙
κλέπται εισίν και άρπαγες!»…
και θα ματακουστεί
η φωνή του…Άγιου
να ψελλίζει δειλά-δειλά:
«…όχι, όχι!…
δεν υπάρχουν Έλληνες!…»!!
και θα γελάσει η Αθηνά
στα γόνατα του Πατέρα της…
και θα σταματήσει λιγωμένη
η Σαπφώ το τραγούδι της…
και θα πέσει η λύρα
απ’ τα χέρια του Τέρπανδρου…
κι έκπληκτοι θα κοντοσταθούν
ο ίαμβος με τον ανάπαιστο…
κι ένας χωλίαμβος
θενά γελάει ανεκράτηγα…
«χμμμ, οι…Έλληνες!»
θα μυκτηρίσουν οι θυμιατισμένοι
του κόσμου το πρωινό…
και θα υψώσουν τα προσωπεία
του βδελυρού θεού τους
κραυγάζοντας βέβηλα δοξαστικά…
κι ο Φοίβος ακούγοντας
τους βρυχηθμούς
απ’ το βαθύ μεσονύχτι
της μουχτερής αγιοσύνης
θενά φωνάξει οργισμένος
ξεστομίζοντας κεραυνούς:
«δεν υπάρχει της σκέψης γωνιά
που γίνεται σπίτι της πλάνης…»
· και τότε· μέσα απ’ το έρεβος
τ’ ανειρήνευτου χάους
θα πεταχτούν τα κρίνα του αγρού
και θενά στήσουνε χορό
στην αυγινή την πάχνη
και παρέκει˙
το κελάηδημα των πουλιών
με τον αχό τ’ αγέρα
θα διαλαλούν την αλήθεια του ήλιου…
και προσώρας ελάχιστα
και στερνότερα περσότερα
θα υψωθούνε χέρια
κρατώντας με κατάνυξη
το βιβλίο και το διαβήτη
τη σμίλη και τον κανόνα
τον αριθμό και το μέτρο
φωνάζοντας στον ήλιο:
«Φοίβε! Απόλλωνα!
Θεέ αποτρόπαιε,
ω χρυσέας αμέρας βλέφαρον…
ξέσχισε ανελέητα
με τη πύρινη ρομφαία Σου
τα σκοτάδια του νου
να ξανοίξει η σκέψη μας διάπλατα
στον ιλαρό Σου Λόγο
που διαχέει απ’ άκρη σ’ άκρη
το στερέωμα·
το αληθινό και το ίσο
το λογικό και το δίκιο!»
και τα πουλιά με τα λουλούδια
θ’ αγκαλιαστούνε
χορεύοντας ξέφρενα…
κι ο Ήλιος πάνωθέ μας
με μια τσακισμένη ελληνική κούπα
από πηλό και μάρμαρο
γιομάτη ως πάνω ανέσπερο φως
θενά ραντίζει με τ’ αγίασμα των Δελφών
τη σκέψη των ανθρώπων
αρθρώνοντας οργισμένος:
«ο Ρυθμός και το Μέτρο!…»
«η Ομορφιά και ο Λόγος!…»
«ο Πολίτης κι ο Νόμος!…»
«η Τραγωδία κι ο Παρθενώνας!…»
και θενά λάβουν φωνή
τα τσακισμένα μάρμαρα
τραγουδώντας αγέρωχα
τα χορικά του Σοφοκλή:
«…ακτίς αελίου…»
κι έπειτα:
«…έρως ανίκατε…»
και παραΰστερα:
«…ρόδο το αμάραντο…»
και στερνότερα:
«…όταν σφίγγουν τα χέρια…»
κι απόστερνα
ανάμεσα στις βροντές
και στο φευγάτισμα τ’ άδικου:
«κάθε σφαίρα ένα καρβέλι
κάθε όπλο ένα σκολειό
και το κράνος του στρατιώτη
γλάστρα για βασιλικό!»
και θενά ακούγονται απόμακρα
τα σφυριά και τ’ αμόνια
να σφυρηλατούνε καινούργια οπλικά
κι άλλα πιο…εργαλεία θανάτου˙
και τότε το δίκιο˙
θενά σκληρύνει
το γνέψιμο του Φοίβου
προστάζοντας με οργή
την πρώτη συμπαντική σύνοδο
των λακέδων της Μπιλντ˙*
και θα μακραίνουν οι προδότες
ότι φοβούνται
την οργισμένη του την κρίση!
και τότε·
θα φανούν σιμώνοντας
απ’ το μυχό του χρόνου∙
ο Γεμιστός με το Βησσαρίωνα
κι ο Ψελλός με τον Αρέθα!
κι ο Κύριλλος Λούκαρις
με τον Ανθρακίτη!
κι ο Μοισιόδακας
με τον Ευγένιο Βούλγαρη!
ο Ρήγας Βελεστινλής
με το Μακρυγιάννη!
ο Διονύσιος Σολωμός
με τον Παπαδιαμάντη!
ο Νικηφόρος Βρεττάκος
με το Γιάννη Ρίτσο!
κι ο Νικόλαος Μάντζαρος
με το Μανόλη Καλομοίρη!
κι ο Μίκης ο κεραυνός
με το Μάνο Λοΐζο!
κι άλλοι πολλοί φυγαδεμένοι
από το άσβηστο μίσος
της νοσηρής κι αγέλαστης αγιοσύνης
υψώνοντας στα λαβωμένα χέρια τους
κατεστραμμένους κώδικες
και κυλίνδρους σοφίας
στο τραγούδημα της αυγής…
και θενά πάρει καιρό από τον Όμηρο
ο Ελύτης να τραγουδήσει πάλι:
«…τη γλώσσα
μού έδωσαν ελληνική!»
κι οι θυγατέρες του Ήλιου
με το γαίμα του πρωινού
θενά να ραντίσουν
τα άγια των αγίων του Λόγου
και τους ανοιχτούς τάφους
των αδικημένων της αλήθειας
φωνάζοντας οργισμένες:
«Εκάς!
Εκάς οι βέβηλοι!…»
και τότε
θα σηκωθούνε θαρρετά
κάμποσα χέρια
κι έπειτα άλλα κι άλλα
πολλά πολλά χέρια
τσακισμένα από κείνους
που χριστήκανε…άγιοι
και…προστάτες του Λόγου˙
και τότε˙
οι…παλιόπετρες˙˙˙
σαν μετόπες και τρίγλυφα,
σαν κίονες και κιονόκρανα
σαν αέτωμα και θριγκός…
θα ξεσηκωθούν και θ’ αρχίσουν
να φωνάζουνε καταπρόσωπο:
«εκάς!
εκάς οι βέβηλοι!»
*****

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ