9/05/2021

Περί Εθνικού Συμφέροντος και Εθνικής Σωτηρίας

wpid 20150103031110Στις αιτιάσεις όσων μιλούν κριτικά για την σημερινή κατάσταση στη χώρα, με εθνικούς όρους-ότι βρίσκεται υπό οικονομική κατοχή και ότι οι κυβερνώντες συνεργάζονται με τους οικονομικούς κατακτητές, έτσι ώστε να αποδίδεται σε αυτούς η άσκηση ενός σύγχρονου δωσιλογισμού-, η συνήθης απάντηση είναι ότι «ουδείς είναι περισσότερο πατριώτης από οιονδήποτε άλλον».
Φυσικά, δεν υφίσταται κανενός είδους «μετρητής του πατριωτισμού», που θα μπορούσε ακριβοδίκαια να φανερώνει μέσω μιας αριθμητικής παράστασης την πατριωτική ποσότητα που εμπεριέχεται σε καθένα πολιτικό ή ενασχολούμενο με τα δημόσια πράγματα. Εντούτοις, αν θεωρηθεί ότι κάθε έλληνας υπήκοος και μόνο με την ιδιότητα αυτή, απεργάζεται το συμφέρον της χώρας, υπάρχει ο κίνδυνος του σχετικισμού: κάθε πολιτική ενέργεια, εφόσον γίνεται από έναν de facto πατριωτισμό, θα είναι αθώα ακόμη και αν αποβαίνει καταστροφική- παρά το γεγονός ότι σε πολλές περιπτώσεις συμβαίνει και αυτό: μια πολιτική ενέργεια που γίνεται από καλή πρόθεση να επιφέρει καταστροφή.
Όμως, όπως έχει δείξει η εμπειρία, στο όνομα του εθνικού συμφέροντος είναι πολλοί που με ποικίλους τρόπους έχουν βλάψει τη χώρα: οι δοσίλογοι κατά την γερμανική κατοχή υποστήριξαν ότι η συνεργασία με τους κατακτητές έγινε για λόγους εθνικού συμφέροντος· επίορκοι πολιτικοί επίσης, επιτυγχάνουν την διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και την εξυπηρέτηση του ατομικού τους συμφέροντος, επικαλούμενοι το εθνικό συμφέρον, τόσο αναφορικά με τις αποφάσεις όσο και με τις παραλήψεις· αντίστοιχα οι δικτατορίες δικαιολόγησαν την επιβολή τους με τον ισχυρισμό της σωτηρίας του έθνους.
Στο πρόσφατο παρελθόν γίναμε μάρτυρες του καθεστωτικού ιστορικού αναθεωρητισμού που εκτός του ότι επιχείρησε μια μεταμοντέρνα επανερμηνεία της ιστορίας, δικαίωσε τον ίδιο τον δωσιλογισμό, καθότι η προβληματική έννοια-σύμφωνα με τον αναθεωρητισμό- δεν είναι ο δωσιλογισμός αλλά η έννοια του έθνους. Η συνέπεια από την επικράτηση των αναθεωρητικών απόψεων είναι να τανυστεί τόσο πολύ η έννοια του «εθνικού συμφέροντος», ώστε να συμπεριλάβει και αυτόν τον δοσιλογισμό: κάθε πολιτική επιλογή κρίνεται αποσπασματικά ως εθνικού περιεχομένου από το γεγονός και μόνο ότι λαμβάνεται από έλληνα υπήκοο.
Ανεξάρτητα από τον σχετικισμό που επιβλήθηκε με πολιτική σκοπιμότητα, προκειμένου να εφαρμοσθούν αδιαμαρτύρητα νεοφιλελεύθερες πολιτικές στα πλαίσια της παγκόσμιας κυριαρχίας των πολυεθνικών του κεφαλαίου, και ανεξάρτητα από τις θεωρητικές διαμάχες περί κατασκευής ή μη του έθνους από το κράτος, υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ εθνικού και αλλότριου συμφέροντος.
Στη πραγματικότητα έχει πολύ μικρή σημασία αν η έννοια του έθνους αναφέρεται σε κάποια μεταφυσική αχρονική οντότητα που παράγει την ιστορική συνέχεια. Αναμφισβήτητα, ο σύγχρονος αστικός κρατικός θεσμός προσπάθησε να οικειοποιηθεί το έθνος για πολιτικούς σκοπούς, έτσι ώστε η έννοια να αποκτά μια ρευστότητα με πολλαπλές ερμηνείες.
Επιπλέον, θα ήταν ίσως περισσότερο λειτουργική μια κοινοπολιτεία εθνοτικών κοινοτήτων στην οποία η έννοια του έθνους θα διατηρούσε το πολιτισμικό της περιεχόμενο, ενώ η πολιτική διάσταση θα αφορούσε αποκλειστικά θέματα ζωτικού χώρου, άμυνας και οικονομίας, στα πλαίσια ενός αμεσοδημοκρατικού πολιτεύματος.
Ακόμη όμως και στα όρια του κατασκευασμένου κρατικού θεσμού δεν παύει να ισχύει η έννοια του εθνικού συμφέροντος, αφού αφορά την υπεράσπιση των εθνοτικών κοινοτήτων.
Σαφώς το κρατικό συμφέρον δεν συνάδει με το κοινοτικό-όπως πολύ γλαφυρά έγινε φανερό στη περίπτωση των Σκουριών της Χαλκιδικής και στις αντιδράσεις που υπήρξαν από τις ιδιωτικοποιήσεις λιμανιών και παραλιών. Με λίγα λόγια, η υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων των κοινοτήτων και όχι των κρατικών, συνιστά το καθαυτό εθνικό συμφέρον.
Είναι φανερό ότι εφόσον το κράτος βρίσκεται στα χέρια μιας αυτοαναπαραγόμενης οικονομικής και πολιτικής ελίτ, το κρατικό συμφέρον συμπίπτει με το συμφέρον αυτής της τάξης. Επιπλέον, ότι η διαπλοκή οικονομίας και πολιτικής γεννά τα φαινόμενα διαφθοράς που γιγαντώνονται σε συνθήκες οικονομικής παγκοσμιοποίησης, ενώ το «εθνικό συμφέρον» τείνει να ταυτίζεται με το υπερεθνικό, στο βαθμό που η ντόπια ελίτ ταυτίζει τα συμφέροντά της με την υπερεθνική πολιτική και οικονομική ελίτ.
Έτσι, το «εθνικό συμφέρον» που επικαλείται η άρχουσα ελίτ οφείλει να ερμηνευτεί ως: το «συμφέρον της άρχουσας τάξης που ταυτίζεται με την ευρωπαϊκή υπερεθνική ελίτ, της οποίας τα συμφέροντα προαπαιτούν τον περιορισμό και την εξάλειψη της παραδοσιακής έννοιας της εθνικής κυριαρχίας».
Ουσιαστικά προκύπτει το εξής παράδοξο: η σωτηρία της χώρας, η προάσπιση των εθνικών συμφερόντων της, ταυτίζεται με την κατάργηση του ίδιου του εθνικού συμφέροντος και της ίδιας της χώρας! Αυτό όμως είναι μια φυσική συνέπεια της επανοργάνωσης του κόσμου στα πλαίσια ενός πλανήτη που κυριαρχούν οι πολυεθνικές και για τις οποίες ο κρατικός θεσμός συνιστά εμπόδιο.
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, γίνεται φανερό ότι το πραγματικό εθνικό συμφέρον δεν αφορούσε ποτέ το κράτος, αλλά τις κοινότητες που απαρτίζουν μια κοινωνία, με κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο.
Ιστορικά, όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες, υπήρχε σύμπτωση μεταξύ κρατικού και κοινωνικού συμφέροντος, κάτι που τώρα πια φαίνεται ότι δεν συμβαίνει.
Το «έθνος» και τα συμφέροντα της ελίτ είναι διαφορετικό από το έθνος και τα συμφέροντα της κοινωνίας. Για την ελίτ υπάρχει το έθνος ως κατασκευή, για την κοινωνία το έθνος υποστασιοποιείται στην έννοια της πατρίδας και στις καθημερινές σχέσεις αλληλεγγύης και κατανόησης.
Στο πλαίσο αυτό μπορεί να γίνει κατανοητή η οικονομική και θεσμική βία της ντόπιας και ευρωπαϊκής ελίτ ενάντια στα λαϊκά στρώματα, αλλά και η επιχείρηση πλύσης εγκεφάλου, μέσω της οποίας, η Ευρώπη και το ευρώ γίνονται τα νέα εθνικά φετίχ, η νέα μεγάλη ιδέα της χώρας.
Αυτό που για την κοινωνία φαντάζει ως εθνική αναξιοπρέπεια και εθνική κατάντια, για την άρχουσα ελίτ συνιστά εθνική σωτηρία, και πορεία προς το εθνικό μεγαλείο.
Σουλτάνης Γρ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ