8/05/2021

το Ιστορικό Σπίτι

(Στον Απρίλη του ’43… και στους δοκούντας είναι τι…!!!]
Στη στεριά δε ζει το ψάρι
κι ο ανθός στην αμμουδιά
και οι Έλληνες δε ζούνε
δίχως την ελευθεριά…
…ακούγεται δυνατά στους δρόμους της φοβισμένης πόλης ένα τραγούδι μέσα στ’ άγρια χαράματα και στερνότερα δυο φωνές παλικαριών:
Αδέρφια,
πετάμε στο πανηγύρι της λευτεριάς!
Ξημερώνει η καινούργια μέρα!
Λευτερωνόμαστε!!…
…κι αίφνης αστράφτει ο τόπος στον ερχομό της Πατρίδας που παίρνει
μαζί της στο πάνθεο της Ιστορίας τα παλικάρια π’ ανταμώνουνται με τις
χιλιάδες των μαρτύρων της λευτεριάς και του δίκιου!
…την άλλη μέρα-της ίδιας άνοιξης-στο πάρκο πλάι στην παραλία με
το ψηλό βουνό που δεσπόζει του χώρου οι ψυχές των δυο παλικαριών
σέρνουν το χορό του ξεσηκωμού των νέων για την απελευθέρωση!!
*****
Και σήμερα σε μιαν άλλη κατοχή ξαναβλέπουμε τους ίδιους Σωτήρες
που δε φέρνουν καμιά σωτηρία, μα, σε μια αγαστή συνεργασία με τους
ίδιους πάλι κατακτητές του τόπου μας να ’χουν στήσει -καθώς και τότε,
τις θηλιές στα δέντρα· την ώρα που οι νέοι, οι… ¨ελεύθεροι κι ωραίοι¨
μοιάζοντας του παππού τους παλεύουνε, όπως πάντα για το ψωμί και
το δίκιο, στημένοι θαρρετά σε μιαν άλλη μάντρα με κυπαρίσσια!!
Η διαταγή ¨επί σκοπόν¨ αντηχεί και πάλι από τα ίδια τα στόματα
στον ίδιο τόπο με τα όπλα να σκοπεύουν-όπως τότε παλιά-την καρδιά
του δίκιου, ότι απλώνει τ’ αδειανό του χέρι για το δικό του μεράδι που
του ’χει εκχωρήσει ο Μάνα η Γη, περιμένοντας αφόβιστα κι ανύπνωτα˙
το πυρ του ¨Σωτήρα¨ μας κουκουλοφόρου για να γίνει…σωστά και με
κάθε επισημότητα η εκτέλεση των παιδιών του Λαού μας!!
…μας κυνηγάει η βαριά κατάρα του ¨Εγώ¨ στις μέρες που ζούμε,
κι όλοι μας ένα τσουβάλι εγώ που για τίποτα δε λέμε να βγούμε…στο
Εμείς˙ κι ας ακούγεται το άγριο απόφωνο της Ιστορίας από το μυχό
του χρόνου:
ένας λαός που δεν τιμάει τους νεκρούς του και φτύνει τις θυσίες
τους, δεν αξίζει τη λευτεριά κι ούτε έχει πια δρόμο δικό του να
διαβεί˙ παρά εκείνον του ξένου…διαταχτή!
…και νιώθω την ανάγκη ν’ ακουμπήσω κάπου για να μην γκρεμιστώ
από ντροπή! Ψαχουλεύω τη θύμησή μου μήπως και θυμηθώ πώς να
’ναι το φως, πώς να ’ναι το τραγούδι˙ μα,…του κάκου!
Και να που η θύμησή μου με τρέχει σ’ εκείνο το ¨ιστορικό¨ σπίτι
πάνω κει στην Γκράβα, για πολύ καιρό ακατοίκητο, δίπατο τεράστιο
αρχοντικό, με την πέτρινη γερασμένη σκάλα, τον μεγάλο κήπο με τον
ψηλό μαντρότοιχο με λίγα υπεραιωνόβια δέντρα και τ’ αναρριχητικά
φυτά που μόλις και μετά βίας μας αφήνουν να δούμε τη σκεβρωμένη
ξύλινη τεράστια πόρτα του…
Στο υπόγειό του παλιά οι παππούδες κι οι γιαγιάδες μας -παιδιά
κι αυτοί μιαν εποχή- σχεδιάζουν ποιο δωσίλογο και συνεργάτη των
κατακτητών θα πετροβολήσουν κι από ποιον κλέφτη θ’ αρπάξουν τα
κλεφτικά να τα μοιράσουν στα πεινασμένα παιδάκια που σέρνονται
ξεψυχισμένα στους δρόμους!
Και τώρα σε τούτες τις μαύρες μέρες˙ που ’ρθε η σειρά μας, εμείς
τα παιδιά, σαν οι μεγάλοι σκύβουν το κεφάλι στη γνώμη κατακτητών
και ντόπιων προδοτών και δωσίλογων, πατάμε στα ίδια τα βήματά
του παππού μας και της γιαγιάς μας!
…κάνουμε κι εμείς, όπως εκείνοι, το στοιχειωμένο σπίτι το μυστικό
μας άντρο κι αν έρχεται κάποιος ξένος λουφάζουμε στο εσωτερικό
του σχεδιάζοντας το δικό μας παιδικό ξεσηκωμό!
Παιδιά, παιδιά, ανεβαίνουν από το μονοπάτι της Γκράβας
εκείνοι που ’χουν το σπίτι λέει μια φοβισμένη κοριτσίστικη φωνή
κι αναστατώνει ξαφνικά τη σύσκεψή μας…
*****
…το ιστορικό σπίτι που κάποτε παίζανε μικρά παιδιά οι παππούδες
μας, ακούγεται μια βαθιά αντρική φωνή: …εκεί στην πέτρινη σκάλα
δώσανε τον όρκο για το δικό τους αγώνα σ’ εκείνα τα πέτρινα
χρόνια της σκλαβιάς
— Ακούω και τώρα φωνές και βογγητά, όπως τότε, ψελλίζει
μια γλυκιά γυναικεία φωνή. Εδώ μέσα στο μαντρότοιχό του έκαναν
οι κατακτητές με τους ντόπιους κουκουλοφόρους τις εκτελέσεις!
— Ναι! ναι, απαντά η αντρική φωνή. Εδώ μαρτύρησαν οι Ήρωες
για τη λευτεριά της πατρίδας ποτίζοντας με το νεανικό τους αίμα
τα σκαλοπάτια της πέτρινης σκάλας, όταν ένας συνεργάτης των
κατακτητών τους έδειξε τον κρυψώνα των παιδιών…
…η νέα γυναίκα συγκλονισμένη θυμάται το δικό της τον παππού κι
αφηγείται με ραγισμένη φωνή ότι κάποια νύχτα θεοσκότεινη βγαίνει
ο παππούς της κρυφά από την ξύλινη αυλόπορτα και χάνεται μέσα
στο βαθύ σκοτάδι της φοβερής νύχτας.
Ο πατέρας της κι η ίδια-μικρή μαθήτρια τότε-ακολουθούν σιγά σιγά
τον παππού κι έπειτα από λίγο τον βρίσκουν γονατιστό να σφαδάζει
στην πέτρινη αυλή πάνω σ’ ένα σωρό χαμόχορτα κι αγριολούλουδα…
Έχει πέσει στα πέτρινα σκαλοπάτια της τσακισμένης και κλαίει
με λυγμούς σαν μωρό παιδί ψελλίζοντας διάφορα ονόματα και στο
κάθε όνομα σκύβει και φιλάει την πέτρινη σκάλα με τις λαβωμένες
πλάκες της ύστερα από τόσον καιρό εγκατάλειψης…
…σαστισμένοι παρακολουθούν από κάποια απόσταση τη δική του
μυσταγωγία με τα δικά του δοξαστικά και σαν να παίρνει καιρό από
τους συντρόφους μιλάει για τη δική του ερημιά…
Κλαίγοντας η νέα γυναίκα πλησιάζει σιγά σιγά και τον αγκαλιάζει
τρέμοντας! Εκείνος γυρίζει ξαφνιασμένος το ξαναμμένο πρόσωπό
του μουσκεμένο στο κλάμα με τα δυο μάτια του σαν πυρακτωμένα
σίδερα να φωτίζουν τη ραγισμένη μορφή του!
…ο παππούς μου ζει από τότε στο χώρο των ηρώων! ψελλίζει.
Πόσο όμορφος είναι ο παππούς μου! Πρώτη μου φορά που
βλέπω το γίγαντά μου να κλαίει σαν μωρό κι εγώ μουσκεμένη
από τα δάκρυά μου ακούω με δέος τα ονόματα που ψελλίζει…
Την αγκαλιάζει φωνάζοντας τα ονόματα των συντρόφων του κι
ανάμεσα στους λυγμούς του·
Κόρη μου, ακούγεται πνιγμένη η φωνή του, οι ήρωές μας! Οι
δικοί μας οι μάρτυρες! Εδώ βασανίστηκαν και μαρτύρησαν στα
χέρια ντόπιων και ξένων φονιάδων!
Ο Σωκράτης, ο Τριαντάφυλλος, η Μαρίνα, ο Πελοπίδας, ο
Βασίλης, ο Αλέξανδρος, ο Τάσος, ο Νέστορας, η Αρετή, ο Νότης…
Μνήμες! Μνήμες, κόρη μου, λέει και ξαναλέει κλαίγοντας!
Έρχεται κι ο πατέρας μου και σιγά σιγά οι δυο μαζί κάνουμε
να σηκώσουμε τον παππού…αλλά πού εκείνος να ξεκολλήσει
από το δικό του προσκυνητάρι! φιλώ τα μάτια του και πίνω το
δάκρυ του αγιασμό!
Κλαίει και φωνάζει συνέχεια: Εδώ γονατίστε, παιδιά μου! Εδώ!
Ν’ ασπαστούμε τις πέτρες που πότισε το τίμιο αίμα τους! Εγώ
ξώμεινα πίσω! Πελοπίδα, σύντροφέ μου! Αχ! Αχ, Βασίλη…
Έπειτα την εξορκίζει στα ονόματα των συντρόφων του που ’χουν
χαραχτεί στο πέτρινο πεζούλι να έρχεται με λίγα λουλούδια και να
ανάβει το μικρό καντήλι, για να βλέπουν τον ματωμένο τούτον τόπο
οι περαστικοί και να μη λησμονούν!
…ο παππούς μου τις νυχτιές ανεβαίνει στο βουνό και συνομιλεί με
τους συντρόφους με τις ώρες, ώσπου κάποιο ολοσκότεινο βραδινό
εξαφανίζεται από το σπίτι μας…
…είχε χάσει πια από καιρό τα λογικά του κι όπου έγερνε όλο μίλαγε
με τους συντρόφους του! Ο πατέρας κι εγώ που ξέρουμε καλά όλα
τα κατατόπια τον βρίσκουμε στην τσακισμένη σκάλα του πέτρινου
σπιτιού,…μιλάει κλαίγοντας μ’ αναφιλητά η νέα γυναίκα και θυμάται
που ξαγρύπνησε ολάκερη τη νύχτα συνομιλώντας με τον παππού της
στο παραμιλητό του επιθανάτιου ρόγχου…
…Το πρωί διαβάζει στον πατέρα της το ποίημα ¨Μνήμες¨ που όλη
κείνη την ατέλειωτη νύχτα μπόρεσε να ξεσηκώσει από το σβησμένο
σιγοτραγούδισμα του παππού της που τον παράστεκε ολάκερη τη
νύχτα στο ξεψύχι του:
βγήκε ο γέρος μοναχός
να μαζώξει λευτεριά
στο χιονιά το δυνατό
που λυσσομανά σκληρά…
κι άρχισε γοργόχτυπα
μακελειό θανατερό,
να χτυπάει στα έλατα
τον προδότη, τον οχτρό…
πήρε σβάρνα τις ραχούλες
πάτησε κοντοκορφές
βλέποντας στο θάμπος του
κάποιες άλλες εποχές…
τ’ απλοήθη ο άνεμος,
σάμπως σφύριζε παλιά,
που `κανε τα βραχερά
να τραντάζονται βουνά…
ψέλλισε τραγούδημα×
κλέφτικο κι αντάρτικο…
κι έπιασε με σύντροφους
το λεβέντικο χορό…
κι έγειρε στη λιθαριά
ν’ αποσώσει το φαγί
σαν που κίνησαν παλιά
κάποιαν άλλη χαραυγή…
τότε που πολέμαγαν
για τη Λευτεριά της Γης,
το Ψωμί του νηστικού,
το Τραγούδι της Ζωής!
τρώγοντας και πίνοντας
ρόδινη τον ήβρε αυγή…
μέθυσε κι απόγειρε
στη δική του πια τη Γη!
κι από τότε ο σύντροφος
μένει πάνω στο βουνό
κι αρχινάει το λιόγερμα
τον αντάρτικο χορό!…
…κι ήταν το μόνο που μπόρεσα να ψελλίσω στο προσκεφάλι του
για κατευόδιο αποθέτοντάς το στη ραγισμένη καρδιά του!
…λίγοι τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία. Μαύροι καιροί
τότε όπως και τώρα κι οι άνθρωποι φοβούνταν τους καταχτητές μα,
πιότερο τους ντόπιους κουκουλοφόρους…
*****
Η νέα γυναίκα δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο. Ακούγονται οι λυγμοί
της ως εμάς: Παππού μου! Παππού μου!
…πάντα θα έρχομαι στο προσκύνημα που μου ζήτησες!
…ο νέος άντρας την υποβαστάζει κι ακούγεται με κόπο η σπασμένη
φωνή του:…έλα, καλή μου! Σκόρπισε τ’ άνθη στον μαρτυρικό τούτο
εκτελεστήρι και σύντομα θα φέρουμε και το μωράκι μας με το όνομα
του παππού!
*****
Εμείς τα παιδιά που βρεθήκανε στο μνημόσυνο των ηρώων εκείνων
που χτίσανε με τα κόκαλά τους τη δική μας τη ελευθερία, έχουμε πολύ
συγκλονιστεί! Κοιτάμε τα πρόσωπά τους από τις χαραμάδες…
Η νέα γυναίκα πλησιάζει την πέτρινη σκάλα και με βήμα τρεμάμενο
σκορπίζει μια αγκαλιά κόκκινα γαρίφαλα κι έπειτα σκύβει και φυλάει
τα πέτρινα σκαλοπάτια ψελλίζοντας:
Ήρωες! Ήρωες…
Ο νέος άντρας κλαίγοντας κι αυτός με λυγμούς σαν μικρό παιδί την
στηρίζει αγκαλιάζοντάς την σφιχτά, ενώ ψελλίζει:
Ο παππούς τώρα βρίσκεται με τους συντρόφους του, και θα
’χει ησυχάσει πια η ψυχούλα του ξέροντας πολύ καλά ότι καμιά
θυσία δεν πάει χαμένη…
Καημένε παππού! ψελλίζει λυγμικά η νέα γυναίκα. Τι χάρηκες
στη ζωή σου άλλο από κυνηγητά, φυλακές, ξύλο, εξορίες και
γιουχαΐσματα για τους αγώνες σου…
…όμως δεν μπορεί, λατρεμένε μου παππού, να πάνε εκείνοι
οι αγώνες, οι δικοί σου και των συντρόφων σου χαμένοι…»,
είναι τα τελευταία λόγια της που μόλις καταφέρνει ν’ αρθρώσει η
συγκλονισμένη γυναίκα πριν να καταρρεύσει στην αγκαλιά του
άντρα της…
23 Οκτώβρη 2014
ένας έλληνας

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ