Βασίλης Δημ. Χασιώτης: Ο φόβος της απώλειας του τίποτα…

ΧΑΣΙΩΤΗΣἜτσι, στὴν σκοτεινὴ ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί,
σὰν τὰ σκουλήκια κάθε φτέρνα
ὅπου μᾶς εὕρει, μᾶς πατεῖ:
δειλοί, μοιραῖοι κι ἄβουλοι ἀντάμα!
προσμένουμε, ἴσως, κάποιο θάμα!

Κώστα Βάρναλης : Οι Μοιραίοι

Χτες, εκεί γύρω στις 11 το βράδυ, αποχαιρέτησα την ομήγυρη στο καφενείο που συχνάζω, παρ’ ότι τα βραδάκια, μετατρέπεται μάλλον σε ένα πρόχειρο ταβερνείο με κανένα ρακόμελο, ή κρασάκι και το σχετικό μεζεδάκι.

Με πέντε ευρώ, έχεις το κρασάκι σου, ένα κατοσταράκι, και ένα δυο μεζεδάκια με το σχετικό ψωμί.

Ακόμα αντέχουμε πού και πού να το ρίχνουμε στη «κραιπάλη», το ομολογώ.

Ήταν και σήμερα μια μέρα όπως όλες οι άλλες.

Η βασιλεία της καθημερινότητας.

Της καθημερινότητας, που στη μνημονιακή εποχή, έχει φυσικά τη δική της ιδιαιτερότητα και τα δικά της χαρακτηριστικά.

Άλλες εποχές, προ μνημονίων, τέτοιες μέρες θα συζητάγαμε πότε θα πάρουμε το δώρο Χριστουγέννων, πώς θα ξοδέψουμε τα χρήματά μας, τα οποία, παρότι και τότε δεν μας χάριζαν ένα βιοτικό επίπεδο για το οποίο ήμασταν ευχαριστημένοι, όμως, όταν ζήσεις μια ανείπωτη καταστροφή, και η μικρότερη «άνεση» που είχες πριν την καταστροφή, προσλαμβάνει μια ιδιαίτερη σημασία και αξία.

Όπως στην Κατοχή της περιόδου 1941-1944.

Πριν την παραπάνω Κατοχή, αναμφίβολα, μια φέτα ψωμί, ακόμα και στην πιο ακραία φτώχεια, ενδεχομένως να ήταν «κάτι» που με δυσκολία θα μπορούσες να το χαρακτηρίσεις «πολυτέλεια». Ίσως να ήταν «πολυτέλεια» να τρως κρέας ή ψάρι πάνω από ένα αριθμό ημερών κάθε εβδομάδα, ή δεκαπενθήμερο ή μήνα, όμως, μια ταπεινή φέτα ψωμιού, «πολυτέλεια» δύσκολο θα το έλεγες.

Παρόλα αυτά, αυτή η ταπεινή φέτα ψωμιού, στη Κατοχή της περιόδου 1941-1944, ήταν για τα δεδομένα της Κατοχής, τότε, μια «πολυτέλεια».

Έτσι και σήμερα.

Πράγματα που πριν το 2010 ήταν στοιχεία της τότε καθημερινότητάς μας, (υπο)στηρίζοντας ένα βιοτικό επίπεδο που εμείς λέμε ότι το είχαμε κατακτήσει με τη δουλειά μας, σήμερα, στη μνημονιακή εποχή, αυτά τα στοιχεία έχουν «αναβαθμιστεί» στο επίπεδο της «πολυτέλειας», συγκρινόμενα με την καθημερινότητα της μιζέριας και της εξαθλίωσης που έχει επιβληθεί στην ελληνική κοινωνία και τον ελληνικό λαό, με πρόσχημα, ανάμεσα σε άλλα, και τον ισχυρισμό ότι εκείνο το επίπεδο διαβίωσης που μας είχαμε, δεν τον δικαιούμασταν.

Όμως, αναφορικά με το παραπάνω ζήτημα, τόσα χρόνια πια μνημονίων, πες νέας Κατοχής, όλα αυτά έχουν ήδη συζητηθεί και αναλυθεί διεξοδικά, ανάμεσα σ’ αυτούς που επιχείρησαν να τα προσεγγίσουν κι εγώ, και επομένως, εδώ δεν θα τα ξαναθίξουμε.

Περιορίζομαι επομένως στη περιγραφή της σημερινής μέρας, στο καφέ της γειτονιάς μου.

Εκεί, σε ένα κλίμα που έμοιαζε και σήμερα, ως συνήθως δηλαδή, κάπως από την εικόνα που περιγράφει ο Κώστας Βάρναλης στο ποίημά του «Οι μοιραίοι» :

Η «ταβέρνα» (είπαμε : το βραδάκι κυριαρχεί το ποτό και όχι ο καφές), που μπορεί να μην είναι υπόγεια, όμως, έχει όλα τα άλλα που περιγράφει το ποίημα : τους καπνούς και τις βρισιές, το ποτό για «να πάνε κάτου τα φαρμάκια», η αναφορά μας στα βάσανα της ζωής, «ὤ! πόσο βάσανο μεγάλο/ τὸ βάσανο εἶναι τῆς ζωῆς!», και φυσικά, αναπόσπαστο κομμάτι της λαϊκής μας κουλτούρας, που κι εδώ δεν θα μπορούσε να λείψει, είναι το ποιος τελικά μας φταίει :

«Φταίει τὸ ζαβὸ τὸ ριζικό μας!
Φταίει ὁ θεὸς ποὺ μᾶς μισεῖ!
Φταίει τὸ κεφάλι τὸ κακό μας!
Φταίει πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ κρασί!
Ποιὸς φταίει; Ποιὸς φταίει;… κανένα στόμα
δὲν τὅβρε καὶ δὲν τὄπε ἀκόμα.»

Κάπως έτσι κύλησε και η μέρα αυτή.

Εμείς, κλαίμε τη κακή μας μοίρα, αναλύουμε τις ευθύνες μας του παρελθόντος, κύρια για το πόσο επιπόλαια επιλέγαμε όσους ρύθμιζαν με τις αποφάσεις και τις συμπεριφορές τους τις τύχες μας, ρίχνουμε το ανάθεμα πάνω μας σ’ αυτό το ζήτημα της επιλογής, αν κι ακόμα η τάση να επιρρίψουμε το μεγαλύτερο τμήμα της ευθύνης σε άλλους κυριαρχεί πάντα, ενώ, σχολιάζουμε και τους σημερινούς πολιτικούς, κύρια, όπως είναι φυσικό, όσους έχουν στα χέρια τους τη διακυβέρνηση της χώρας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και όσους απ’ αυτούς, μας έχουν πνίξει με τα δάκρυα που νυχθημερόν ρίχνουν για τα όσα δεινά εκόντες άκοντες μας επιφέρουν με την πολιτική τους, αλλά, ας όψεται αυτός ο τρισκατάρατος «μονόδρομος», που δεν τους επιτρέπει όχι μόναχα να μην παίρνουν σκληρά μέτρα, μας τους επιβάλλει να είναι και άδικα, το λένε οι ίδιοι!

Πάνω σ’ αυτό το μοτίβο, κεντάμε τις θέσεις και τις μεταξύ μας αντιθέσεις και διαφωνίες.

Ημών των απλών πολιτών, που άλλοι μεν, συντάσσονται με την από δω πλευρά του πολιτικού και κοινωνικού χαρακώματος, και άλλοι από το εκείθε.

Η «εδώ πλευρά», είναι όσοι είμαστε εναντίον των μνημονίων.

Η «από εκεί» πλευρά, είναι οι «άλλοι».

Η κάθε πλευρά με τα επιχειρήματά της.

Στο λαό πλειοψηφεί η «από εδώ πλευρά».

Συντριπτικά…

Στη Βουλή, πλειοψηφεί «η από εκεί πλευρά», αφού όμως προηγούμενα, στη τελευταία προεκλογική περίοδο, είχε υποσχεθεί στους ψηφοφόρους της, αυτή η ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, το «μέρα με μέρα σκίσιμο των μνημονίων» και την εξ αρχής επαναδιαπραγμάτευσή τους, μαζί με μπόλικες άλλες δεσμεύσεις, και απ’ όλα αυτά, απλά δεν τήρησαν τίποτα.

Αν αυτή τη χλεύη την εισέπραττα όντας ψηφοφόρος ενός εκ των δύο κομμάτων της μνημονιακής συγκυβέρνησης, θα τους είχα γυρίσει τη πλάτη και μαζί μ’ αυτή ό,τι την ακολουθεί σωματικώς, όπως άλλωστε και το έπραξα πλειστάκις στο παρελθόν, όχι στη περίοδο των μνημονίων, αναφέρομαι στη προ Μεγάλης Κρίσης εποχή, όταν η ψήφος μου είχε «προδοθεί», διότι πλειστάκις τούτο το πολιτικό σύστημα εξουσίας έχει εξαπατήσει πολιτικά το λαό.

Παρόλα αυτά, στο καφέ που συχνάζω, και που το βραδάκι γίνεται μια μικρή ταβέρνα, που δεν είναι υπόγειο αλλά ισόγειο, στη παρέα, βρίσκονται ακόμα άνθρωποι της ηλικίας μου και πάνω, συνταξιούχοι και μη, αλλά μένω στους συνταξιούχους, οι οποίοι επιμένουν να επιχειρηματολογούν γιατί, εν ονόματι της όποιας δικαιολογημένης αν θέλετε αβεβαιότητάς τους ότι όσοι υπόσχονται μια άλλη, πιο δίκαιη πολιτική, απλά, θα αποδεχτούν κι αυτοί κωλοτούμπες, αυτό είναι επαρκής λόγος ώστε να μη τολμάς να αλλάξεις ένα πολιτικό σύστημα που οι ίδιοι το κατηγορούν ως υπεύθυνο για το ότι μας έφερε εδώ, ως διαπλεκόμενο, ως διαφθαρμένο, και πάει λέγοντας, να μη τολμάς να δοκιμάσεις κάτι άλλο, το οποίο το πολύ – πολύ να συνεχίσει να εφαρμόζει όσα καταστροφικά έχουν συμφωνηθεί μέχρι τώρα, και τα οποία είναι βέβαιο, ότι θα τηρηθούν μέχρι κεραίας, είτε πρόσκαιρα πάνε κάποια απ’ αυτά λίγο πιο πέρα χρονικά, είτε όχι, κάτι που συμβαίνει άλλωστε σταθερά από το 2010 κι εδώ : ό,τι πρόσκαιρα αναβάλλεται να εφαρμοστεί, εφαρμόζεται μετά από λίγο.

Δεν διερωτώμαι, πια, για τη στάση αυτών των ανθρώπων, αποκλειστικά και μόνο με τα επιχειρήματά τους που έχουν να κάνουν με την αμιγώς πολιτική τους επιλογή, διερωτώμαι για κάτι πολύ πιο σοβαρό.

Διερωτώμαι για το αν τελικά είναι «φυσιολογικός» ο φόβος να φοβάσαι μη και χάσεις το σχεδόν απόλυτο τίποτα, όταν σου τα πήραν όλα.

Φοβάσαι δηλαδή, μη και χάσεις τα εισοδήματά σου, όταν οι μνημονιακές πολιτικές, μερίμνησαν είτε να σου τα αφαιρέσουν εξ ολοκλήρου, αν ήσουν προηγούμενα μισθωτός και τώρα βρίσκεσαι στην ανεργία, ή επαγγελματίας ή έμπορος, βιοτέχνης κ.λπ., και τώρα βρίσκεσαι και συ χωρίς δουλειά, με κλειστή την επιχείρησή σου, είτε να στα συρρικνώσουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ουσιαστικά να στα έχουν μετατρέψει σε φιλοδώρημα πείνας.

Φοβάσαι δηλαδή, μη και χάσεις τις γλίσχρες καταθέσεις σου, που φασούλι στο φασούλι μάζευες μια ζωή, όταν οι μνημονιακές πολιτικές, έχοντας απ’ τη μια υποπολλαπλασιάσει τα εισοδήματά σου, και από την άλλη υπερπολλαπλασιάσει τους φόρους κάθε είδους όπως και τις ασφαλιστικές εισφορές για τους ελεύθερους επαγγελματίες, εμπόρους, βιοτέχνες κ.λπ., αλλά και κρατώντας το κόστος ζωής, εν πολλοίς, εκεί που ήταν προ κρίσης, ή μειώνοντας τις τιμές πολύ λιγότερο απ’ ό,τι το διαθέσιμο εισόδημα, πολύ έξυπνα και πολύ έμμεσα πλην σαφώς, σαφέστατα, σου κουρεύει εδώ και τέσσερα χρίνια και τις καταθέσεις σου, αφού, μη μπορώντας να πληρώσεις τους φόρους και να ζήσεις από το εισόδημά σου, απλώς καλύπτεις τις υποχρεώσεις και πετυχαίνεις να έχεις το καθημερινό σου φαγητό τρώγοντας από τα έτοιμα, και για όσο καιρό ακόμα θα τα έχεις, διότι ήδη πολλοί, πλέον έχουν φάει κι αυτά τα έτοιμα, κι απλά, δεν μπορούν πια να πληρώσουν, ούτε έχουν να φάνε, και άλλοι, γι’ αητή τους την αδυναμία οδηγήθηκαν στις φυλακές ή κινδυνεύουν να οδηγηθούν εκεί.

Φοβάσαι δηλαδή, μη χάσεις το σπίτι σου, όταν πια δεν σου ανήκει ουσιαστικά, αφού έχεις πάψει να πληρώνεις στη τράπεζα, ή βρίσκεσαι ένα βήμα πριν τη κατάσταση αυτή, γνωρίζοντας ότι το μνημόνιο δεν σε βοηθά να αποφύγεις το βήμα αυτό, μα αντίθετα σε εξωθεί προς αυτό, όταν ήδη δεν έχασες το σπίτι σου, για οφειλές σου προς το Δημόσιο.

Τι νόημα έχει ο φόβος να φοβάται ο πτωχευμένος τη πτώχευση, αρνούμενος εναλλακτικές προτάσεις, που του υπόσχονται ένα άλλο δρόμο σωτηρίας;

Τι σόι «ελπίδα» σου δίνει η υπόσχεση της «συντεταγμένης πτώχευσης», διότι ουσιαστικά, τα μνημόνια, αυτή τη κατάσταση χειρίζονται.

Ποτέ, καμία μνημονιακή πολιτική, για όποιον στοιχειωδώς την μπορεί να την ερμηνεύει, όχι τόσο ως νομικό ή πολιτικό κείμενο, όσο ως βιούμενη πραγματικότητα, δεν σου είπε ποτέ ότι θα σε σώσει : αυτό στο είπαν οι πολιτικοί, όχι όμως και ό,τι οι ίδιοι ψήφιζαν, διότι όταν ψήφιζαν τα μνημόνια, είναι αμφίβολο αν γνώριζαν τι ψήφιζαν, όταν έπρεπε εκατοντάδες σελίδες πολλών ουσιαστικά νόμων, που ψηφίζονταν στη λογική «όλα σε ένα», έπρεπε να ψηφιστούν λίγες ώρες αφότου διανεμήθηκαν στους βουλευτές.

Τα μνημόνια εξ αρχής σου υποσχέθηκαν «συντεταγμένη πτώχευση», και μάλιστα, ως επιχείρημα ακούγεται και από τους μνημονιακούς πολιτικούς : «τι θέλατε δηλαδή», λένε ενίοτε, «να πηγαίναμε σε άτακτη πτώχευση»;

Θα σου ληστέψουμε (παρντόν! θα σου μειώσουμε) τις συντάξεις «συντεταγμένα», μέχρις ότου πάνε το επίπεδο της Βουλγαρίας.

Θα σου ληστέψουμε (παρντόν! θα σου μειώσουμε) τους μισθούς «συντεταγμένα», μέχρις ότου πάνε το επίπεδο της Βουλγαρίας

Θα σου κλείσουμε το μαγαζί «συντεταγμένα», μέχρις ότου η οικονομία μας «εξυγιανθεί», «εξορθολογισθεί» και γίνει πιο «ανταγωνιστική».

Θα σου ληστέψουμε τις θέσεις εργασίας «συντεταγμένα», μέχρις ότου έρθουν οι ιδιωτικές «επενδύσεις», και ιδίως οι «ξένες», και σου δώσουν πίσω τη θέση εργασίας που είχες, με το νέο όμως βουλγάρικο μισθό.

Η «συντεταγμένη πτώχευση» : η κορωνίς των μνημονιακών επιχειρημάτων, μαζί με τη «σωτηρία» αφού πρώτα μας πολιτογραφήσουν πολίτες του Άδη.

Κι όταν τους λες : «Γιατί να μη σωθούμε εμείς οι πολλοί, υποχρεώνοντας, επί τέλους, να πληρώσουν όσοι τα έχουν χοντρά αλλά πληρώνουν με ψιλά», όπως και οι μνημονιακοί το παραδέχονται, όπως π.χ. η μεγαλοφοροδιαφυγή, η μεγαλοδιαπλοκή, η μεγαλοεισφοροδιαφυγή, το μεγαλολαθρεμπόριο κάθε είδους και σε κάθε τομέα, αλλά που για κάποιο «περίεργο» τρόπο πάντα τη σκαπουλάρουνε από αυτό που λένε «υποχρέωση συμβολής στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνατοτήτων του καθενός», εκεί, είτε η κουβέντα σταματά, είτε λοιδορείται, διότι προφανώς, καμία «ρεαλιστική» πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται σε «τέτοιες» παραδοχές (δηλαδή, τα δημόσια βάρη να τα σηκώνουν κι άλλοι εξόν από τα συνήθη υποζύγια), είτε απλά το ρίχνουν στη τρελή, λέγοντας «και ποιος θα το κάνει αυτό; εσείς;», κ.λπ.

Ο φόβος λοιπόν μη και πτωχεύσουμε ασύνταχτα εν μια νυκτί, έδωσε τη θέση του στο θάρρος να υπομένουμε τη «συντεταγμένη πτώχευση», αυτό το μαρτύριο της σταγόνας.

Είναι ζήτημα εθνικής σοβαρότητας, να πτωχεύσουμε, να πεθάνουμε, «συντεταγμένα».

Πάνω απ’ όλα να μη προδώσουμε ό,τι χαρακτηρίζει ιστορικά την πολιτική εξουσία του τόπου : η έφεσή της προς την «οργάνωση», τη «συντεταγμένη Πολιτεία».

Ειδίκευσή της : το ασυντάκτως ζειν και το συντεταγμένως αποθνήσκειν…

Λοιπόν :

Έν, δυό… Έν, δυό… Έν δυό…

Συντεταγμένη πορεία προς τον γκρεμό…

Έν δυό… Έν, δυό… Έν δυό…

Βζονάκ’ είμ’ εγώ, γοργό…

Φοβάσαι δηλαδή, για να επανέλθουμε στο ζουμί της πολιτικής υπόθεσης, να μην ρίξεις από την εξουσία όσους με τη πολιτική τους σου έχουν κάνει πραγματικότητα τους χειρότερους φόβους σου, και αρνείσαι, την ώρα που πέφτεις στο γκρεμό, να πιάσεις το όποιο χέρι σου προτείνεται εκείνη την ώρα, αλλά πάντως σου προτείνεται, φοβούμενος, μη και δεν σε σώσει πραγματικά, κι έτσι, προτιμώντας να συνεχίσεις τη πτώση σου με τη σιγουριά του θανάτου που σου προσφέρει η δύναμη της βαρύτητας που χωρίς εμπόδιο σε έλκει με επιταχυνόμενη ταχύτητα προς το έδαφος και απλώς, κανείς δεν αναμένει πια να παρατηρήσει τίποτα, εξόν από το να ακούσει τον γδούπο του σώματός όταν θα προσκρούσει στο έδαφος.

Γι’ αυτόν το φόβο μιλώ, τον τόσο ακατανόητο για μένα, αλλά είμαι βέβαιος, τόσο ερμηνεύσιμο για τους επιστήμονες που διερευνούν αυτό το άγνωστο βασίλειο της ψυχής μας.

Τον φόβο να απαλλαγώ από τον φόβο που απειλεί την ίδια την ύπαρξή μου, την ίδια τη ζωή μου.

Τον φόβο, που καταβρόχθισε κάθε απόθεμα θάρρους που κάποτε είχα, εξόν κι αν στη πραγματικότητα δεν είχα ποτέ, απλά, εκ του ασφαλούς, αυτό που επιδείκνυα δεν ήταν θάρρος ένας θεατρινισμός, παίζοντας τον γενναίο, όταν ήμουν βέβαιος πως δεν υπήρχε τίποτα απέναντί μου που να με απειλεί.

Και την ίδια στιγμή, δεν μπορώ να μη διερωτηθώ, πού βρίσκουν το θάρρος να μη φοβούνται τη βέβαιη κατάληξη που έχει αυτή η ελεύθερη πτώση στο κενό, κι αυτή η κατάληξη δεν είναι πια κάτι που την «φανταζόμαστε» : τη βλέπουμε σε ολοζώντανη «επίδειξη» από όσους είχαν και έχουν την ατυχία να προηγούνται από μας, λιγότερο ή περισσότερο, σ’ αυτή τη «πορεία θανάτου», και όχι σαν εξαιρέσεις, μα αντίθετα, εξαιρέσεις αποτελούν όσοι δεν έχουν ακόμα δρομολογηθεί σ’ αυτή τη «πορεία θανάτου».

Πρόκειται για άγνοια, ή απλά, για αφοβιά;

Και τι είδους άγνοια είναι αυτή, όταν έχεις ένα τοίχο απέναντί σου, και συ, οδηγώντας το αυτοκίνητό σου με ταχύτητα, πάς κατ’ ευθείαν πάνω στο τοίχο, και αρνείσαι είτε να σταματήσεις εντελώς, είτε να στρίψεις το τιμόνι;

Και τι είδους αφοβιά είναι αυτή, που σε κάνει συνειδητά πια κι όχι από άγνοια, να επιχειρείς κατ’ ουσίαν τη σύγκρουση με το τοίχο, όταν γνωρίζεις πως νικητής θα βγει ο τοίχος και όχι εσύ;

Εξόν κι αν αποφάσισες να αυτοκτονήσεις, διότι μονάχα αυτό μένει σαν λογική ερμηνεία του θάρρους σου να αγνοείς προκλητικά αυτό που συ ονομάζεις φόβο : το φόβο μη χάσεις τη δουλειά σου, το φόβο μη κλείσεις το μαγαζί σου, το φόβο μη μειωθεί κι άλλο ο μισθός ή η σύνταξή σου, το φόβο μη βρεθείς άστεγος, μη πεινάσεις, μη αρρωστήσεις διότι αλλοίμονό σου.

Για ένα ακόμα βράδυ, καληνύχτισα τη παρέα μου κι επέστρεψα σπίτι μου, κουβαλώντας μαζί μου όλα αυτά τα ερωτήματα, τα σχετικά με τον ανεξήγητο αυτό φόβο.

Αυτόν το παράλογο φόβο.

Κυριολεκτικά δε μιλώντας, ο φόβος αυτός δεν έχει πλέον αντικείμενο : διότι ό,τι ήταν να μη χάσουμε το χάσαμε, και ό,τι είναι να διασφαλίσουμε ακόμα, είμαστε περισσότερο βέβαιοι από αβέβαιοι, ότι «μάλλον» δεν θα γλιτώσουμε τίποτα από όσα εξ αρχής έχει δρομολογηθεί για μας, παρά τις ντζούφιες αγωνιστικές κορώνες των ντόπιων «σωτήρων» μας, διότι οι ξένοι «σωτήρες», που καθορίζουν και το παιχνίδι με τους κανόνες του, δεν σου υπόσχονται τίποτα άλλο εξόν από την ολοσχερή «συντεταγμένη» πτώχευσή σου.

Στην ουσία, ο φόβος έδωσε τη θέση του στην πολύ πιο ψυχοφθόρα αγωνία.

Το να μη γνωρίζεις πόσο χειρότερη θα είναι η αυριανή σου μέρα, υπό το καθεστώς των μνημονίων.

Γνωρίζεις μονάχα ότι θα είναι «ακόμα πιο χειρότερη».

Όχι όμως πόσο.

Κι αυτό, σε σκοτώνει επίσης αργά, μα σταθερά.

Η μέθοδος του σαλαμιού στη κατακρεούργηση και της ψυχής.

Όχι μονάχα του σώματος.

Στον «αέρα», μυρίζεις την οσμή του θανάτου της αξιοπρέπειάς σου, της ελευθερίας σου, συχνά της ίδιας σου της ζωής.

Αυτός ο «αέρας» είναι δηλητηριασμένος, είναι μολυσμένος.

Δεν μπορείς να μην τον αναπνέεις, λές.

Καλώς.

Πώς μπορείς όμως να τον θεωρείς «μονόδρομο» και να αρνείσαι κάθε άλλη δοκιμή;

Αλλά, δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο από το να αντικρούσεις ένα καλά ριζωμένο στο μυαλό κάποιου παραλογισμό.

Ὀπως ακριβώς, είναι συχνά τα επιχειρήματα υπέρ των μνημονίων.

Εκεί βέβαια συνειδητά επιστρατεύουν αυτόν τον παραλογισμό, ώστε θα θωρακιστούν απέναντι σε κάθε αντίθετο προς αυτά επιχείρημα.

Διότι και το πιο έωλο αντιμνημονιακό επιχείρημα, φαντάζει να υπερτερεί του πλέον «θεμελιωμένου» μνημονιακού επιχειρήματος, σε όλους τους τομείς :

Στον οικονομικό τομέα, διότι η μνημονιακή πολιτική «σώζει» τους αριθμούς -κατ’ επίφαση-, κατακρεουργώντας τους ανθρώπους.

Στον πολιτικό τομέα, διότι η μνημονιακή πολιτική εξευτελίζει τη Δημοκρατία και τους θεσμούς της, περισσότερο απ’ ό,τι τους καταργεί.

Στον κοινωνικό τομέα, διότι για τη μνημονιακή νεοφιλελεύθερη πολιτική, η κοινωνία είναι «κάτι που δεν υπάρχει».

Στο ατομικό επίπεδο, διότι η μνημονιακή πολιτική εξαϋλώνει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, του πολίτη, του εργαζόμενου, του μικρομεσαίου επιχειρηματία και επαγγελματία, μαζί με το βιοτικό του επίπεδο και ό,τι προσδιορίζει αυτό το βιοτικό επίπεδο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ