Το υπουργείο Εξωτερικών της Ρωσίας καταδίκασε σήμερα έναν νόμο τον οποίο ενέκρινε το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την Ουκρανία, τονίζοντας πως η Ουάσινγκτον μοιάζει να κάνει ό,τι μπορεί για να «καταστρέψει το πλαίσιο της συνεργασίας» της Ουάσινγκτον με τη Μόσχα.
Το ρωσικό ΥΠΕΞ τόνισε εξάλλου σε μια ανακοίνωση που εξέδωσε ότι οι αρχές των ΗΠΑ μοιάζουν ανίκανες να ξεπεράσουν τις φοβίες του παρελθόντος στις σχέσεις τους με τη Ρωσία και προειδοποίησε ότι ο νόμος για την Ουκρανία ενδέχεται να υπονομεύσει τις διμερείς σχέσεις.
Οι Αμερικανοί κοινοβουλευτικοί ενέκριναν νωρίτερα έναν νόμο ο οποίος προβλέπει την επιβολή νέων κυρώσεων στη Ρωσία και την αύξηση της στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία, περιλαμβανομένων και θανατηφόρου εξοπλισμού.
Με το νέο νόμο το Κογκρέσο καλεί τον Αμερικανό πρόεδρο να επιβάλει σκληρές κυρώσεις σε νομικά πρόσωπα του τομέα των εξοπλισμών στη Ρωσία (εταιρείες οι οποίες κατασκευάζουν ή/και εμπορεύονται όπλα) που παραδίδουν εξοπλισμό στη Συρία, στους φιλορώσους αυτονομιστές αντάρτες στην Ουκρανία, στη Γεωργία ή στη Μολδαβία ή συμβάλλουν στην αποσταθεροποίηση των κρατών αυτών. Αναφέρεται ονομαστικά η κρατική επιχείρηση Rosoboronexport.
Στον ενεργειακό τομέα, ο νόμος εγκρίνει την επιβολή κυρώσεων σε εταιρείες όπως η Gazprom σε περίπτωση που περιορίσει ή εμποδίσει τις παραδόσεις αερίου στην Ουκρανία ή χώρες μέλη του NATO. Προβλέπει επίσης να προστεθεί στη μαύρη λίστα η Gazprom Neft, η θυγατρική της Γκάζπρομ που δραστηριοποιείται στον πετρελαϊκό τομέα.
Στον τομέα της τραπεζικής, ο νόμος προσθέτει τη Sberbank, τη μεγαλύτερη ρωσική τράπεζα, στον κατάλογο των επιχειρήσεων στις οποίες επιβάλλονται κυρώσεις. Στο πεδίο της βιομηχανίας, προβλέπει να προστεθεί στον κατάλογο ο όμιλος Rostec.
Εξάλλου, το ΥΠΕΞ της Ρωσίας διεμήνυσε ότι δεν θα εκτελέσει τις «αμερικανικές εντολές» σε ό,τι αφορά τη Συνθήκη για τα Πυρηνικά Όπλα Μέσου Βεληνεκούς (INF) την οποία έχουν υπογράψει οι δύο χώρες.
Σύμφωνα με την χωριστή ανακοίνωση του ρωσικού υπουργείου, η κυβέρνηση των ΗΠΑ συνεχίζει να ακολουθεί μια λογική σύγκρουσης στις διμερείς σχέσεις, παραπέμποντας στις κατηγορίες που έγιναν πρόσφατα στο αμερικανικό Κογκρέσο περί παραβίασης της Συνθήκης αυτής από τη Μόσχα.