Το εσωτερικό σημείωμα της ΔΕΗ για την ασυλία η μη του Φωτοπουλου!

Διεύθυνση Ανθρωπίνων Πόρων
& Οργάνωσης ΔΕΗ ΑΕ
Ε Ν Η Μ Ε Ρ Ω Τ Ι Κ Ο Σ Η Μ Ε Ι Ω Μ Α
Προβληματισμοί επί της υλοποίησης της εντολής του ΓΕΔΔ για παραπομπή μισθωτών στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
ΜΕΡΟΣ Α΄
1. Εφαρμοστέες στην Εταιρεία Νομοθετικές Διατάξεις
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Ν. 3074/2002 (περιπτ. δ΄, παρ. 2 του άρθρου
1, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 3613/2007), ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης διεξάγει ελέγχους, επανελέγχους, επιθεωρήσεις και έρευνες στο Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ., τους Ο.Τ.Α., τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και τις δημόσιες επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις, τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος. Επίσης, διεξάγει ο ίδιος ή με τους βοηθούς του ή τους Ειδικούς Επιθεωρητές ή τα αρμόδια όργανα των φορέων ΕΔΕ και, σε κάθε περίπτωση, μπορεί να διατάξει την άσκηση πειθαρχικής δίωξης.
Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης (ΓΕΔΔ) απέστειλε στην Επιχείρηση το 6149/18.4.12 έγγραφο, με αποδέκτη τη Διεύθυνση Ανθρωπίνων Πόρων, με το οποίο ζητά την έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας και την παραπομπή στο αρμόδιο υπηρεσιακό συμβούλιο των υπαλλήλων της ΔΕΗ Α.Ε. κατά των οποίων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο με αριθ. 162128/10.4.12 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Περαιτέρω μας γνωστοποιεί ότι παρέλκει η διενέργεια ΕΔΕ, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από το κατηγορητήριο, επαρκούν για τη στοιχειοθέτηση πειθαρχικού παραπτώματος. Επιπλέον, στο έγγραφο του ΓΕΔΔ αναφέρεται ότι η έναρξη της πειθαρχικής διαδικασίας θα γίνει σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, μετά την αναζήτηση των στοιχείων της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας από την αρμόδια δικαστική αρχή.
2. Διατάξεις περί πειθαρχικού ελέγχου του ΚΚΠ/ΔΕΗ
Άρθρο 26 §1 Κάθε παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος από το προσωπικό, από υπαίτια πράξη ή παράλειψή του, που μπορεί να καταλογισθεί αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα. Το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις επιβαλλόμενες στο προσωπικό υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, τις κείμενες διατάξεις, εγκυκλίους, οδηγίες και διαταγές όσο και από τη φύση της υπηρεσίας και της όλης διαγωγής του που πρέπει να τηρεί κάθε φορά μέσα στην υπηρεσία.
Άρθρο 27 §1 Η πειθαρχική δίκη είναι ανεξάρτητη από την ποινική δίκη.
Άρθρο 27 §2 Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική, μπορεί όμως αυτός που ασκεί τον πειθαρχικό έλεγχο, με απόφασή του, που μπορεί ελεύθερα να ανακληθεί, να διατάξει για εξαιρετικούς λόγους την αναστολή.
Άρθρο 28 §1 Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται αν πέρασε έτος από τη διάπραξή τους και δεν ασκήθηκε δίωξη, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην περιουσία της ΔΕΗ. Πειθαρχικό παράπτωμα που αποτελεί και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν περάσει ο χρόνος που ορίζεται για την παραγραφή του ποινικού αδικήματος. Σ’ αυτά τα πειθαρχικά παραπτώματα, οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας αποτελούν λόγο για τη διακοπή της παραγραφής του πειθαρχικού αδικήματος. Εφ’ όσον ασκηθεί πειθαρχική δίωξη τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά από δύο (2) έτη από αυτή. Ως χρόνος άσκησης της πειθαρχικής δίωξης λαμβάνεται ο χρόνος, που ο υπαίτιος εξετάστηκε για πρώτη φορά σε διοικητική ανάκριση.
Άρθρο 29 §1 Τον πειθαρχικό έλεγχο ασκούν:
α. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο …
β. Ο Διευθύνων Σύμβουλος …
γ. Οι Γενικοί Διευθυντές …
δ. Οι Προϊστάμενοι που ορίζονται με αποφάσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου …
Άρθρο 30 §4 Ο προϊστάμενος που έχει πειθαρχική δικαιοδοσία ή αυτός στον οποίο υποβλήθηκε κατά τα παραπάνω φάκελος, εάν από τα συγκεντρωθέντα στοιχεία κρίνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση πειθαρχικής δίωξης, τερματίζει αυτή μετά από κλήση ή και χωρίς κλήση του διωκόμενου και συντάσσει σχετική έκθεση, την οποία μαζί με το φάκελο που σχηματίστηκε υποβάλλει στον ιεραρχικά προϊστάμενο που έχει πειθαρχική δικαιοδοσία και ο οποίος δεν κωλύεται να διενεργήσει νέα προανάκριση ή ανάκριση. Εάν αντίθετα ο προϊστάμενος που έχει πειθαρχική δικαιοδοσία, κρίνει ότι από τα συγκεντρωθέντα στοιχεία προκύπτει πειθαρχικό παράπτωμα, καλεί τον υπαίτιο σε απολογία και επιβάλλει την πρέπουσα πειθαρχική ποινή, εκτός εάν κρίνει ότι για το παράπτωμα πρέπει να επιβληθεί πειθαρχική ποινή βαρύτερη από αυτή που αυτός δικαιούται να επιβάλλει, ως εκ της δικαιοδοσίας του. Στην περίπτωση αυτή, καθώς και εάν μετά την κλήση του διωκόμενου σε απολογία προκύψουν και νέα στοιχεία, λόγω των οποίων, δεν επαρκεί για την τιμωρία του παραπτώματος η δικαιοδοσία του οργάνου που ασκεί τον πειθαρχικό έλεγχο, υποβάλλει την υπόθεση με αιτιολογημένη έκθεση στον αμέσως ανώτερο ιεραρχικά προϊστάμενο που έχει την πειθαρχική δικαιοδοσία, ο οποίος επίσης, εάν κρίνει ανεπαρκή τη δική του δικαιοδοσία, υποβάλλει την υπόθεση στον αμέσως πειθαρχικά ανώτερο και ούτω καθεξής μέχρι το Διευθύνοντα Σύμβουλο. Ο Διευθύνων Σύμβουλος είτε εκδικάζει την υπόθεση, είτε εισάγει αυτή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ασκώντας την προς τούτο πειθαρχική δίωξη.
Άρθρο 30 §7α Δεν μπορούν να διενεργήσουν ανάκριση: Όσοι με οποιονδήποτε τρόπο έχουν σχέση με το πειθαρχικό παράπτωμα.
Άρθρο 32 §1 Η παραπομπή του εγκαλούμενου για το πειθαρχικό παράπτωμα στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο γίνεται από Διευθύνοντα Σύμβουλο μέσω της αρμοδίας για το προσωπικό Υπηρεσίας, …
ΜΕΡΟΣ Β΄
Ζητήματα παραδεκτού επί της άσκησης πειθαρχικής δίωξης και παραπομπής στο ΠΠΣ
1. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 7α του άρθρου 30 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, δεν δύναται να διενεργήσουν ανάκριση «οι καθ’ οιονδήποτε τρόπον έχοντες σχέσιν προς το πειθαρχικό παράπτωμα». Κατ΄ ακολουθία της ως άνω διάταξης, τα πειθαρχικώς αρμόδια όργανα που εμπλέκονται με το πειθαρχικό παράπτωμα δεν δύνανται να ασκήσουν πειθαρχικό έλεγχο. Δεδομένου ότι η στοιχειοθέτηση του πειθαρχικού παραπτώματος σε βάρος των μισθωτών Ν. Φωτόπουλου και Κ. Στεριώτη, θα βασιστεί στο κατηγορητήριο του ποινικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο εμπλεκόμενος στην υπόθεση, ως συγκατηγορούμενος, είναι ο ΔΝΣ, υφίσταται κώλυμα ως προς τη δυνατότητα του ΔΝΣ, να ασκήσει τον πειθαρχικό έλεγχο σε βάρος των Ν. Φωτόπουλου και Κ. Στεριώτη (εντολή του ΔΝΣ για παραπομπή των υπόψη μισθωτών στο ΠΠΣ, άρθρο 32 παρ. 1 του ΚΚΠ/ΔΕΗ – άσκηση πειθαρχικής δίωξης από το ΔΝΣ κατά των υπόψη μισθωτών με την εντολή του εισαγωγής της υπόθεσης στο ΠΠΣ, άρθρο 30 παρ. 4 του ΚΚΠ/ΔΕΗ). Λόγω του ότι ο ΔΝΣ είναι το ανώτατο μονοπρόσωπο όργανο στην Επιχείρηση που έχει δικαιοδοσία πειθαρχικού ελέγχου (άρθρο 29 παρ. 1β του ΚΚΠ/ΔΕΗ), δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής, τα οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 30 του ΚΚΠ/ΔΕΗ περί διαβίβασης της πειθαρχικής υπόθεσης σε ανώτερο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο και συνεπώς τίθεται ζήτημα για το ποιο όργανο θα παραπέμψει του εν λόγω μισθωτούς στο ΠΠΣ.
Ενδεχομένως στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να εξεταστεί η εφαρμογή της ρύθμισης της παρ. 5δ του άρθρου 9 του Καταστατικού της ΔΕΗ και του άρθρου 8 του Κανονισμού Λειτουργίας της εταιρείας, σύμφωνα με την οποία θα θεωρηθεί ότι ο ΔΝΣ κωλυόμενος για την άσκηση της πειθαρχικής δικαιοδοσίας του, αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο του ΔΣ/ΔΕΗ.
2. Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 26 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί η, με υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις, παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος.
Το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται τόσο από τις επιβαλλόμενες στο προσωπικό υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, τις κείμενες διατάξεις, εγκυκλίους, οδηγίες και διαταγές όσο και από τη διαγωγή μέσα στην υπηρεσία.
Δεδομένου ότι η ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος του Ν. Φωτόπουλου αφορά σε πράξεις που τελέσθηκαν από αυτόν με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ και όχι με την ιδιότητα του υπαλλήλου κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, τίθεται ζήτημα εάν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης υπηρεσιακού καθήκοντος, όπως αυτό ορίζεται στην ως άνω παρ. 1 του άρθρου 26 του ΚΚΠ/ΔΕΗ.
3. Δεδομένου ότι ο Ν. Φωτόπουλος, καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του ως μέλος του ΔΣ/ΔΕΗ, τελεί σε ειδική άδεια, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 8 του Π.Δ. 57/1985, τίθεται ζήτημα εάν η εργασιακή του σχέση βρίσκεται σε αναστολή (βλ. σχετική γνωμοδότηση ΔΝΥ) και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στις περί πειθαρχικού ελέγχου διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ.
ΜΕΡΟΣ Γ΄
Ζητήματα επί της ουσίας της υπόθεσης
1. Σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι ο μισθωτός Ν. Φωτόπουλος, με την ιδιότητα του ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, τέλεσε το πειθαρχικό παράπτωμα της πρόκλησης οικονομικής ζημίας στην Επιχείρηση (όπως ορίζεται στην παρ. 9 του άρθρου 18 του ΚΚΠ/ΔΕΗ – υποχρέωση του μισθωτού να προστατεύει τα συμφέροντα της Επιχείρησης και να αποφεύγει οτιδήποτε θα μπορούσε να τα βλάψει) και ως εκ τούτου παρέβη το υπηρεσιακό του καθήκον, θα πρέπει στο έγγραφο παραπομπής του στο ΠΠΣ να αποτυπωθούν αναλυτικά οι κατηγορίες που του αποδόθηκαν από τον Εισαγγελέα για διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων και οι οποίες είναι οι εξής:
Α) Συνέργεια σε απιστία, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, παρέχοντας άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης σε απιστία σχετικά με την υπηρεσία, που διέπραξαν οι συγκατηγορούμενοί του Παναγιώτης Αθανασόπουλος και Αρθούρος Ζερβός με την ιδιότητά τους ως διευθύνοντες σύμβουλοι και νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που κατά τη διαχείριση οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνουν εν γνώσει τους και για να ωφεληθεί άλλος τη δημόσια (κατά τη έννοια του νόμου) περιουσία, της οποίας η διαχείριση τούς ήταν εμπιστευμένη, μεταχειριζόμενοι ιδιαίτερα τεχνάσματα και με τη συνολική ελάττωση της περιουσίας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά των 150.000€.
Β) Πρόκληση με πρόθεση (με δύο πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, από κοινού) σε άλλους την απόφαση να τελέσουν το έγκλημα της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία, που διέπραξαν οι συγκατηγορούμενοί του Παναγιώτης Αθανασόπουλος και Αρθούρος Ζερβός με την ιδιότητά τους ως διευθύνοντες σύμβουλοι και νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που κατά τη διαχείριση οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνουν εν γνώσει τους και για να ωφεληθεί άλλος τη δημόσια (κατά τη έννοια του νόμου) περιουσία, της οποίας η διαχείριση τούς ήταν εμπιστευμένη, μεταχειριζόμενοι ιδιαίτερα τεχνάσματα και με τη συνολική (πραγματική και επαπειλούμενη – διακινδυνευομένη, κατά τα ανωτέρω) ελάττωση της περιουσίας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά των 150.00€.
Γ) Τέλεση εκ προθέσεως του εγκλήματος της απάτης, ήτοι, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του αυτού εγκλήματος – από κοινού με τους συγκατηγορούμενούς του (E. Μπουζούλα και Κ. Κατσαρό ως Γραμματείς του ΔΣ της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, Ειρ. Τζαννέτου και Γ. Τριανταφύλλη, πρώην Γενικούς Διευθυντές της ΔΕΗ) και με σκοπό να αποκομίσει η συνδικαλιστική οργάνωση ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ, της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία (δημόσια με την έννοια του νόμου περιουσία), πείθοντας άλλον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών. Το συνολικό του όφελος και η αντίστοιχη ζημία που προξενήθηκε από την πράξη του αυτή είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και υπερβαίνει το ποσό των 150.000€, έπραττε δε την πράξη αυτή κατ’ επάγγελμα.
2. Όσον αφορά το Διευθυντή ΔΕΣΕ Κ. Στεριώτη, σε περίπτωση που θεωρηθεί ότι τέλεσε το πειθαρχικό παράπτωμα της πρόκλησης οικονομικής ζημίας στην Επιχείρηση (όπως ορίζεται στην παρ. 9 του άρθρου 18 του ΚΚΠ/ΔΕΗ – υποχρέωση του μισθωτού να προστατεύει τα συμφέροντα της Επιχείρησης και να αποφεύγει οτιδήποτε θα μπορούσε να τα βλάψει) και ως εκ τούτου παρέβη το υπηρεσιακό του καθήκον, θα πρέπει στο έγγραφο παραπομπής του στο ΠΠΣ να αποτυπωθούν αναλυτικά οι κατηγορίες που του αποδόθηκαν από τον Εισαγγελέα για διάπραξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων και οι οποίες είναι οι εξής:
Συνέργεια σε απιστία, κατ’ εξακολούθηση, παρέχοντας άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της πράξης σε απιστία σχετικά με την υπηρεσία, που διέπραξαν οι συγκατηγορούμενοί του Παναγιώτης Αθανασόπουλος και Αρθούρος Ζερβός με την ιδιότητά τους ως διευθύνοντες σύμβουλοι και νόμιμοι εκπρόσωποι νομικού προσώπου, που κατά τη διαχείριση οποιωνδήποτε εσόδων ελαττώνουν εν γνώσει τους και για να ωφεληθεί άλλος (ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ) τη δημόσια (κατά τη έννοια του νόμου) περιουσία, της οποίας η διαχείριση τούς ήταν εμπιστευμένη, μεταχειριζόμενοι ιδιαίτερα τεχνάσματα και με τη συνολική ελάττωση της περιουσίας ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ανώτερης συνολικά των 150.000€.
3. Σύμφωνα με τα ως άνω αναφερόμενα, προκύπτει εύλογα ο προβληματισμός εάν, η δικαιοδοσία που παρέχεται στον εκάστοτε Δ/ντα Σύμβουλο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 30 και την παρ. 1 του άρθρου 32 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, για παραπομπή στο ΠΠΣ μισθωτών, ασκώντας την σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη, είναι δυνατόν να ασκηθεί από το νυν Δ/ντα Σύμβουλο ή από τον Αντιπρόεδρο του ΔΣ/ΔΕΗ στους ως άνω δύο μισθωτούς, εφόσον ο ίδιος ο ΔΝΣ, με την ιδιότητα του Δ/ντος Συμβούλου της εταιρείας, είναι συγκατηγορούμενός τους, ως αυτουργός των πράξεων για τις οποίες οι μισθωτοί κατηγορούνται ως συνεργοί και ένεκα των πράξεων αυτών προκλήθηκε οικονομική ζημία στην Επιχείρηση. Ως εκ τούτου με την τυχόν άσκηση από την Επιχείρηση πειθαρχικής δίωξης σε βάρος των υπόψη μισθωτών, ουσιαστικά συνομολογείται η τέλεση των αδικημάτων από τους αυτουργούς, δηλαδή αποδίδονται ευθύνες στο Δ/ντα Σύμβουλο και σε πρώην Γενικούς Διευθυντές που εμπλέκονται στην υπόθεση. Ακόμη πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η κρίση και απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου (η οποία και θα αποτυπώνεται στα πρακτικά αυτού) αυτομάτως θα καταλαμβάνει και τις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο ΔΝΣ και οι πρώην Γενικοί Διευθυντές, ασχέτως εάν δεν γίνεται μνεία αυτών καθότι δεν καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του ΚΚΠ/ΔΕΗ περί πειθαρχικού ελέγχου.
4. Επιπλέον, το παραπάνω με στοιχείο Α) αδίκημα του μισθωτού Ν. Φωτόπουλου αφορά πράξεις (κάλυψη δαπανών της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ από τη ΔΕΗ Α.Ε. όπως προβλέφθηκε σε διατάξεις ΕΣΣΕ) που συνιστούν παράνομη χρηματοδότηση της ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ από την Επιχείρηση, κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 4 του ν. 1264/82. Κατόπιν αυτού και επειδή τα πειθαρχικά όργανα (μονομελή ή πολυμελή) είναι αρμόδια να κρίνουν παράβαση/μη τήρηση εκ μέρους μισθωτού υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας, τις κείμενες διατάξεις, εγκυκλίους, οδηγίες, διαταγές, τίθεται το ερώτημα εάν είναι δυνατόν τα εν λόγω όργανα να κρίνουν όχι την παράβαση ή μη τήρηση ρύθμισης της Επιχείρησης, αλλά τη νομιμότητα ισχύουσας ρύθμισης της Επιχείρησης που σημειωτέον εγκρίθηκε από το ανώτατο όργανο της Εταιρείας, ήτοι το ΔΣ αυτής και αφορά διατάξεις ΕΣΣΕ (ετών 1999, 2001, 2004 –χρηματοδότηση ΓΕΝΟΠ- και έτους 2006 –χρηματοδότηση ΟΚΔΕ).
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με την 5708/2003 απόφασή του απεφάνθη να μην γίνει κατηγορία κατά των μελών του ΔΣ ΔΕΗ που ενέκριναν τη σχετική διάταξη της ΕΣΣΕ έτους 1999 περί χρηματοδότησης της ΓΕΝΟΠ υιοθετώντας την εισαγγελική πρόταση, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «… Οι κατηγορούμενοι ενήργησαν άδολα και με μοναδικό σκοπό με τη ρύθμιση αυτή να βελτιώσουν τις εν γένει συνθήκες εργασίας των εργαζομένων σε ΔΕΗ. Η ρύθμιση αυτή προήλθε μέσα από εντατικές διαπραγματεύσεις συλλογικές και δεν αποτελεί προϊόν επιβολής άκαμπτης κυρίαρχης βουλήσεως και αποφάσεως της εργοδότιδος ΔΕΗ επί των μελών ΔΣ ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ για ιδιοτελή σκοπό πλέον…».
ΜΕΡΟΣ Δ΄
Κατόπιν των ανωτέρω αναφερομένων σημαντικών προβληματισμών, προτείνεται να εξεταστεί η δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 27 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, στην οποία ορίζεται ότι η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική, μπορεί όμως αυτός που ασκεί τον πειθαρχικό έλεγχο, με απόφασή του, που μπορεί ελεύθερα να ανακληθεί, να διατάξει για εξαιρετικούς λόγους την αναστολή.
1. Αναστολή από το Διευθύνοντα Σύμβουλο:
• Με δεδομένο τον ως άνω προβληματισμό περί κωλύματος του ΔΝΣ, ως του ανώτατου μονοπρόσωπου πειθαρχικού οργάνου, για άσκηση πειθαρχικού ελέγχου στους υπόψη δύο μισθωτούς, και πάλι τίθεται το ζήτημα εάν ο ΔΝΣ δύναται να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής δίκης στην προκειμένη περίπτωση ή εάν θα πρέπει να εξεταστεί η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Καταστατικού και του Κανονισμού Λειτουργίας της εταιρείας περί αναπλήρωσής του.
• Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν η αναστολή της πειθαρχικής δίκης προϋποθέτει να έχει γίνει η έναρξή της με την άσκηση πειθαρχικής δίωξης.
• Σε περίπτωση αναστολής της πειθαρχικής δίκης από το ΔΝΣ ή τον Αντιπρόεδρο του ΔΣ/ΔΕΗ, δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής, διότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 28 του ΚΚΠ/ΔΕΗ, το πειθαρχικό παράπτωμα της πρόκλησης οικονομικής ζημίας της Επιχείρησης επειδή αναφέρεται στην περιουσία αυτής, δεν παραγράφεται και σε κάθε περίπτωση, εφόσον αποτελεί και ποινικό αδίκημα, δεν παραγράφεται πριν περάσει ο χρόνος που ορίζεται για την παραγραφή του ποινικού αδικήματος. Τα άνω ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, διότι ασκηθείσης της πειθαρχικής δίωξης, τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά από δύο (2) έτη από αυτήν (βλ. την 699/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου και τη σχετική γνωμοδότηση ΔΝΥ με αριθ. πρωτ. 23317/23.12.04).
Συνεπώς στην προκειμένη περίπτωση, εάν η υπόθεση δεν παραπεμφθεί στο Πειθαρχικό Συμβούλιο (άρα δεν έχουμε έναρξη πειθαρχικής δίωξης), αλλά διαταχθεί η αναστολή από τον ΔΝΣ ή τον Αντιπρόεδρο ΔΣ/ΔΕΗ, δεν υφίσταται πρόβλημα παραγραφής.
• Το τελευταίο ζήτημα προς εξέταση είναι η ύπαρξη εξαιρετικών λόγων για την αναστολή, οι οποίοι και παρατίθενται αναλυτικά στο Β΄και Γ΄ΜΕΡΟΣ του παρόντος.
2. Αναστολή από το Πειθαρχικό Συμβούλιο:
Σε περίπτωση που η αναστολή διαταχθεί από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, αυτή αναγκαστικά θα είναι για περιορισμένο χρόνο (περίπου 1 έτος), δεδομένου ότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, τα πειθαρχικά παραπτώματα ακόμη και αν αφορούν την περιουσία της ΔΕΗ ή αποτελούν και ποινικά αδικήματα, παραγράφονται μετά την πάροδο δύο ετών από την άσκηση πειθαρχικής δίωξης, ήτοι από την ημερομηνία που θα παραπεμφθούν από το ΔΝΣ ή τον Αντιπρόεδρο ΔΣ/ΔΕΗ στο Πειθαρχικό Συμβούλιο. Η εν λόγω αναστολή ουσιαστικά θα είναι άνευ αξίας, διότι η ποινική δίκη είναι ιδιαιτέρως χρονοβόρα που ούτε καν πιθανολογείται η έκδοση απόφασης σε πρώτου βαθμό από ποινικό δικαστήριο επί της εν λόγω υπόθεσης –η οποία σημειωτέον δεν έχει ακόμα παραπεμφθεί στο ακροατήριο. Συνεπώς το Πειθαρχικό Συμβούλιο θα κληθεί να εκδικάσει την υπόθεση, παρότι υφίστανται εξαίρετοι λόγοι για την αναστολή της, άλλως θα παραγραφεί.
ΜΕΡΟΣ Ε΄
Σε περίπτωση που αποφασιστεί α) η αναστολή της πειθαρχικής δίκης των υπόψη μισθωτών μέχρι π.χ. έκδοσης απόφασης ποινικού δικαστηρίου σε α΄βαθμό και εν τω μεταξύ γίνει αμετάκλητη παραπομπής τους στο ακροατήριο ποινικού δικαστηρίου ή β) η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης με την παραπομπή τους στο πειθαρχικό Συμβούλιο, τότε οι εν λόγω μισθωτοί τίθενται σε αυτοδίκαιη αργία. Εξ αυτού τίθεται το ζήτημα εάν μπορεί να τεθεί σε αυτοδίκαιη αργία μισθωτός που έχει εκλεγεί ως εκπρόσωπος των εργαζομένων στο ΔΣ της εταιρείας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ